Πέμπτη 22 Φεβρουαρίου 2018

Η «Τσιγγάνικη Ορχήστρα» του Γιάννη Καλαϊτζή

Πέρασαν κιόλας 2 χρόνια από τον θάνατο του Γιάννη Καλαϊτζή, του σπουδαίου κομίστα που έχασε την μάχη με τον καρκίνο σε ηλικία 71 ετών στις 12 Φεβρουαρίου 2016.
Ο Καλαϊτζής, γεννημένος στις 11 Νοεμβρίου του 1945, υπήρξε κορυφαίος κομίστας και σκιτσογράφος, συμμετέχοντας για πολλές δεκαετίες σε έντυπα όπως τα Πανσπουδαστική, Δρόμοι της Ειρήνης, Αυγή, Αντί, Ελευθεροτυπία, Ντέφι, Βαβέλ, Σχολιαστής και Εφημερίδα των Συντακτών, ενώ είχε εκδώσει επίσης τα άλμπουμ Τσιγγάνικη Ορχήστρα, Το Μαύρο Είδωλο της Αφροδίτης, Τυφών, Γιαταλεφτά Νοέμβρη και 2000 στα 4. Παράλληλα, από το 2005 μέχρι το 2010 υπήρξε διευθυντής του περιοδικού Γαλέρα.Πέρα από το πολιτικό σκίτσο που τον καθιέρωσε όλα αυτά τα χρόνια, όντας κι ο ίδιος οργανωμένος στην αριστερά ήδη από την εποχή της νεολαίας Λαμπράκη, αγαπήσαμε παράφορα τον Γιάννη Καλαϊτζή μέσα από τις σελίδες της Τσιγγάνικης Ορχήστρας – του πρώτου κόμικ του που είχε δημοσιευθεί αρχικά στην θρυλική Βαβέλ. Εκεί είναι που αντικρύζουμε την χαοτική Αθήνα των 80s ως τσιμεντένια Βαβυλώνα των Βαλκανίων, σ’ ένα από τα πιο αξέχαστα κόμικ που τυπώθηκαν ποτέ στην ελληνική γλώσσα.
Μπορείτε να το διαβάσετε ολόκληρο εδώ:

Περιμένοντας τον Γκοντό, του Samuel Beckett

«Θα πάψετε επιτέλους να με βασανίζετε με τον καταραμένο τον χρόνο σας! Είναι απάνθρωπο! Πότε! Πότε! Μια μέρα! Δεν σας φτάνει αυτό; Μια μέρα σαν τις άλλες, μια μέρα μουγγάθηκε, μια μέρα τυφλώθηκα, μια μέρα θα κουφαθούμε, μια μέρα γεννηθήκαμε, μια μέρα θα πεθάνουμε, την ίδια μέρα, την ίδια ώρα, την ίδια στιγμή, δε σας φτάνει αυτό; Ξεγεννάνε καβάλα σ΄ ένα τάφο, αστράφτει το φως μια στιγμή, κι ύστερα πάλι σκοτάδι.»

*****************

Ο Σάμιουελ Μπέκετ γεννήθηκε στις 13 Απριλίου 1906 και έφυγε στις 22 Δεκεμβρίου 1989. Ήταν ένας από τους σημαντικότερους πρωτοπόρους της σύγχρονης λογοτεχνίας και εκφραστής ενός μυστηριώδους ρεύματος που πολύ δύσκολα μπορεί να ενταχθεί σε κάποια καλλιτεχνική φόρμα. Δεν ήταν απλά θεατρικός συγγραφέας, λογοτέχνης και ποιητής, ήταν ένας φιλόσοφος.
Ο Μπέκετ έχει θεωρηθεί μοντέρνος, μεταμοντέρνος αλλά και «πατέρας» του θεάτρου του παραλόγου, όμως ο ίδιος αρνήθηκε όχι μόνο τους τίτλους αυτούς, αλλά και οποιαδήποτε προσπάθεια να δοθεί νόημα στα έργα του.

Τρίτη 20 Φεβρουαρίου 2018

Πάτρα: Από του χρόνου παύει ο ρατσιστικός "Γάμος της Γιαννούλας της Κουλουρούς"!

Το γράφουμε από τώρα. Σύμφωνα με πληροφορίες του patrasevents.gr το έθιμο της Γιαννούλας της Κουλουρού, πρόκειται να καταργηθεί από το επόμενο Πατρινό Καρναβάλι.

Όπως αναφέρουν οι ίδιες πηγές αντιπροσωπεία του ΣΟΨΥ Πάτρας συναντήθηκε πριν από μερικές μέρες, λίγο μετά την Τσικνοπέμπτη, με τον δήμαρχο Κώστα Πελετίδη, στο δημαρχιακό μέγαρο και του ζήτησαν να καταργηθεί η Γιαννούλα η Κουλουρού.

Ο λόγος; Όπως ήδη έχουν αναφέρει αρκετοί Πατρινοί στα social media είναι ένα «βάρβαρο» έθιμο που γίνεται εδώ και χρόνια και αναφέρεται σε μία γυναίκα που στην ουσία αντιμετώπιζε ψυχολογικά και ψυχικά προβλήματα.

Μπορεί η Γιαννούλα η Κουλουρού να έχει εξελιχθεί σε έναν αστικό μύθο για την Πάτρα και να μην είναι πλέον στην ζωή, όμως η διακωμώδηση της είναι σαν επιβραβεύει αυτό που γινόταν ενάντια στο πρόσωπο της όσο ζούσε.

Ο Κώστας Πελτίδης συμφώνησε απόλυτα με τους ανθρώπους του ΣΟΨΥ και όπως τους είπε χαρακτηριστικά θα ζητούσε ο ίδιος από το Δ.Σ. του Καρναβαλικού Οργανισμού να μην ξαναγίνει η αναβίωση του εθίμου.

Ο ίδιος άλλωστε είναι γιατρός και γνωρίζει καλά τι σημαίνει η διακωμώδηση ενός ψυχικά πάσχοντα. Του χρόνου λοιπόν παύει η Γιαννούλα και θα αντικατασταθεί με ένα άλλο έθιμο ή κάτι καινούργιο…

ΟΙ ΑΠΟΚΡΙΕΣ ΣΑΣ ΒΡΩΜΑΝΕ ΣΕΞΙΣΜΟ!


Έφτασε πάλι και φέτος αυτή η ξέφρενη γιορτή της αποκριάς και ενώ ο κόσμος θα βγαίνει στους δρόμους με χορό και μουσική , η πατριαρχία και ο καπιταλισμός θα κάνουν το δικό τους πάρτι πίσω από τον μανδύα του χιούμορ και της σάτιρας.
Οι απόκριες στη χώρα μας αντί να πρεσβεύουν και να εξυψώνουν την ελευθερία , την έκφραση του διαφορετικού και την αποδέσμευση από κοινωνικές νόρμες ,έχουν καταντήσει ένα πανηγύρι πατριαρχικών στερεοτύπων – καπιταλιστικής κερδοφορίας και ρατσιστικών φαινομένων.
Πολύ εύκολα θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κάποιος/α τα καρναβάλια , γιορτή έμφυλων διακρίσεων , ρίχνοντας απλά μια ματιά σε βιτρίνες με αποκριάτικα είδη.
Για το γυναικείο φύλο οι επιλογές περιστρέφονται γύρω από την ανάδειξη της “θηλυκότητας” η οποία γίνεται μέσω της απόδοσης συγκεκριμένων χαρακτηριστικών ,την υποτίμηση και αργότερα την υπερσεξουαλικοποίηση του γυναικείου σώματος . Στις μικρές ηλικίες εκφράζεται μέσα από στολές ‘“παραμυθένιες” – νεράιδας ή πριγκίπισσας – που προβάλλουν χαρακτηριστικά γλύκας και χαριτωμενιάς λες και πρόκειται να πάρουν μέρος σε καλλιστεία ομορφιάς. Όσο μεγαλώνει ηλικία οι στολές επικεντρώνονται στην ικανοποίηση της αντρικής ματιάς και την προβολή του γυναικείου σώματος αποκλειστικά ως σεξουαλικό αντικείμενο .
Έτσι ο διάδρομος των γυναικείων στολών έχει καταλήξει να μοιάζει με sex shop και όλες οι αμφιέσεις να συνοδεύονται απαραίτητα από το επίθετο sexy όπως  για παράδειγμα της sexy μπατσίνας ή sexy καλόγριας που δεν διστάζουν να μοστράρουν και στην εικόνα της συσκευασίας.Το πρόβλημά μας δεν είναι οι αισθησιακές και “sexy” ενδυμασίες αλλά ότι αυτές ξαφνικά γίνονται αποδεκτές και αναγκαίες από μια κοινωνία που μέχρι εχθές έτρεφε το slut shaming. Κάθε γυναίκα μπορεί να φοράει ό,τι θέλει ανεξάρτητα απ’ τους πόντους υφάσματος που έχει επιλέξει να καλύπτεται. Το σώμα είναι δικό της και μπορεί να το αυτοδιαθέτει με όποιον τρόπο την ικανοποιεί ,οποιαδήποτε μέρα του χρόνου και όχι μόνο όταν της το επιτρέψει η αποκριάτικη στολή.
Όσον αφορά το ανδρικό φύλο, η πατριαρχική κοινωνία σπεύδει να αναδείξει όλο το φάσμα της αρρενωπότητας, ξεκινώντας με στολές υπερ-ηρώων με έκδηλους κοιλιακούς και τετρακέφαλους για να καταλήξει σε στολές αστυνομικών, στρατιωτικών και γενικότερα αμφιέσεων που «εμπνέουν» δύναμη, υπεροχή και εξουσία. Αν ένα αγοράκι θέλει να μεταμφιεστεί σε πρίγκιπα ή νεράιδα, δεν θα μπορέσει ποτέ να το κάνει, γιατί εκτός ότι οι συγκεκριμένες στολές δεν κυκλοφορούν σε «ανδρικά νούμερα», δεν αντιπροσωπεύουν και τα καθιερωμένα μάτσο χαρακτηριστικά. Σε μεγαλύτερες ηλικίες βέβαια, έχει τη δυνατότητα να το κάνει αφού δεν υπάρχει πλέον ο κίνδυνος «να βγει το παιδί μου αδερφή», καθώς έχει εξελιχθεί σε έναν «ώριμο» άνδρα με χιούμορ.

Ας μην ξεχνάμε και τα αντικείμενα που συνοδεύουν τις συνηθισμένες αγορίστικες-ανδρικές στολές, τα οποία συνήθως είναι γκλοπ, καραμπίνες, σπαθιά και πανοπλίες. Ενώ λοιπόν η κοινωνία επιθυμεί φαινομενικά να προστατέψει τα παιδιά της από την ασχήμια του πολέμου (το κλασικό «απομακρύνετε τα παιδιά από τις οθόνες, ακολουθούν σκηνές έντονης βίας»), παράλληλα αποκτά βαρηκοΐα όταν τα ίδια τα σύνεργα του πολέμου χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο αποκριάτικων στολών. Ο λόγος, επειδή αυτό απλά ικανοποιεί τις δύο καλύτερες φίλες της, δηλ. την πατριαρχία και το κεφάλαιο. Επίσης, δεν θα μπορούσε φυσικά να λείπει από αυτό το φιάσκο και η βασική ιδεολογία της πατριαρχίας περί ανωτερότητας του ανδρικού φύλου. Έτσι, είναι πιο σύνηθες ένας άντρας να ντυθεί γιατρός, πάλι θέση εξουσίας – σεβασμού, και μια γυναίκα να ντυθεί νοσοκόμα, να είναι δηλαδή υποτελής και να κάνει πράξεις τις διαταγές του γιατρού, άρα και του άντρα.
Παραμένοντας στο ίδιο κλίμα περί έμφυλων στερεοτύπων αξίζει να αναφερθούμε στην ιδιαίτερα διαδεδομένη μεταμφίεση σε γυναίκες που προτιμάται από πολλά αγόρια και άντρες. Σε αυτή τη μεταμφίεση όμως, η γυναίκα έχει – σχεδόν – πάντα μακριά ξανθά μαλλιά, μεγάλο στήθος, εντυπωσιακά οπίσθια και έντονο μακιγιάζ. Αυτός ο τρόπος αποτύπωσης του γυναικείου σώματος, πρώτον προβάλλει πολύ συγκεκριμένα πρότυπα σώματος και ομορφιάς, δεύτερον τονίζει ότι το να είναι κάποια γυναίκα είναι ένας ρόλος και όχι κομμάτι της ταυτότητάς της και τρίτον προσβάλλει και γελοιοποιεί ομάδες ατόμων που επιλέγουν να ντύνονται έξω από τα κλισέ του δίπολου άντρας – γυναίκα μέσα στο πλαίσιο της ελεύθερης έκφρασής τους. Η drag κουλτούρα, δεν είναι κάτι το γελοίο, ούτε είναι κάτι που μπορεί να σταθεί μόνο στα καρναβάλια, είναι μορφή τέχνης και τρόπος έκφρασης. Εμείς θέλουμε να εκφράζουμε κάθε μέρα και σε κάθε μέρος ελεύθερα την ταυτότητά μας!
Τέλος ,όπως έχουμε αναφέρει , ο ρατσισμός δεν θα μπορούσε να μην κάνει αισθητή την παρουσία του και σε αυτή τη γιορτή. Μιλάμε για τις στολές άραβα , μαύρου , τσιγγάνας κ.λ.π που χαρακτηρίζονται από την αναπαραγωγή παγιωμένων στερεοτύπων κάθε εθνικότητας και αποδίδονται με έντονα στοιχεία υπερβολής για να μετατραπούν εν τέλει σε προσβλητικές καρικατούρες . Σε μια κατά τα άλλα παγκοσμιοποιημένη και πολυπολιτισμική κοινωνία που η εθνική διαφορετικότητα θα έπρεπε να είναι σεβαστή και αποδεκτή, αντιθέτως γελοιοποιείται και χλευάζεται μέσα από τα πεντακοσάρικα και τα πούρα στο χέρι του άραβα μεγιστάνα και της κατάμαυρης βαμμένης επιδερμίδας. Βέβαια ο ρατσισμός προεκτείνεται και στα άτομα που το σώμα τους δεν πληροί τις αυστηρές αναλογίες των προτύπων της κοινωνίας. Τα νούμερα στις στολές δεν καλύπτουν όλα τα φάσματα σωματοτύπων και όταν το κάνουν οι επιλογές είναι πολύ συγκεκριμένες και ανάλογες με το σωματικό βάρος και σχήμα τα οποία παίζουν καθοριστικό ρόλο στο είδος της αμφίεσης (πχ κλόουν, αρκούδα, αγελάδα κλπ).
Πόσο ελεύθερα επιλέγουμε λοιπόν την αποκριάτικη στολή μας; Έπρεπε να μεγαλώσουμε για να καταλάβουμε ότι πίσω από τα αυτά τα «αθώα» αποκριάτικα πάρτυ τα οποία μας προβάλλουν από μικρή ηλικία, θριαμβεύει η πατριαρχία και ο καπιταλισμός, ξερνώντας σεξισμό, ομοφοβία, ρατσισμό και body – shaming.

OI AΠΟΚΡΙΕΣ ΣΑΣ ΒΡΩΜΑΝΕ ΣΕΞΙΣΜΟ!

Σόδομα κ’ Πόμολα

Παρασκευή 16 Φεβρουαρίου 2018

Φατίχ Ακίν: "Δεν επιτρέπω στον εαυτό μου να φοβάται τους ναζί!"

Μου 'παν: "Θα πάρεις μια συνέντευξη".
Τους λέω "Οκ. Τι φάση, ηθοποιός;"  
Μου 'πανε: "Σκηνοθέτης, μπορεί και να τον ξέρεις. Λέγεται Φατίχ Ακίν".
Καλή φάση να λιποθυμάς, δεν το 'χα ξαναπάθει...
Κάπως έτσι με βρήκε η μέρα σήμερα, να παίρνω τηλεφωνάκι τον Φατίχ και "να τα λέμε". Για την καινούρια του ταινιάρα "Μαζί ή Τίποτα", που πήρε Χρυσή Σφαίρα καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας και θα κυκλοφορήσει στην Ελλάδα απ' τη Rosebud.21. Κι ακόμα, για την Ντάιαν Κρούγκερ (Χρυσός Φοίνικας γυναικείας ερμηνείας), για τον ναζισμό, τον ρατσισμό και τη δημοκρατία.

Υ.Γ. Δεν έκανε το παραμικρό σχόλιο για τα "ημισκουμπρικά" αγγλικά μου. Μεσογειακός!

Το "Μαζί ή Τίποτα" είναι μια ταινία σε τρία μέρη: μια σπουδή πάνω στο πένθος, ένα δικαστικό δράμα, τελικά μια ιστορία εκδίκησης. Πόσο μεγάλη πρόκληση ήταν αυτό;
Στην πραγματικότητα είναι ταινία της μιας στιγμής: Όλα συμβαίνουν τη στιγμή που τελειώνει το πένθος της πρωταγωνίστριας. Ωστόσο ήταν αρκετά μεγάλη πρόκληση τα τρία κεφάλαια, αφού ήθελα να έχουν ισορροπία, να μην ξεχωρίζει ένα απ' τα τρία, αλλά ταυτόχρονα στο δεύτερο να υπάρχουν αρκετές λεπτομέρειες ώστε να μη μείνουν απορίες στους θεατές. Ελπίζω πως τα κατάφερα!
Η Ντάιαν Κρούγκερ -τουλάχιστον στα δικά μου μάτια- "κούμπωσε" τέλεια πάνω στο ρόλο. Αλήθεια, πέρασε από οντιστιόν ή γράψατε τον χαρακτήρα ειδικά γι' αυτή;
Λοιπόν... Είναι κάπως αστείο. Όταν έγραψα τον χαρακτήρα δεν είχα την Νταϊάν στο μυαλό μου. Δεν γνωριζόμασταν καλά. Ύστερα τη σκέφτηκα και λέω: "Αυτή μου κάνει". Όμως δεν της έστειλα το σενάριο, γιατί... ξέρεις, δεν το είχα γράψει ακόμα! Της έστειλα μόνο την ιστορία και τον χαρακτήρα, κι ευχήθηκα να της αρέσουν. Της άρεσαν. Δώσαμε τα χέρια. Οπότε, όταν τελικά έγραψα το σενάριο, ναι, το έγραψα για την Νταϊάν.



Η ιδέα της ιστορίας πώς προέκυψε;
Όλη μου τη ζωή είχα να κάνω με τους νεοναζί. Γεννήθηκα στη Γερμανία αλλά κατάγομαι απ' την Τουρκία. Στα 8 μου πρωτοάκουσα πως υπάρχει αυτό, οι νεοναζί, που θέλουν να σε σκοτώσουν απλώς για το χρώμα σου. Μου έμεινε τραύμα. Πιστεύω πως είναι τραύμα για κάθε παιδί. Κι απ' τη στιγμή που το απέκτησα, ήθελα να μιλήσω γι' αυτούς. Πριν λίγο καιρό, λοιπόν, συνέβησαν κάποιες δολοφονίες από νεοναζί στη Γερμανία, και βρήκα την ευκαιρία μου. 
Ας μιλήσουμε λίγο για την εκδίκηση. Είναι πιθανό μερικές φορές η εκδίκηση να λειτουργεί ως δικαιοσύνη;
Όπου υπάρχει εκδίκηση, πάντα κάτι δεν πάει καλά. Η συναισθηματική κατάσταση κάποιου είναι εκτός ελέγχου. Στην ουσία, αυτό συμβαίνει και στην ταινία μου: Ο χαρακτήρας της Νταϊάν (Κρούγκερ) βγαίνει εκτός ελέγχου. Προσωπικά, μορφώθηκα, ξέρω πως η εκδίκηση δεν είναι καλό πράγμα. Είναι καλύτερα να έχεις ψυχραιμία, να είσαι λογικός. Όμως αν είχα πάθει όσα κι η ηρωίδα μου, δεν νομίζω πως κι εγώ θα είχα καταφέρει να κρατήσω κανέναν έλεγχο.
Είναι οι νεοναζί τόσο δυνατότεροι απ' τα κράτη και τους νόμους μας, ώστε η αυτοδικία να είναι πια η μόνη λύση;
Δόξα τω Θεώ, δεν έχουν κυριαρχήσει στο γερμανικό κοινοβούλιο. Ούτε στο ελληνικό απ' όσο ξέρω. Έχουν όμως κυριαρχήσει στις ΗΠΑ. Ο Τραμπ είναι ρατσιστής, οι ψηφοφόροι του το ίδιο. Οπότε, αν αυτό συνέβη στην Αμερική, ποιος λέει ότι αποκλείεται να συμβεί κι εδώ; Συμβαίνει ήδη στην Τουρκία, στην Ουγγαρία, στην Πολωνία. Αυτοδικία όχι, όμως υπάρχει κάτι που ακόμα είναι στο χέρι μας. Πρέπει να παλέψουμε για τη δημοκρατία. Ο καθένας ξεχωριστά. Είναι η δουλειά μας, το καθήκον μας, η ζωή μας, πρέπει να προστατεύουμε τη δημοκρατία κάθε μέρα. Κανείς άλλος δεν θα το κάνει για μας.



Ξέρω ότι σας αρέσει πολύ η Ελλάδα. Ωστόσο, δεν μπορώ να μην ρωτήσω: Γιατί Ελλάδα και Χρυσή Αυγή, κύριε Ακίν;
Όταν έκανα έρευνα για τους Γερμανούς νεοναζί, ανακάλυψα ότι όλοι οι ναζί στον κόσμο συνδέονται. Και αλληλοκαλύπτουν τα εγκλήματά τους. Το βρήκα πολύ ενδιαφέρον. Η παγκοσμιοποίηση του νεοναζισμού. Αποφάσισα πως θέλω αυτό να φαίνεται στην ταινία. Χρειαζόμουν λοιπόν κι ένα άλλο κράτος, πέρα απ' τη Γερμανία, για να δείξω την παγκόσμια σύνδεση. Χρησιμοποίησα την Ελλάδα γιατί, όπως είπες, τη θεωρώ δικιά μου. 
Ο ναζισμός γεννήθηκε στη Γερμανία, τώρα η Γερμανία έχει ξανά πρόβλημα με τους νεοναζί. Γιατί συμβαίνει αυτό;
Δεν είναι η Γερμανία, είναι παγκόσμιο ζήτημα. Έχουμε πολλούς αμόρφωτους ανθρώπους κι έναν πόλεμο "κουλτούρας". Δεν μιλάω για Χριστιανούς και Μουσουλμάνους, τίποτα τέτοιο. Μιλάω για τον πόλεμο ανάμεσα σε μορφωμένους κι αμόρφωτους. Υπάρχει στην Αμερική ανάμεσα σε Χίλαρι και Τραμπ, υπάρχει στη Γαλλία ανάμεσα στον Μακρόν και τη Λεπέν, υπάρχει στη Γερμανία και αλλού. Και δεν πιστεύω πως γι' αυτό ευθύνεται η προσφυγική κρίση ή οι θρησκείες. Πιστεύω πως οι πολιτικοί αδιαφορούν για τους απλούς ανθρώπους. Πως έχουν χάσει τον διάλογό τους με τον κόσμο. Κι αυτό, σε συνδυασμό με την έλλειψη μόρφωσης, το εκμεταλλεύονται κάποιοι, καλλιεργώντας μίσος.
Πάνω σ' αυτό λοιπόν, το "Μαζί ή Τίποτα" είναι επίσης μια πολύ γενναία ταινία. Δεν τους φοβάστε;
Κοίτα, αν φοβάσαι πάρα πολύ, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Δεν μπορείς να κουνηθείς. Δεν επιτρέπω στον εαυτό μου να τους φοβάται. Όχι πως είμαι κάνας ατρόμητος, αλλά προσπαθώ να ελέγχω τον φόβο μου, γιατί αλλιώς δεν κάνουμε δουλειά.



Κλείνοντας, θα δανειστώ μια φράση απ' την ταινία σας: "Ο αγώνας (απέναντι στον ναζισμό) συνεχίζεται". Θα νικήσουμε, κύριε Ακίν;
Φίλε μου, έχω παιδιά. Πρέπει, οφείλω να είμαι αισιόδοξος. Δεν μπορώ να μου επιτρέψω να είμαι πατέρας και ταυτόχρονα να μην πιστεύω στο καλύτερο μέλλον. Οπότε, για το μέλλον των παιδιών μου, ναι, πιστεύω πως θα κερδίσουμε αυτή τη μάχη. Στα σίγουρα!
Μου υποσχέθηκε πως θα ξαναμιλήσουμε το καλοκαίρι για το Sooul Kitchen και τους Locomondo. Με αποχαιρέτησε εγκάρδια σε σπασμένα ελληνικά και έκλεισε. Κι εγώ ήξερα πια γιατί μ' αρέσουν τόσο πολύ οι ταινίες του. Τι ωραίος τύπος που 'σαι, φίλε μου, Φατίχ Ακίν!

Η νέα ταινία του Φατίχ Ακίν "Μαζί ή Τίποτα", κάνει πρεμιέρα στους κινηματογράφους, απ' τη Rosebud.21, στις 22 Φεβρουαρίου.

 http://provocateur.gr

Πέμπτη 25 Ιανουαρίου 2018

Πολιτική ανάλυση για το «Μακεδονικό ζήτημα»


«Μακεδονικό ζήτημα»: μια παλιά υπόθεση

Το τελευταίο διάστημα με αφορμή την πρόθεση των κυβερνήσεων Ελλάδας και ΠΓΔΜ για εξέρευση λύσης στο θέμα του ονόματος της δεύτερης, η εθνικιστική ρητορική έχει κατακλύσει ξανά το δημόσιο λόγο προσφέροντας εύφορο έδαφος στον υφέρποντα φασισμό της ελληνικής κοινωνίας. Η ιστορία αυτή, όμως, πάει πάνω από έναν αιώνα πίσω, διαπλέκοντας τα συγκρουόμενα συμφέροντα του ελληνικού εθνικισμού και των εθνικισμών άλλων βαλκανικών χωρών.

Η εθνική αφήγηση έχει αλλάξει κατά καιρούς πότε θεωρώντας αυτούς τους πληθυσμούς ως «βουλγαρικούς» πότε ως «βουλγαρόφωνους Έλληνες πιστούς στο Πατριαρχείο» πότε ως «Μακεδόνες» προκειμένου να ενσωματωθούν στο ελληνικό κράτος και πότε ως «Σλαβομακεδόνες».

Η τωρινή θέση εθνικιστικών κύκλων ότι η Μακεδονία είναι μία και ελληνική δεν μας εκπλήσσει καθόλου ότι προέρχεται από τη χουντική περίοδο και ξεθάφτηκε το 1992 από τον τότε σύμβουλο του Μητσοτάκη για τα «εθνικά ζητήματα» αλλά και αντιπρόεδρο επί χούντας της (διορισμένης από τον Παπαδόπουλο) «Συμβουλευτικής», Νικόλαο Μέρτζο. Η θέση αυτή συμβαδίζει αρκετά με την πολιτική του ελληνικού κράτους ως σήμερα, παρόλο που έχει υιοθετηθεί μια ηπιότερη στάση από τις εκάστοτε κυβερνήσεις τα τελευταία χρόνια. Κάθε φορά, όμως, αυτό που παραμένει ίδιο είναι μια εθνική αφήγηση πλήρως ευθυγραμμισμένη με τα εκάστοτε «εθνικά συμφέροντα», που δεν είναι άλλα από τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης.

Είναι εντυπωσιακό πως στο συγκεκριμένο ζήτημα η ακροδεξιά ατζέντα και μυθολογία έχει εναρμονιστεί σε πολλά σημεία με την εθνική πολιτική. Ένα από τα σημεία αυτά είναι και η πεποίθηση ότι η ονομασία «Μακεδόνες» εμφανίζεται το 1943-44 και είναι κατασκεύασμα του Τίτο. Η αλήθεια είναι ότι η ονομασία αυτή εμφανίζεται στα τέλη του 19ου αιώνα, καθώς τίθεται το ζήτημα της εθνικής προέλευσης των σλαβόφωνων χριστιανικών πληθυσμών της ευρύτερης γεωγραφικής περιοχής της Μακεδονίας.

Έχοντας κεντρική θέση στα Βαλκάνια, η Μακεδονία, με τα τρία βιλαέτια της Σελανίκ (Θεσσαλονίκης), του Μοναστηρίου (Βιτολίων) και του Ουσκούμπ (των Σκοπίων, που μετά το 1877 ονομάστηκε βιλαέτι του Κόσσοβου), βρισκόταν στο επίκεντρο των αντιμαχόμενων εθνικισμών. Η Μακεδονία υπήρξε ένας τόπος στον οποίο συναντήθηκαν και συμβίωσαν -ειρηνικά ως επί το πλείστον- πολλές διακριτές γλωσσικές και θρησκευτικές κοινότητες.

Ο μακεδονικός χώρος διαχρονικά αποτέλεσε ένα μεγάλο χωνευτήρι λαών και πολιτισμών. Μετά την κατάκτηση της περιοχής από τους Ρωμαίους, Έλληνες ή εξελληνισμένοι ντόπιοι πληθυσμοί, Ρωμαίοι ή εκλατινισμένοι Έλληνες, Ιλλύριοι, Θράκες, Παίονες, Ούννοι, Γότθοι και Βησιγότθοι, Σλάβοι, Αλβανοί και Τούρκοι συμβίωσαν, επί μακρόν ή για μικρά διαστήματα, ειρηνικά ή εχθρικά μεταξύ τους, υπό ποικίλους κυριάρχους.   Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, ο πληθυσμός της περιοχής αποτελούνταν από διάφορες εθνοτικές ομάδες που συνέκλιναν και επικαλύπτονταν: Έλληνες, Σέρβοι, Βούλγαροι, Τούρκοι, Εβραίοι, Βλάχοι και Αλβανοί, αλλά και διάφορες παραλλαγές τους.

Όλοι αυτοί συνιστούσαν το πολύχρωμο μωσαϊκό της Μακεδονίας. Είναι νομίζουμε φανερό ότι η εθνολογική διάκριση μιας τόσο πολυπολιτισμικής περιοχής δεν μπορούσε να βασιστεί σε κανένα κριτήριο (γλώσσα, θρησκεία, ήθη, έθιμα), καθώς το ένα μπορούσε κάλλιστα να αντιφάσκει με το άλλο. Για παράδειγμα, ο γνωστός μακεδονομάχος καπετάν Κώττας μιλώντας προς τους προεστούς των Κορεστίων αναφέρει: «Ημείς οι Μακεδόνες διά ν' αποκτήσωμεν ελευθερίαν έχομεν δύο δρόμους ν' ακολουθήσωμεν.
Ο ένας πηγαίνει εις την Βουλγαρίαν, ο άλλος πηγαίνει εις την Ελλάδα.»Η ομιλία αυτή έγινε σε μια γλώσσα την οποία ο Παύλος Μελάς που υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας αναφέρει ως «μακεδονικά». Και είναι ο ίδιος ο καπετάν Κώττας, ο οποίος -όντας σλαβόφωνος- την ώρα που εκτελούνταν από τους Οθωμανούς φώναξε: «Ντα ζίβι Γκ(ά)ρτσια! (Ζήτω η Ελλάς)».

Οπότε έπρεπε να ξεκαθαρίσουν δυο πράγματα: ποια από τα υπάρχοντα έθνη-κράτη (Ελλάδα, Βουλγαρία, Σερβία) θα ενσωματώσει την περιοχή και σε δεύτερο χρόνο τι θα γίνει με τους πληθυσμούς που έχουν διαφορετική γλώσσα, θρησκεία κτλ. Για το πρώτο ζήτημα, από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα ως και τις παραμονές του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου συγκρούστηκαν στην περιοχή τρεις επιθετικοί εθνικισμοί με αλυτρωτικές βλέψεις: η “Βουλγαρία του Αγίου Στεφάνου”, η “Μεγάλη Σερβία” και η “Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών” βρέθηκαν αντιμέτωπες σε μια ανελέητη σφαγή που έντεχνα ονομάστηκε μακεδονικός αγώνας. Εντέλει το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής ενσωματώθηκε στο ελληνικό κράτος.

Μέσα σ’ αυτόν τον κυκεώνα αλληλοφαγώματος και σφαγών μεταξύ των ντόπιων πληθυσμών εμφανίστηκε και ο μακεδονικός εθνικισμός που άρχισε να δημιουργεί τη δική του εθνική αφήγηση και οριστικά εκπλήρωσε τους πόθους του για κρατική υπόσταση το 1991. Από τη στιγμή της εμφάνισής του, αλλά κυρίως μετά το 1991, ο μακεδονικός εθνικισμός, όπως κάθε εθνικισμός, κατασκευάζει τη δική του εθνική αφήγηση. Μια αφήγηση γεμάτη από αναχρονισμούς, αποσιωπήσεις, αποσπάσεις από τα ιστορικά γεγονότα, και φυσικά μύθους που δομούν την εθνική ταυτότητα.

Η συζήτηση γύρω από τη χρήση του ονόματος Μακεδονία αποτελεί το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα της χειραγώγησης των ιστορικών γεγονότων για την εξυπηρέτηση των εθνικιστικών αντιλήψεων. Τα τελευταία χρόνια εκφράζει διάφορες αλυτρωτικές βλέψεις, ακολουθώντας τα χνάρια των άλλων βαλκανικών εθνικισμών, ενώ έχει προσφύγει σε μια ανιστόρητη και κιτς πολιτική προπαγάνδα με ανεγέρσεις αγαλμάτων, ονοματοδοσίες κτλ.

Όσον αφορά το δεύτερο ζήτημα, είναι γνωστές οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον στα Βαλκάνια: εκδιώξεις, εξοντώσεις, μαζικές εκκαθαρίσεις και βίαιες διαδικασίες ομογενοποίησης των πληθυσμών προκειμένου οι εξαιρετικά πολύπλοκες εθνοτικά, θρησκευτικά και γλωσσικά περιοχές να ενσωματωθούν σε κυρίαρχα έθνη-κράτη. Κάτι τέτοιο συνέβη και στο κομμάτι της Μακεδονίας που περιήλθε στο ελληνικό κράτος, καθώς η πλειοψηφία του πληθυσμού του εκείνη την περίοδο δεν ήταν ελληνική ή τουλάχιστον ελληνόφωνη.

Ενάντια σε κάθε εθνικιστική απειλή

Το ζήτημα, λοιπόν, που προέκυψε «ξαφνικά» πριν από 25 χρόνια ανακινείται ξανά τώρα. Ο πολιτικός κόσμος εμφανίζεται ώριμος και έτοιμος να λύσει το ζήτημα μια και καλή, χωρίς να κάνει πολιτικές εκπτώσεις και υποχωρήσεις από τις προηγούμενες πολιτικές που ακολουθήθηκαν, ενώ οι διάφοροι «μακεδονομάχοι» δηλώνουν έτοιμοι να πάρουν τους δρόμους για την ελληνικότητα της Μακεδονίας.
Για άλλη μια φορά στην ελληνική κοινωνία μπαίνουν ψευτοδιλήμματα που την αποπροσανατολίζουν από την πραγματική χροιά του ζητήματος, που δεν είναι η εθνική, όπως διατείνονται όλοι, αλλά η πολιτική-ταξική.   Κι αυτό γιατί το νόημα της όλης βιασύνης για να λυθεί το ζήτημα είναι η πρόθεση του γειτονικού κράτους να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ και η αναγκαιότητα της σταθεροποίησης της συμμαχίας Ελλάδας-Ισραήλ-Κύπρου στην περιοχή υπό την αιγίδα των ΗΠΑ.

Με την εξεύρεση λύσης στο όνομα, η Ελλάδα μπορεί να παίξει ρόλο ισχυρού εταίρου στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου, ενώ ταυτόχρονα εξυπηρετεί και τα συμφέροντα της ελληνικής αστικής τάξης, καθώς σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας της ΠΓΔΜ, από το σύνολο των άμεσων ξένων επενδύσεων στη χώρα, η Ελλάδα έρχεται τρίτη με επενδύσεις που ανέρχονται σε 477,3 εκ. ευρώ και 10,8% επί του συνόλου.

Ταυτόχρονα, η κινητοποίηση μιας μερίδας του πληθυσμού γύρω από το ζήτημα, αποπροσανατολίζει την κοινή γνώμη, την ίδια ώρα που ψηφίζονται μέτρα, όπως η κατάργηση της απεργίας. Αυτός, εξάλλου, είναι και ο ιστορικός ρόλος του εθνικισμού: συσπείρωση του πληθυσμού γύρω από έναν κοινό εχθρό στο εξωτερικό, ώστε να ξεχαστούν τα προβλήματα στο εσωτερικό της χώρας, να αποδυναμωθούν τα ριζοσπαστικά κινήματα, να αλληλοφαγωθούν οι προλετάριοι και οι καταπιεσμένοι και εντέλει κερδισμένη να βγει η άρχουσα τάξη, πολιτικά ισχυρή και μη αμφισβητήσιμη.

Οι τάξεις δεν μετριούνται σε έθνος και φυλή

Αυτό είναι και το σημαντικό που πρέπει να κατανοήσουμε. Η καταπίεση και η περαιτέρω υποβάθμιση των ζωών μας δεν πρόκειται να αλλάξουν.
Ο αποπροσανατολισμός μας από την εντεινόμενη αυτή συνθήκη το μόνο που θα κάνει είναι να ενισχύσει το κράτος και το κεφάλαιο.

Εξάλλου, το μακρύ του χέρι, οι φασίστες θα βρίσκονται στα συλλαλητήρια για την ελληνικότητα της Μακεδονίας. Δεν είναι τυχαίο ότι μαζί με τους διάφορους «παμμακεδονικούς συλλόγους», καλούν φασιστικές και νεοναζιστικές γκρούπες, ακροδεξιοί σύνδεσμοι εφέδρων και αξιωματικών και φυσικά μια σταθερά εθνικιστική και μισαλλόδοξη μερίδα της ελληνικής εκκλησίας.
Το δήθεν «ακομμάτιστο» αυτό συνονθύλευμα το μόνο που θα κάνει είναι να δώσει δημόσιο λόγο και κοινωνική νομιμοποίηση σε κάθε λογής φασίστες για να χύσουν το ρατσιστικό τους δηλητήριο ενάντια σε καθετί που θεωρείται επικίνδυνο από το σύστημα και πρέπει να εξαφανιστεί.

Εδώ είναι που μπαίνει και το πραγματικό ερώτημα:

Τι Βαλκάνια θέλουμε; Θέλουμε τα Βαλκάνια των αλυτρωτικών εθνικισμών, των «ανταλλαγών πληθυσμών», των εθνοκαθάρσεων και του αλληλοφαγώματος; Τα Βαλκάνια της Μικρασιατικής Καταστροφής, της γενοκτονίας των Ποντίων, της Σρεμπρένιτσα και του γιουγκοσλαβικού εμφυλίου; Ή θέλουμε τα Βαλκάνια της συναδέλφωσης των λαών, της αλληλεγγύης, της διεθνιστικής συσπείρωσης γύρω από τους κοινούς μας εχθρούς (κράτος, κεφάλαιο, εθνικισμό);


Μόνη πραγματική απάντηση ο διεθνισμός και η αλληλεγγύη

Ο διεθνισμός, λοιπόν, αποτελεί την μόνη εφικτή, ενωτική και ειρηνική λύση. Κι αυτό γιατί δεν επιζητεί την εξόντωση πληθυσμών και ολόκληρων λαών. Αντίθετα, προτάσσει την αλληλεγγύη των προλετάριων και των καταπιεσμένων ενάντια σ’ αυτούς που μας εκμεταλλεύονται και καταστρέφουν τις ζωές μας. Κι ας μην γελιόμαστε. Μπορεί το περιεχόμενο να αλλάζει, όμως η μορφή της εκμετάλλευσης είναι ίδια και στις δυο πλευρές των συνόρων, όπως και σε κάθε κράτος.

Φτωχοποίηση, υποβάθμιση των ζωών μας, αφαίρεση των δικαιωμάτων μας είναι μόνο μερικές από τις πτυχές της επίθεσης που έχουν εξαπολύσει κράτος και κεφάλαιο εναντίον μας. Και η μόνη πραγματική αντίσταση είναι η ταξική-αντικρατική-διεθνιστική.

ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΕ ΚΡΑΤΗ ΑΦΕΝΤΙΚΑ ΦΑΣΙΣΤΕΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ

ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΚΟ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΡΧΙΑ



Δευτέρα 22 Ιανουαρίου 2018

Και σαν σκιές επιστρέφουμε


«Υποθέτω ότι έχετε κάποια πληροφόρηση για την καταγωγή του φασισμού. Του έχουν δοθεί πολύ ασαφείς ορισμοί. Βάρβαρος καπιταλισμός; Λούμπεν καπιταλισμός; Ιμπεριαλισμός αλλά σε τρομώδες παραλήρημα; Συμμαχία του υποπρολεταριάτου με τη βιομηχανική αριστοκρατία που χρησιμοποιεί μάγους δημαγωγούς για μεσολαβητές; 


Ο φασισμός μαζεύει όλη την κοινωνική σκουριά, τα σκουπίδια που βγαίνουν από το βυθό της θάλασσας ύστερα από την καταιγίδα: κοινωνικά απόβλητα, φανατικούς, οπορτουνιστές, θύματα από το ντελίριο της μεγαλομανίας, δήμιους σαδιστές, διανοητικά διεστραμμένους, δραπέτες των παραδοσιακών κομμάτων, λούμπεν διανοούμενους, και προπαντός μαζεύει αρρωστημένους εθνικιστές, ρατσιστές και κάθε παραλλαγή του εσωτερισμού που γεννά μια κοινωνία η οποία χρόνια τώρα βρίσκεται σε καλπάζουσα κρίση κυριευμένη από φόβο»


Paco Ignacio Taibo II