Πέμπτη, 28 Απριλίου 2016

Μαρία Πολυδούρη : Ποιήματα


ΓΙΑΤΙ Μ᾿ ΑΓΑΠΗΣΕΣ



Δὲν τραγουδῶ παρὰ γιατὶ μ᾿ ἀγάπησες
στὰ περασμένα χρόνια.
Καὶ σὲ ἥλιο, σὲ καλοκαιριοῦ προμάντεμα
καὶ σὲ βροχή, σὲ χιόνια,
δὲν τραγουδῶ παρὰ γιατὶ μ᾿ ἀγάπησες.


Μόνο γιατὶ μὲ κράτησες στὰ χέρια σου
μία νύχτα καὶ μὲ φίλησες στὸ στόμα,
μόνο γι᾿ αὐτὸ εἶμαι ὡραῖα σὰν κρίνο ὁλάνοιχτο
κ᾿ ἔχω ἕνα ρίγος στὴν ψυχή μου ἀκόμα,
μόνο γιατὶ μὲ κράτησες στὰ χέρια σου.



Μόνο γιατὶ τὰ μάτια σου μὲ κύτταξαν
μὲ τὴν ψυχὴ στὸ βλέμμα,
περήφανα στολίστηκα τὸ ὑπέρτατο
τῆς ὕπαρξής μου στέμμα,
μόνο γιατί τὰ μάτια σου μὲ κύτταξαν.



Μόνο γιατὶ ὅπως πέρναα μὲ καμάρωσες
καὶ στὴ ματιά σου νὰ περνάη
εἶδα τὴ λυγερὴ σκιά μου, ὡς ὄνειρο
νὰ παίζει, νὰ πονάη,
μόνο γιατὶ ὅπως πέρναα μὲ καμάρωσες.



Γιατὶ δισταχτικὰ σὰ νὰ μὲ φώναξες
καὶ μοῦ ἅπλωσες τὰ χέρια
κ᾿ εἶχες μέσα στὰ μάτια σου τὸ θάμπωμα
- μία ἀγάπη πλέρια,
γιατὶ δισταχτικὰ σὰ νὰ μὲ φώναξες.



Γιατὶ, μόνο γιατὶ σὲ σέναν ἄρεσε
γι᾿ αὐτὸ ἔμεινεν ὡραῖο τὸ πέρασμά μου.
Σὰ νὰ μ᾿ ἀκολουθοῦσες ὅπου πήγαινα,
σὰ νὰ περνοῦσες κάπου ἐκεῖ σιμά μου.
Γιατὶ, μόνο γιατὶ σὲ σέναν ἄρεσε.



Μόνο γιατὶ μ᾿ ἀγάπησες γεννήθηκα,
γι᾿ αὐτὸ ἡ ζωή μου ἐδόθη.
Στὴν ἄχαρη ζωὴ τὴν ἀνεκπλήρωτη
μένα ἡ ζωὴ πληρώθη.
Μόνο γιατὶ μ᾿ ἀγάπησες γεννήθηκα.



Μονάχα γιὰ τὴ διαλεχτὴν ἀγάπη σου
μοῦ χάρισε ἡ αὐγὴ ρόδα στὰ χέρια.
Γιὰ νὰ φωτίσω μία στιγμὴ τὸ δρόμο σου
μοῦ γέμισε τὰ μάτια ἡ νύχτα ἀστέρια,
μονάχα γιὰ τὴ διαλεχτὴν ἀγάπη σου.



Μονάχα γιατὶ τόσο ὡραῖα μ᾿ ἀγάπησες
ἔζησα, νὰ πληθαίνω
τὰ ὀνείρατά σου, ὡραῖε ποὺ βασίλεψες
κ᾿ ἔτσι γλυκὰ πεθαίνω
μονάχα γιατὶ τόσο ὡραῖα μ᾿ ἀγάπησες.



ΟΝΕΙΡΟ


Δὲ μ᾿ ἔφτανε οὔτε κὰν ἀχὸς
μέσ᾿ στὴ ζωὴ ποὺ ζοῦσα.
Κ᾿ ἡ θύμηση λιγόθυμη
τῶν ὅσων ἀγαποῦσα.



Κ᾿ ἦρθε ἡ ματιά σου γελαστή
ἐαρινὴ ἐλπίδα
καὶ γιὰ τὰ ποὺ μοῦ λείψανε
μοῦ μίλησε μ᾿ ἐλπίδα.



Μὰ εἶνε οἱ χαρές μας φτερωτὲς
καὶ τὸ φθινόπωρο εἶνε
μέσα στὴν ἴδια μου φωνὴ
ποὺ σοῦ φωνάζει: μεῖνε.



Καὶ τῆς ματιᾶς σου ὁ γελαστὸς
ἥλιος θὰ βασιλέψη
καὶ τ᾿ ὄνειρο θὰ ξεχαστῆ
προτοῦ κὰν ἀληθέψη.



Ο τρελός
Ένας τρελός καθότανε στην είσοδο
τη νύχτα απόψε και μιλούσε,
μιλούσε βιαστικά κι όταν απόσταινε
κάποτε, σκεφτικά χαμογελούσε.

Μιλούσε για τη γνώση, την ονόμαζε
την πρώτη αδυναμία των ανθρώπων.
«Μα θα μιλήσω απόψε κι ας με δέσουνε,
ξέρω τα μυστικά των άγιων τόπων!

»Ξέρω όλο μυστικά και γύρω μου άφοβα
θα τα βροντοφωνήσω πάλι.
Α, ήμουν τρελός τόσον καιρό που σώπαινα
κι αυτά μου ’χουν βαρύνει το κεφάλι.

»Φίλε μου,  να ’σαι απλώς πολυλογάς
χωρίς ουσία, θα ’σαι βάρος.
Φρόντιζε να ’σαι ο πιο επικίνδυνος
και μόνος σου να παίρνεις θάρρος.

»Να ’χεις καρδιά κι όλο να ευφραίνεται
μ’ αίσθημα και φιλοτιμία,
είναι… να καρτεράς το θάνατο
και να ’ρθει μια λιποθυμία!!!

»Είδες ο φουκαράς ο τζίτζικας
ψόφησε εχτές από ειλικρίνεια.
Τα ’λεγε αληθινά κ επίμονα
και μεις τα παίρναμε για γκρίνια.

»Στο τέλος έσκασε από ευγένεια
κι επίσημα κυλίστηκε στο χώμα…
Α φαύλοι, δε θα μου το κλείσετε
ποτέ τ’ αχρείο μου το στόμα!»

Και τα ’λεγε τόσο ήρεμα
τόσο γλυκά η ματιά του εφωτοβόλει,
γελούσε ξαφνικά κι έτσι χαρούμενα
σα να ’ταν η καρδιά του περιβόλι!



ΓΛΕΝΤΙ


Σ᾿ ἕνα γλέντι μὲ κάλεσαν οἱ σύντροφοι.
Δὲ θ᾿ ἀρνηθῶ. Θὰ πάω νὰ λησμονήσω!
Θὰ φορέσω τὸ κόκκινό μου φόρεμα
καὶ τὴν ἴδια ὀμορφιά μου θὰ φθονήσω.


Τὸ νεκρὸ πὤχω μέσα μου περήφανα
καὶ στοργικὰ μαζί μου θὰ τὸν πάρω.
Θἆμαι σὰ χαρωπή, σὰ μυστικόπαθη
θἆμαι μία ἀποσταλμένη ἀπὸ τὸ Χάρο.


Οἱ μελλοθάνατοι σύντροφοι στὸ γλέντι τους
κι᾿ ἂν πίνουνε κρασὶ δὲ θὰ μεθοῦνε.
Μία κατάρα θὰ στέκεται στὸ πλάι τους
μὰ θἆμαι ὡραία καὶ δὲ θὰ ὑποψιασθοῦνε.


Ἔπειτα ἕνα τραγούδι θὰ ζητήσουνε
μήπως σὲ μία χλωμὴ χαρὰν ἐλπίσουν,
μὰ τόσο ἀληθινὸ θἆν᾿ τὸ τραγούδι μου
ποὺ σαστισμένοι θὰ σωπήσουν.




Βαριά καρδιά

Το ποίημα «Βαριά καρδιά» το έγραψε η Μαρία Πολυδούρη για τον νεαρό, τότε, Γιάννη Ρίτσο, 
κατά τη διάρκεια της νοσηλείας τους, προσβεβλημένοι και οι δύο από φυματίωση, στην τρίτη θέση 
των απόρων του νοσοκομείου Σωτηρία, το 1928.





Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου