Η ανυπακοή, στα μάτια όποιου έχει διαβάσει ιστορία, είναι η προπατορική αρετή του ανθρώπου. Από την ανυπακοή γεννήθηκε η πρόοδος, από την ανυπακοή και η επανάσταση.
Σκηνοθεσία και σενάριο: Τάκης Σπετσιώτης | Πρωταγωνιστεί ο Τάκης Μόσχος | Παίζουν: Νίκος Αλεξίου, Αριστοτέλης Αποσκίτης, Γιάννης Ζαβραδινός, Γιώργος Κέντρος, Κωστής Λαδόπουλος, Μιχαήλ Μαρμαρινός, Γιάννης Παλαμιώτης, Μάνος Σταλάκης, Εσθήρ Φράνκο | Συμμετέχει και εμφανίζεται πολυάριθμο καστ ηθοποιών.
Πρόκειται για τη βιογραφία του ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη (1888–1944). Η άνοδος και η πτώση ενός από τους σπουδαιότερους ποιητές του πρώτου τέταρτου του 20ού αιώνα και ενός από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της νεορομαντικής και νεοσυμβολιστικής ποίησης, ο οποίος έζησε και δημιούργησε σε μια περίοδο γεμάτη συνταρακτικά γεγονότα για την ιστορία της Ελλάδας. Στην ταινία παρουσιάζεται το πορτρέτο ενός γόνου αριστοκρατικής οικογένειας, ο οποίος προκάλεσε την κοινωνία της εποχής του με την ομοφυλοφιλία του, τις κομμουνιστικές πεποιθήσεις του, τις αντισυμβατικές και ενίοτε ακραίες επιλογές του.
Η ερμηνεία του Τάκη Μόσχου στον κεντρικό ρόλο είναι ζηλευτή και θαυμαστή, ομοίως και η συγκλονιστική μεταμόρφωσή του στο πέρασμα του χρόνου (που αποκαλύπτει την καταρράκωση και το εσωτερικό του μαράζωμα του χαρακτήρα), γι' αυτό τιμήθηκε διθυραμβικά με βραβεία Α’ ανδρικού ρόλου, τόσο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης εκείνης της χρονιάς, όσο και στα Κρατικά Βραβεία Ποιότητας του Υπουργείου Πολιτισμού.
Η σκηνοθεσία του Τάκη Σπετσιώτη οδηγεί τον θεατή στα έγκατα του Λαπαθιώτη, μέσα από μια διαδρομή που παραπέμπει σε αργόσυρτη, σχεδόν υπνωτική λιτανεία. Η ταινία απέσπασε βραβείο καλύτερης ταινίας, καθώς και βραβεία ενδυματολογίας, μακιγιάζ και σκηνογραφίας, στις παραπάνω διοργανώσεις.
Ο σκηνοθέτης της ταινίας δηλώνει σε συνέντευξή του για τον ήρωα:
«Ο Λαπαθιώτης ανήκε σε μια αστική τάξη, που δεν είχε βαθιά παράδοση στην Ελλάδα. Καθώς στη χώρα μας δεν υπήρχε βιομηχανική επανάσταση και γνήσια αστική τάξη, αλλά μόνο εισαγωγή της ψυχολογίας του αστισμού, ακόμη και τα λίγα τζάκια στα οποία ανήκε η οικογένειά του, μαϊμούδιζαν τους Ευρωπαίους, Γάλλους και Ιταλούς. Το γούστο αυτής της τάξης τον απωθούσε, γι' αυτό και λαϊκοποίησε την ποίησή του.» (Ριζοσπάστης, 21.05.2000)
Έγραφε για την ταινία ο Βασίλης Ραφαηλίδης:
«Το Μετέωρο και σκιά του Δημήτρη Σπετσιώτη προσεγγίζει με σεβασμό το μετέωρο που υπήρξε ο Λαπαθιώτης και κλαίει με αξιοπρέπεια για τη σκιά που κατάντησε στο τέλος της ζωής του. Ακροβατώντας πάνω στην κόψη του ξυραφιού, παίζοντας επικίνδυνα μ’ ένα δαιδαλώδες και πολύπλοκο θέμα, που θα μπορούσε να συντρίψει και πολύ πεπειραμένους δημιουργούς, ο Σπετσιώτης καταφέρνει να διεκπεραιώσει το τρομαχτικά δύσκολο εγχείρημα που ανέλαβε, με απόλυτη αξιοπρέπεια. [...] Η σκηνοθεσία δεν μπερδεύτηκε στον ψευδορεαλισμό της αναπαράστασης. Με την άκρως αποτελεσματική συμβολή του φωτογράφου Φίλιππου Κουτσαφτή και κυρίως της σκηνογράφου Ντόρας Λελούδα, ο Σπετσιώτης καταφέρνει τελικά να βγάλει τον χαρακτήρα και την εποχή του, λιτά, αφαιρετικά, απλά. Κι ακόμα πετυχαίνει, χωρίς να το επιδιώκει ίσως συνειδητά, να περιγράφει την αντίφαση ανάμεσα στην καλλιτεχνική δημιουργία και τον πεζό και συχνά χυδαίο κοινωνικό περίγυρο, που δρα έτσι κι αλλιώς ανασταλτικά στην προσωπική υπόθεση του δημιουργού, καθώς προσπαθεί να παραμείνει ποιητής μέσα σ’ ένα κόσμο που σκοτώνει αδιάκοπα τους ποιητές...» (Έθνος, 17.11.1985)
ΈΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΝΑΠΟΛΕΟΝΤΑ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗ
T’ ΑΠΛΟ ΠΑΙΔΙ ΠΟΥ ΕΓΩ ΑΓΑΠΩ
Τ’ απλό παιδί, που εγώ αγαπώ, δεν έζησε στα πλούτη, δεν έχει τρόπους να φερθεί και μήτε να ντυθεί, -μα ‘ναι το πιο καλό παιδί, που μες στην πλάση τούτη μπορεί ν’ απαντηθεί!
Δεν ξέρει γράμματα πολλά, δεν κάνει για σαλόνι, τα ρούχα του είναι της δουλειάς, τριμμένα και παλιά, -μα το μεγάλωσε το φως, αυτό που μεγαλώνει τα ξένοιαστα πουλιά...
Κι άλλοτε μού’ τυχε ξανά, -στο διάβα κάποιου δρόμου, να περπατήσω συντροφιά με διάφορα παιδιά, -μ’ αυτό, σεμνό και ταπεινό, βαδίζει στο πλευρό μου, σα μια μικρή καρδιά...
Κι όταν των άλλων των παιδιών τα λούσα βλέπει πλάι κι αυτό δεν έχει πιο καλό κοστούμι να ντυθεί, τότε γυρίζει τη ματιά -και μου χαμογελάει, να παρηγορηθεί...
ΠΟΥΛΙΑ ΣΤΟ ΒΑΛΤΟ - BIRDS IN THE MIRE της Αλίντας Δημητρίου
Το ντοκιμαντέρ «Πουλιά στο Βάλτο» αποτίνει φόρο τιμής στις γυναίκες της Αντίστασης. Από μαρτυρίες 40 γυναικών κατανοούμε τη σημαντική συμβολή τους στον αντιναζιστικό αγώνα.
H συμμετοχή της γυναίκας σε όλες τις ιστορικές διαδικασίες, ακόμα και στις πιο ακραίες, συμμετοχή που παραμένει αφανής, είναι το θέμα της ταινίας Πουλιά στο βάλτο.
Πιο συγκεκριμένα, η ταινία αναφέρεται στη συμμετοχή και προσφορά της γυναίκας στην Aντίσταση κατά την περίοδο της Kατοχής 1941-44, καθώς και στις συνέπειες που υπέστη.
Στηρίζεται στις προφορικές μαρτυρίες των γυναικών που επέζησαν, με άξονα την ιστορική διαδρομή.
Εκείνο, όμως, στο οποίο εστιάζει δεν είναι η ιστορική περιγραφή αλλά η, μέσα από τις μνήμες, τα βιώματα ή και τα ψυχολογικά τραύματα, αποκάλυψη μιας στάσης ζωής των γυναικών σε πράξεις που θεωρούμε ότι αναφέρονται μόνο στους άνδρες.
Το ποίημα «Μαύρε Αδελφέ μου» που έγραψε ο Ναζίμ Χικμέτ για τον βαρύτονο Πόλ Ρόμπσον, μελοποίησε και τραγούδησε ο Αδαμάντιος Αναστασιάδης, με την Αδαμαντία Πιλισσά στη μνήμη του δολοφονημένου από αστυνομικούς Τζόρτζ Φλόιντ. Ο Πολ Ρόμπσον (Paul Leroy Robeson) γεννήθηκε στις 9 Απρίλη του 1898 στο Νιου Τζέρσι.
Γιος ενός πρώην μαύρου δούλου, σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης, διαπρέποντας ταυτόχρονα και ως παίκτης στο αμερικανικό ποδόσφαιρο. Από τα πρώτα νεανικά του χρόνια αναμείχθηκε ενεργά στο κίνημα για την απελευθέρωση των μαύρων. Στη δεκαετία του ’30 επισκέφθηκε τη Σοβιετική Ένωση και έγινε φιλικά δεκτός από το λαό της. Οπως δήλωσε ο ίδιος τότε, για πρώτη φορά ένιωσε εντελώς ελεύθερος από το ρατσισμό.
Υπήρξε μια πολυτάλαντη προσωπικότητα, με παγκόσμια ακτινοβολία. Γνώριζε 10 γλώσσες (ακόμα και την κινεζική και τη σουαχίλι) και, με τον καιρό, αναδείχτηκε ένας διάσημος ηθοποιός του θεάτρου – ιδιαίτερα στο ρόλο του σαιξπηρικού Οθέλλου – και του κινηματογράφου (10 ταινίες), καθώς και λαϊκός και κλασικός τραγουδιστής. Στις υπαίθριες συναυλίες του, που δίνονταν στα πλαίσια του προοδευτικού κινήματος, οι ακροατές του έφταναν τους 40.000 και πλέον. Σαν καλλιτέχνης καθιερώθηκε πρώτα στο εξωτερικό (Λονδίνο) και κατόπιν στην πατρίδα του. Το ίδιο έγινε αργότερα και με την περιλάλητη μαύρη χορεύτρια και ηθοποιό Τζοσεφίν Μπέικερ, όταν μετανάστευσε στο Παρίσι.
Μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο έπαιξε πρωτοποριακό ρόλο στην εκστρατεία κατά του λιντσαρίσματος των ομοφύλων του. Και όταν ο Πρόεδρος Τρούμαν αρνήθηκε να δράσει ανάλογα, ο Ρόμπσον μαζί με τον επίσης μαύρο Ουίλιαμ Πάτερσον, ανώτατο στέλεχος του ΚΚ ΗΠΑ, υπέβαλαν στον ΟΗΕ υπόμνημα με τον τίτλο “Καταγγέλλουμε τη γενοκτονία”.Αντίστοιχη ήταν η αντίθεσή του τόσο στον ψυχρό πόλεμο, όσο και στην πολιτική που οδηγούσε σε έναν Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο, και η ολοένα ενεργότερη συμμετοχή του στις δραστηριότητες υπέρ της ειρήνης και της φιλίας με την ΕΣΣΔ.
Στο Συνέδριο Πολιτικών Δικαιωμάτων, που έγινε τον Ιούλιο 1949 στη Νέα Υόρκη, ο Ρόμπσον επαναβεβαίωσε τη δήλωση που είχε κάνει νωρίτερα στο Παρίσι, ότι ο νέγρικος λαός δεν πρόκειται να πάρει μέρος “σε έναν ιμπεριαλιστικό πόλεμο“. Επειτα από την ομιλία του αυτή, οι 246 μαύροι αντιπρόσωποι ενέκριναν ομόφωνα ψήφισμα, στο οποίο τόνιζαν ότι “ο Πολ Ρόμπσον πραγματικά μιλάει για μας στην πάλη του για τα δικαιώματα των νέγρων και στον αγώνα του για την ειρήνη”. Από τότε εντάθηκε ο κατατρεγμός εναντίον του. Στην υπαίθρια συναυλία που έδωσε στις 27 Αυγούστου 1949 στην πόλη Πίκσκιλ της πολιτείας της Νέας Υόρκης, αφηνιασμένοι τραμπούκοι επιτέθηκαν κατά των ακροατών και λιθοβόλησαν τον ίδιο, ο οποίος όμως παρέμεινε ατρόμητος.
Το 1950, περίοδο αποκορυφώματος της μακαρθικής υστερίας, οι αμερικανικές αρχές του αφαίρεσαν το διαβατήριο. Ογδόντα προγραμματισμένες συναυλίες του ακυρώθηκαν. Αίθουσες δεν του παραχωρούνταν πλέον, με αποτέλεσμα το εισόδημά του να πέσει από 104.000 το 1947 σε 2.000 δολάρια το 1950. Και το όνομά του γράφτηκε στο “μαύρο πίνακα”. Το 1956 κλήθηκε από την Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών της Βουλής (HUAC). Και όταν ρωτήθηκε αν είναι μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος, απάντησε αγέρωχα στα μέλη της: “Τι εννοείτε λέγοντας Κομμουνιστικό Κόμμα; Από ό,τι ξέρω εγώ, είναι ένα νόμιμο κόμμα, όπως το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και το Δημοκρατικό Κόμμα. Εννοείτε ένα κόμμα ανθρώπων, που έχουν θυσιαστεί για το δικό μου λαό και για όλους τους Αμερικανούς και τους εργάτες, ώστε να ζουν με αξιοπρέπεια; Εννοείτε αυτό το κόμμα;“. Και τους κατακεραύνωσε με την μπάσα φωνή του: “Εσείς είστε οι αντιαμερικανοί… Και πρέπει να διαλυθείτε για πάντα!“.Και όχι μόνο αυτό. Οταν ένα μέλος της HUAC τον ρώτησε γιατί, αφού ένιωσε τόσο ελεύθερος στη Ρωσία, δεν έμεινε εκεί, του είπε ορθά – κοφτά: “Γιατί ο πατέρας μου ήταν ένας σκλάβος και ο λαός μου πέθανε για να χτίσει αυτή τη χώρα, και εγώ θα μείνω εδώ για να έχω ένα μέρος, ακριβώς όπως και εσύ”.
Το μένος των διωκτών του υπέροχου αυτού καλλιτέχνη, διανοητή και υπέρμαχου της δικαιοσύνης ήταν τόσο αχαλίνωτο, που, όπως δήλωσε στην εφημερίδα “Βίλατζ Βόις” (10/3/98) ο γιος του, Πολ Ρόμπσον Τζ., κάνοντας μια σύγκριση ανάμεσα στον εαυτό του και τον πατέρα του: “Ο δικός μου φάκελος στο Εφ Μπι Αϊ (μυστική ασφάλεια) είναι μόνο 500 σελίδες!”. Που σημαίνει, βέβαια, ότι του πατέρα του σίγουρα ήταν κάμποσες χιλιάδες σελίδες…
Θα ήταν σοβαρή παράλειψη, αν δεν αναφέραμε και κάτι άλλο, που επίσης δείχνει όλο το μεγαλείο του. Στα σκληρά χρόνια του ελληνικού εμφυλίου πολέμου και κατόπιν, ο Πολ Ρόμπσον είχε επανειλημμένα υψώσει τη φωνή του, ζητώντας την απελευθέρωση των φυλακισμένων και εξόριστων αγωνιστών. Κι ακόμα, είχε πάρει μέρος και μίλησε σε μεγάλη συγκέντρωσή μας στη Νέα Υόρκη, υπέρ της σωτηρίας του Νίκου Μπελογιάννη και των συντρόφων του. Σε όλη τη ζωή του (πέθανε 77 χρονών το 1976) τιμήθηκε επάξια. Το 1952 του απονεμήθηκε το βραβείο Στάλιν για την ειρήνη, αλλά το Στέιτ Ντιπάρτμεντ απαγόρευσε τη μετάβασή του στη Μόσχα. Έτσι, η τελετή της επίδοσής του έγινε το 1953 στη Νέα Υόρκη. Επίσης, η σοβιετική κυβέρνηση έδωσε το όνομά του σε ένα βουνό της χώρας της. Ο μεγάλος Χιλιανός ποιητής Πάμπλο Νερούδα του αφιέρωσε για τα 75χρονά του το 1973, την “Ωδή στον Πολ Ρόμπσον“.
Με την ευκαιρία των 100 χρόνων από τη γέννησή του, είχε οργανωθεί, σε εθνική κλίμακα, καμπάνια για την έκδοση γραμματόσημου, με την εικόνα του, και είχαν συγκεντρωθεί 90.000 υπογραφές πολιτών, ενώ χιλιάδες άλλοι έστειλαν επιστολές με το ίδιο αίτημα. Ωστόσο, η αρμόδια Ταχυδρομική Υπηρεσία το αγνόησε. Αντίθετα, θυμίζοντας μια όχι και τόσο μακρινή σκοτεινή περίοδο, ενέκρινε την έκδοση γραμματόσημου στη σειρά “Μεγάλοι Αμερικανοί” για τον πρώην εκδότη του περιοδικού “Τάιμ”, Χένρι Λους, φρενιασμένο αντικομμουνιστή…
αναφέρεται στο λαϊκό παραμύθι «Φερχάτ και Σιρίν» (Ferhat ile Şirin), το οποίο εξιστορείται αιώνες στη Μέση Ανατολή, στο Αζερμπαϊτζάν, στο Ιράν, στην Τουρκία και στα Βαλκάνια, έχοντας υποστεί ορισμένες τροποποιήσεις, ανάλογα με τη χώρα και την περιοχή.
Αν και φαινομενικά αποτελεί μια ιστορία αγάπης, η αγάπη του Φερχάτ, αντανακλά τους κόπους που κατέβαλε ο λαός σαν σύνολο προκειμένου να εξασφαλίσει το νερό και άλλα αγαθά.
“Black Panthers”, ένα ντοκιμαντέρ μικρού μήκους του 1968 από την Agnès Varda*.
Η ταινία γυρίστηκε στο Oakland της California κατά τη διάρκεια διαμαρτυριών για τη σύλληψη του Huey P. Newton, συνιδρυτή των Μαύρων Πανθήρων. Το καλοκαίρι του 1968, φτάνουν πολλοί και πολλές στο Oakland για να διαμαρτυρηθούν για τη σύλληψη του Huey P. Newton. Ο ίδιος ο Newton μιλά στην κάμερα για την κακή του μεταχείριση στις φυλακές και επίσης μιλά για τα ιδανικά των Μαύρων Πανθήρων, που περιλαμβάνουν την προστασία της μαύρης κοινότητας από την αστυνομία, την ενημέρωσή τους για τα δικαιώματά τους και τους καθημερινούς αγώνες. Στην κάμερα μιλούν κι άλλοι, συμπεριλαμβανομένης της Kathleen Cleaver που μιλά για το κίνημα Natural Hair** και την αυξανόμενη σημασία των γυναικών σε ηγετικές θέσεις στο κίνημα του Black Panther. Η ταινία τελειώνει με την καταδίκη του Newton για ανθρωποκτονία και ένα έγκλημα ρατσιστικού μίσους με τη συμμετοχή δύο αστυνομικών που πυροβολούν το παράθυρο ενός γραφείου των Μαύρων Πανθήρων που ήταν κρεμασμένη η φωτογραφία του Newton. Η Varda και το συνεργείο της γύρισαν την ταινία το 1968 κατά τη διάρκεια της παραμονής της στην Καλιφόρνια, ενώ ο σύντροφός της Ζακ Ντέμι ήταν στο Χόλιγουντ και εργαζόταν στο Model Shop. * Η Ανιές Βαρντά (Agnès Varda, 30 Μαΐου 1928 – 29 Μαρτίου 2019) ήταν Γαλλίδα σκηνοθέτρια, σεναριογράφος, ηθοποιός, παραγωγός και φωτογράφος. Θεωρείτο πρωτοπόρος του κινηματογράφου και μία απο τις καλύτερες και πιο σημαντικές σκηνοθέτριες όλων των εποχών. Είναι γνωστή ως “Η Γιαγιά της Γαλλικής Νουβέλ Βαγκ”. Το έργο της είναι επίσης σημαντικότατο στο πεδίο του φεμινιστικού κινηματογράφου. Μαζί με τον σύζυγο της, ηταν μέλος της κινηματογραφικής ομάδας Left Bank (Rive Gauche), μια απο τις δυο ομάδες απο τις οποίες απαρτιζόταν το κίνημα της Νουβέλ Βαγκ. ** Natural Hair: ένα κίνημα από τη δεκαετία του 60, που ενθάρρυνε τις γυναίκες και τους άνδρες αφρικανικής καταγωγής να διατηρήσουν τη φυσική τους άφρο υφή στα μαλιά τους, σε αντίθεση με τις προηγούμενες δεκαετίες που ίσιωναν τα μαλιά τους σε μια προσπάθεια αποδοχής από το σύστημα. εδω:https://vimeo.com/425266523
Ένα αποκαλυπτικό βίντεο για τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ από την αστυνομία δημοσιεύουν οι New York Times. Σε περίπου δέκα λεπτά, όπου γίνεται σύνθεση κι επιμέρους πλάνων από κάμερες ασφαλείας, επίσημων εγγράφων και μαρτυριών, αποδεικνύεται ξεκάθαρα τι συνέβη. Το βίντεο είναι στα αγγλικά. Περιγράφουμε συνοπτικά και ακολουθεί το βίντεο:
Δευτέρα πρωί 25 Μαΐου στη Μινεάπολη. Δύο υπάλληλοι καταστήματος πλησιάζουν ένα ακινητοποιημένο μπλε SUV. Ο οδηγός του κάθεται μέσα. Στο τηλεφώνημα τους αργότερα στην αστυνομία θα υποστηρίξουν ότι ο οδηγός αγόρασε τσιγάρα από το κατάστημα με πλαστό χαρτονόμισμα. Οι πρώτοι δύο αστυνομικοί φτάνουν 4 λεπτά μετά την καταγγελία. Ο ένας από τους δύο αστυνομικούς τραβάει όπλο για άγνωστο λόγο ενώ ο Φλόιντ φαίνεται ότι δεν αντιδρά βίαια. Ο ίδιος αστυνομικός 1,5 λεπτό μετά τραβάει έξω από το αμάξι τον Φλόιντ. Του περνάει χειροπέδες και τον ακουμπάει σε έναν τοίχο.
Έρχεται και τρίτο περιπολικό, 9 λεπτά μετά την άφιξη του πρώτου, με οδηγό τον Ντέρεκ Τσόβιν (τον αστυνομικό που αργότερα πατούσε τον αυχένα του Φλόιντ με το πόδι του) και συνοδηγό τον αστυνομικό Του Τάο . Και οι δύο έχουν ιστορικό για βίαιη συμπεριφορά. Ο Τσόβιν τραβά τον Φλόιντ από το πίσω κάθισμα στο έδαφος. Είναι πλέον πεσμένος κάτω με το πρόσωπο προς το δρόμο. Το βίντεο δείχνει 3 αστυνομικούς να είναι επάνω του. Ακολουθεί η πρώτη κλήση για ιατρική βοήθεια. Ο Φλόιντ, όπως λένε, αιμορραγεί από το στόμα. Οι αστυνομικοί δεν κάνουν τίποτα για να τον βοηθήσουν. Το αντίθετο. Ο Τσόβιν πατούσε τον λαιμό του Φλόιντ 8 λεπτά και 46 δευτερόλεπτα. Ο θάνατος του Τζόρτζ Φλόιντε διαπιστώνεται στο νοσοκομείο.
Σύμφωνα με τους New York Times ο Τζορτζ Φλόιντ είπε 16 φορές «I can’t breathe» («Δεν μπορώ να αναπνεύσω»).
Η «Μητρόπολις» είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία επιστημονικής φαντασίας και η πρώτη που συμπεριελήφθη στον κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO,και αποτελεί ορόσημο στον παγκόσμιο κινηματογράφο. Η «Μητρόπολις» (Metropolis) είναι μια εξπρεσιονιστική ταινία επιστημονικής φαντασίας του 1927, σκηνοθέτης της είναι ο Φρίτς Λάγκ (Fritz Lang) και σεναριογράφος η Τέα Φον Χάρμποου.
Η ιστορία εκτυλίσσεται χωρίς σαφή ένδειξη κάπου στο μέλλον. Το περιβάλλον είναι ψυχρό και βιομηχανικό.
Η υπερπληθυσμική Μετρόπολις χωρίζεται σε δύο κοινωνικές τάξεις που ζουν σε διαφορετικά επίπεδα της πόλης. Η ελίτ των αρχόντων και της αριστοκρατίας ζει στο ανώτερο επίπεδο, ενώ οι εργάτες, τα χέρια που φτιάχνουν την πόλη, ζουν στο κατώτερο επίπεδο, όπου βρίσκονται και οι μηχανές. Οι μηχανές είναι αυτές που καθορίζουν - και "καταβροχθίζουν" - τις ζωές των εργατών. Ο χρόνος, πάντοτε σχετικός, δείχνει να έχει σταματήσει για τους κατοίκους της "άνω" πόλης, ενώ για τους εργάτες αποτελείται μόνο από το ατελείωτο δεκάωρο της κάθε βάρδιας τους. Οι ολοκληρωτικές πολιτικές και οι οικονομικές δομές της κοινωνίας, καταγράφονται με ακρίβεια σε μια πόλη που γίνεται, τελικά, εφιαλτική. Ο Γιόχαν Φρέντερσεν είναι ο Άρχοντας της Μετρόπολις. Δεν διευθύνει απλώς, αλλά εξουσιάζει την πόλη. Ο χαρακτήρας του κατά πολλούς είναι ένας συνδυασμός του (Σαιξπηρικού) Ριχάρδου Γ' και του Αδόλφου Χίτλερ. Η ομοιότητα του με τον Χίτλερ αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν αναλογιστεί κανείς ότι η ταινία δημιουργήθηκε στην προ-Χιτλερική Γερμανία. Ταυτόχρονα, στην ταινία υπάρχουν αρκετοί βιβλικοί συμβολισμοί. Ο ίδιος ο Φρέντερσεν παραλληλίζεται με Αιγύπτιο φαραώ του οποίου οι σκλάβοι φτιάχνουν τις πυραμίδες. Σε ερώτηση του γιου του, γιατί φέρεται τόσο άσχημα στους εργάτες απάντα "είναι τα χέρια τους που χτίζουν τη Μετρόπολις". Η γυναίκα - καταλύτης, ονομάζεται "Μαρία" και η πρώτη φορά που εμφανίζεται είναι στις κατακόμβες της πάλης, όπου περιβαλλόμενη από ξύλινους σταυρούς, "κηρύττει" στους εργάτες. Τους μιλάει για ένα παρόμοιο κατασκεύασμα με τη Μετρόπολις, τον Πύργο της Βαβέλ, ενώ ταυτόχρονα ο θεατής βλέπει τις συνθήκες εργασίας των εργατών που προσομοιάζουν με αυτές των στρατοπέδων συγκέντρωσης. (Με πλάγια γράμματα περιγράφονται οι σκηνές που, σύμφωνα με τις τελευταίες ανακαλύψεις, θεωρούνται χαμένες). Η Μετρόπολις, μια μεγάλη βιομηχανική πόλη του μέλλοντος βρίσκεται κάτω από την εξουσία του Γιόχαν Φρέντερσεν. Στην κατώτερη πόλη ζουν οι εργάτες που δεν έχουν ονόματα, αλλά νούμερα. Ανάμεσα στην ανώτερη πόλη των αριστοκρατών και την κατώτερη των εργατών, ζουν οι τεχνοκράτες, οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για την ομαλή λειτουργία των μηχανών που κρατούν την πόλη ζωντανή. Στην ανώτερη πόλη βρίσκονται οι "αιώνιοι κήποι" όπου τα παιδιά της κυρίαρχης τάξης διασκεδάζουν διαρκώς. Ένας από αυτούς είναι και ο Φρέντερ, γιος του Φρέντερσεν. Η Μαρία, ένα κορίτσι της κατώτερης πόλης εισβάλει κρυφά στους "αιώνιους κήπους" μαζί με μια ομάδα από παιδιά εργατών, λέγοντας στους παρευρισκομένους πως "αυτά είναι αδέρφια σας". Η πράξη της αυτή συγκινεί τον Φρέντερ ο οποίος την αναζητεί, όταν εκείνη εκδιώκεται από τους κήπους. Ο Φρέντερ καταλήγει στα μηχανοστάσια της κατώτερης πόλης όπου γίνεται μάρτυρας ενός ατυχήματος που στοιχίζει τις ζωές αρκετών εργατών. Στα μάτια του Φρέντερ η γιγάντια μηχανή φαντάζει σαν το Μολώχ (Βασιλιάς), μια ειδωλολατρική θεότητα της ευρύτερης περιοχής της Παλαιστίνης της Παλαιάς Διαθήκης, στην οποία θυσίαζαν παιδιά ρίχνοντας τα στη φωτιά που έκαιγε στο στόμα της. Στο γραφείο του πατέρα του ο Φρέντερ περιγράφει σ' αυτόν τις απάνθρωπες συνθήκες των μηχανοστασίων, και συνειδητοποιεί την ψυχρή λογική με την οποία κυβερνάται η Μετρόπολις. Εμφανίζεται ο Γκροτ (Οτοΐ) - ο υπεύθυνος της "μηχανής καρδιάς" που παράγει την ενέργεια της πόλης - και δίνει στο Φρέντερσεν σχέδια που βρέθηκαν στις τσέπες των νεκρών από το ατύχημα εργατών. Κάποιες μυστικές δραστηριότητες λαμβάνουν χώρα στην κατώτερη πόλη. Έξαλλος ο Φρέντερσεν απολύει τον Γιόζαφατ το δεξί του χέρι, καθώς όφειλε να τον πληροφορήσει για τις ενέργειες αυτές. Ο Φρέντερ θλίβεται για την απόλυση και προσφέρεται να προσλάβει το Γιόζαφατ για λογαριασμό του. Ο πατέρας του αναθέτει στον "Ξερακιανό" έναν ακόλουθο, να παρακολουθεί το γιο του.
Ο Φρέντερ επιστρέφει στα μηχανοστάσια. Ένας εργάτης, με το νούμερο 11811, γνωστός και ως Γκεόργκυ, σωριάζεται από την κούραση της δουλειάς, θέλοντας να τον σώσει, ο Φρέντερ αποφασίζει να τον αντικαταστήσει μέχρι το τέλος της βάρδιας, και αλλάζουν μεταξύ τους ρούχα. Ο Φρέντερ στέλνει το Γκεόργκυ στο διαμέρισμα του Γιόζαφατ με οδηγίες να τον περιμένει εκεί. Στη διαδρομή ο Γκεόργκυ ενδίδει στους πειρασμούς της "άνω" πόλης. Καθώς βρίσκει χρήματα στις τσέπες των ρούχων του Φρέντερσεν αποφασίζει να επισκεφτεί την Γιοσιβάρα, το μπαράκι όπου η υψηλή κοινωνία της Μετρόπολις επιδίδεται σε ένα διαρκές όργιο απολαύσεων. Ο "Ξερακιανός" που ακολούθησε το αυτοκίνητο του Φρέντερ οδηγείται και αυτός εκεί μην ξέροντας ότι παρακολουθεί το Γκεόργκυ και όχι αυτόν που θα έπρεπε. Στο μεταξύ ο Γιοχ Φρέντερσεν επισκέπτεται το Ρότβανγκ τον εφευρέτη. Στο σπίτι του Ρότβανγκ ανακαλύπτει ένα μνημείο αφιερωμένο στη Χελ, τη μοιραία γυναίκα ανάμεσα στο Ρότβανγκ και στο Φρέντερσεν. Η Χελ, ενώ υπήρξε ο μεγάλος έρωτας του Ρότβανγκ, παντρεύτηκε τελικά το Φρέντερσεν και πέθανε πάνω στη γέννηση του γιου τους Φρέντερ. Ο Ρότβανγκ μην μπορώντας να ξεπεράσει τον χαμό της, χλευάζει το Φρέντερσεν μπροστά στο μνημείο Θριαμβευτικά του παρουσιάζει την τελευταία του εφεύρεση. Μια μηχανική γυναίκα που προορίζεται να αναπληρώσει την Χελ.
(Στη συντομευμένη και παραποιημένη έκδοση της ταινίας, ο Ρότβανγκ παρουσιάζει το ρομπότ στο Φρέντερσεν ως αντικατάσταση του ανθρώπου, των εργατών, αφού μπορεί να δουλεύει ακούραστα και αλάθητα). Χρειάζεται όμως 24 ακόμη ώρες για να ολοκληρώσει τη δουλειά του και η μηχανική γυναίκα να είναι πιστό αντίγραφο της Χελ.Ο Φρέντερσεν.
Στις 3 Μαρτίου συμπληρώθηκαν δύο χρόνια, από τότε που οι Παρτιζάνοι των Αθηνών προβλήθηκαν για πρώτη φορά στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Έκτοτε ακολούθησαν εκατοντάδες προβολές σε κινηματογραφικές αίθουσες της Αθήνας, στη δημόσια τηλεόραση – ΕΡΤ2, σε δήμους, στέκια, εκπολιτιστικούς συλλόγους, σωματεία και άλλους φορείς. Το σκεπτικό ήταν να είναι διαθέσιμο σε όλους τους προαναφερόμενους χώρους, προκειμένου να αποτελέσει ένα έναυσμα συνάντησης, ζύμωσης, ανταλλαγής απόψεων και γόνιμου διαλόγου σε σχέση με την περίοδο της Κατοχής, όχι μόνο στην Αθήνα, αλλά και σε όλη την Ελλάδα. Στα δύο αυτά χρόνια το ντοκιμαντέρ προβλήθηκε σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, καθώς και του εξωτερικού και αγκαλιάστηκε από νέους και μεγαλύτερους σε ηλικία, κάτι που μας έδωσε το έναυσμα στους παραγωγούς του να προχωρήσουν στη δημιουργία του επόμενου ντοκιμαντέρ.
Καθώς οι «Παρτιζάνοι των Αθηνών» ολοκληρώνουν τον κύκλο τους και δεδομένου ότι έχει ζητηθεί από κόσμο που δεν του ήταν προσβάσιμο τόσο καιρό να ανέβουν online, οι δημιουργοί του αποφάσισαν να το διαθέσουν ελεύθερα στο διαδίκτυο στα ελληνικά και με αγγλικούς υπότιτλους – στην πορεία θα προστεθούν και άλλες γλώσσες.
Όπως ανακοινώνεται: Ανοίγουμε τον κύκλο του νέου μας ντοκιμαντέρ, που θα λέγεται Καινούργιος Ουρανός, και το οποίο περιγράφει τις ζωές των μαχητριών του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας στο βουνό, από τη στιγμή της Συμφωνίας της Βάρκιζας μέχρι την υποχώρηση στις Λαϊκές Δημοκρατίες. Επίκεντρο της έρευνας και αυτή τη φορά είναι οι ίδιες οι αφηγήσεις των πρωταγωνιστριών, οι οποίες περιγράφουν την απόφασή τους να βγουν στο βουνό ύστερα από την περίοδο της Λευκής Τρομοκρατίας και να επιλέξουν τον δρόμο της αντίστασης και όχι της ήττας.
Για το νέο ντοκιμαντέρ μπορείτε να ενημερώνεστε από τη σελίδα Καινούργιος Ουρανός – Newborn Sky, στην οποία θα ανεβαίνει σχετικό υλικό.
Ελπίζουμε ότι οι «Παρτιζάνοι» θα είναι μια όμορφη συντροφιά αυτές τις δύσκολες μέρες που διανύουμε. Καλή θέαση! – Ομάδα Συλλογική Μνήμη
Ένα ντοκιμαντέρ για την ΕΑΜική Αντίσταση την περίοδο της Κατοχής στην Αθήνα (’41-’44). 14 αφηγήσεις. 14 ιστορίες. Ένας λαός ενάντια στους Ιταλούς και Γερμανούς κατακτητές και στους ντόπιους συνεργάτες τους. Ένα ντοκιμαντέρ για τη συλλογική μνήμη.
Με αφετηρία τις μαρτυρίες ανθρώπων που έλαβαν μέρος στην Αντίσταση, το ντοκιμαντέρ Οι Παρτιζάνοι των Αθηνών επιχειρεί να ρίξει φως σε γνωστές και άγνωστες ιστορίες του αγώνα τους, όπως αυτές διαδραματίστηκαν μέσα στις συνοικίες της Αθήνας.
Από την περίοδο του λιμού του ’41-’42, τα συσσίτια των λαϊκών επιτροπών και της Εθνικής Αλληλεγγύης, τις μεγαλειώδεις πορείες ενάντια στην επιστράτευση και την κάθοδο των Βουλγάρων, τις μάχες του ΕΛΑΣ και της ΟΠΛΑ στις συνοικίες, την ίδρυση του ΕΑΜ με πρωτοβουλία του ΚΚΕ, τις παράνομες προκηρύξεις και τα συνθήματα της ΕΠΟΝ στους τοίχους μέχρι την απελευθέρωση της Αθήνας οι πρωταγωνιστές συνθέτουν ένα μωσαϊκό εμπειριών, αγώνων και προσδοκιών για το πώς επέλεξαν να συγκρουστούν με την ηττοπάθεια και τη συνεργασία με τον ναζισμό-φασισμό.
Οι προσωπικές ιστορίες «δένουν» με σπάνιο αρχειακό υλικό, πρωτότυπη μουσική των drog_A_tek και πλάνα του σήμερα μέσα από το στρατόπεδο Χαϊδαρίου, το Σκοπευτήριο της Καισαριανής και τις συνοικίες της Αθήνας.
“…στου πολέμου την αντάρα όλοι μας αδελφωμένοι, είμαστε φωτιά που λάμπει μες στη γη τη ρημαγμένη… κι απ’ της νιότης μας την φλόγα θε να λάμψουν όλα γύρω, γιατί έλαχε στη νιότη της ελευθεριάς ο κλήρος.” – (αντιστασιακό τραγούδι της εποχής)
«Ο δάσκαλος που άφηνε τα παιδιά να ονειρεύονται» (le maitre qui laissait les enfants rever) (2006) του Daniel Losset. Το σενάριο της ταινίας στηρίζεται στη ζωή του μεγάλου γάλλου παιδαγωγού και μεταρρυθμιστή της παιδείας Σελεστέν Φρενέ (Celestin Freinet 1896-1966).
Ο Φρενέ ήταν ένας από αυτούς τους ανθρώπους-καθηγητές που άλλαξαν το σχολείο, αλλά κυρίως τον τρόπο σκέψης των μαθητών του. Εισήγαγε την τυπογραφία στο σχολείο, δεν εφήρμοσε ποτέ ως τιμωρία το ξύλο, και δεν προήγαγε ποτέ την στείρα γνώση. Όπως συμβαίνει πάντα με αυτούς τους μοναδικούς ανθρώπους, έγινε και ο ίδιος το »μήλο της έριδος». Γονείς και καθηγητές τον ήθελαν εκτός σχολείου με την δικαιολογία ότι δεν είναι πραγματικός δάσκαλος, την ίδια στιγμή που οι μαθητές του »ερωτεύτηκαν»για πρώτη φορά το σχολείο και την μόρφωση
Η παιδαγωγική μέθοδος του Φρενέ στοχεύει στη δημιουργία ενός άλλου σχολείου όπου κάθε παιδί αντιμετωπίζεται σαν μια ξεχωριστή προσωπικότητα, μπορεί να εκφράζεται ελεύθερα, όπου η παιδεία δεν είναι αποκομμένη από την κοινωνική πραγματικότητα κι ο ρόλος του εκπαιδευτικού συνίσταται κυρίως στο να βοηθήσει τα παιδιά να βρουν μόνα τους το δρόμο της γνώσης. Ο Σελεστέν Φρενέ, πρώτος αυτός, επεδίωξε να εισάγει τις νέες τεχνολογίες της εποχής στην εκπαίδευση: τυπογραφία, ραδιόφωνο,κινηματογράφο. Είναι πιο γνωστός ως ο πρώτος που έβαλε το τυπογραφείο στην τάξη και καθιέρωσε την διασχολική αλληλογραφία. Λιγότερο γνωστό είναι ότι πρώτος αυτός έβαλε τον κινηματογράφο στο σχολείο το 1926! Ήταν φυσικό οι πρωτοποριακές του μέθοδοι να μην είναι αρεστές στο κατεστημένο, γι αυτό κυνηγήθηκε ανελέητα. Πάλεψε μέσα από αντίξοες συνθήκες και στο τέλος υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει τη δημόσια εκπαίδευση για να συνεχίσει πιο ελεύθερος το παιδαγωγικό του έργο. Αλλά πια δεν ήταν μόνος. Στη βάση των ιδεών του δημιουργήθηκε ένα μεγάλο διεθνές παιδαγωγικό κίνημα που είναι ακόμα ζωντανό.
Πρόκειται για μια ταινία που παρακολουθεί στις ταραγμένες δεκαετίες του μεσοπολέμου την δράση αυτού του φωτισμένου παιδαγωγού στην γαλλική επαρχία για ένα ανοικτό στην κοινότητα σχολείο. Ένα δημοκρατικό σχολείο που αφήνει πραγματικά τους μαθητές του να ονειρεύονται, να δημιουργούν με βάσει τις ευαισθησίες τους, να τα τυπώνουν οι ίδιοι όλα αυτά, εμπλουτίζοντας την σχολική βιβλιοθήκη, να λειτουργούν συλλογικά σε άμεση επαφή με τη φύση αλλά και τα επαγγέλματα της μικρής τους πόλης. Την θερμή υποδοχή αλλά και φανατική άρνηση των πειραματισμών αυτού του ελευθεριακού δάσκαλου σε μια περίοδο ανόδου του φασιστικού φαινομένου.
Οι ιδέες του Σελεστέν Φρενέ ακολουθούνται σήμερα από παιδαγωγικές ομάδες σε όλη την Ευρώπη. Για ένα ανεξίθρησκο πολυπολιτισμικό σχολείο, με ουσιαστικό επανακαθορισμό των εθνικών σχολικών γιορτών, την κατάργηση των παρελάσεων, τη σημασία του παιχνιδιού, της ζωγραφικής στους σχολικούς τοίχους, της αισθητικής αγωγής, την κατάργηση της αριθμητικής βαθμολογίας, του σχολείου χωρίς κάγκελα, της σημαντικής δημιουργίας σχολικών κήπων, της αντίθεσης με τα σχολεία μαμούθ και τόσα ακόμη που ο χρόνος δεν άφησε να ξεδιπλωθούν. Και τα οποία αξίζει να αφουγκρασθεί θετικά η νέα ηγεσία του Υπουργείου για ένα δημόσιο δημοκρατικό σχολείο ανοικτό στην κοινωνία και τις αντιφάσεις της.
Επειδή η αλλαγή στο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα αποτελεί αναγκαίο όρο για τον κοινωνικό μετασχηματισμό της κοινωνίας.
Η ταινία: Η παιδική ηλικία του ’20 και του ’30, οι νέες μορφές παιδαγωγικής του δασκάλου Celestin Freinet σε συνεργασία με τη σύντροφό του Elise, η σύγκρουση με τον φασισμό, ο εκφασισμός της κοινωνίας μέσα από την αυθεντία της οικογένειας, οι σχέσεις του σχολείου με την κοινότητα και ο τρόπος που η πολιτική μπαίνει μέσα στο σχολείο, είναι μερικές από τις βασικές ιδέες που γίνονται αντικείμενο διαπραγμάτευσης σ’ αυτή την ταινία.
Ένα φιλμ γαλλικής παραγωγής για την δημόσια τηλεόραση της Γαλλίας, το οποίο αφηγείται τα παιδιά, τον δάσκαλο με τη φίλη του και την κοινότητα, μέσα σ’ ένα πολιτικό κλίμα ασφυκτικό, λόγω της ανόδου του φασισμού
Dušan Makavejev 13 Οκτωβρίου 1932 - 25 Ιανουαρίου 2019
«Έφυγε» ο Ντούσαν Μακαβέγιεφ, ένας από τους πραγματικά αληθινούς αναρχικούς του σύγχρονου κινηματογράφου, ο πιο σημαντικός ίσως σκηνοθέτης του νέου γιουγκοσλάβικου κινηματογράφου, πριν τον Εμίρ Κουστουρίτσα.
Γεννημένος στο Βελιγράδι το 1932 ο Ντούσαν Μακαβέγιεφ βίωσε την γερμανική κατοχή και αγάπησε από νωρίς το σινεμά κάνοντας την πρώτη του μικρού μήκους ταινία όσο σπούδαζε ακόμη ψυχολογία. Η ανατρεπτική του διάθεση απέναντι στο σινεμά την πολιτική και την σεξουαλικότητα έγινε σαφής από πολύ νωρίς όταν σε μια από τις πρώτες μικρού μήκους ταινίες του, το «Μην Πιστεύεις σε Μνημεία» του 1958, οι λογοκριτές βρήκαν μια σκηνή αποπλάνησης ανάμεσα σε μια γυναίκα κι ένα άγαλμα τόσο ερωτική που απαγόρευσαν ολοκληρωτικά την προβολή της ταινίας.
Η πολιτική, ο μαρξισμός, η σεξουαλικότητα, ο φροϋδισμός και γενικότερα η ανθρώπινη συμπεριφορά, αλλά και οι θεωρίες του Βίλχελμ Ράιχ (όπως τις ανέπτυξε ιδιαίτερα στην αριστουργηματική ταινία του «Τα μυστήρια του οργανισμού»), είναι θέματα που επανεμφανίζονται στις ταινίες του, με ένα στιλ που αναμιγνύει με δεξιοτεχνία και φαντασία το μαύρο χιούμορ με το σαρκασμό.
Οι ιδεολογικές του τοποθετήσεις θα τον αναγκάσουν πρόωρα να εγκαταλείψει την πατρίδα του και ν’ αναζητήσει αλλού την υποστήριξη για να γυρίσει τις υπόλοιπες (λιγοστές δυστυχώς) ταινίες του: «Σουίτ Μούβι» (1974), μια το ίδιο "τολμηρή" με «Τα μυστήρια του οργανισμού» ταινία, με υπόκρουση τη θαυμάσια μουσική του Μάνου Χατζιδάκι.
Χρησιμοποιώντας τον τρόπο του «κολάζ»,ο Μακαβέγιεφ παρατάσσει σκηνές στις ταινίες του, που επιφανειακά φαίνονται ασύνδετες και άσχετες αλλά που τελικά αποδεικνύεται να έχουν μια βαθύτερη και πραγματικά συγκλονιστική σχέση, με τον τρόπο που το επιδίωκαν οι σουρεαλιστές.
Με μια αληθινά μπρεχτική μέθοδο, ο Μακαβέγιεφ αναλύει και παρουσιάζει στον θεατή, για να κρίνει μόνος του, το καθένα από τα θέματά του, χρησιμοποιώντας αυτή τη μέθοδο του κολάζ, μέθοδο που δεν περιορίζεται μόνο στην εικόνα, αλλά επεκτείνεται και στην ηχητική πλευρά, ιδιαίτερα στη χρησιμοποίηση της μουσικής.
Την επόμενη, προτελευταία του ταινία του, την πολιτική φάρσα «Μανιφέστο» (1988) ο Μακαβέγιεβ θα γυρίσει στη Γιουγκοσλαβία, ενώ την τελευταία του ταινία, «Ο γορίλας κάνει μπάνιο το μεσημέρι» (1993), πολιτική σάτιρα, γύρω από τις περιπέτειες ενός Ρώσου στρατιώτη στο Βερολίνο, ο σκηνοθέτης στράφηκε στη Γερμανία. Ενδιάμεσα, και για ένα μεγάλο διάστημα, θα διδάσκει σκηνοθεσία σε αμερικανικά πανεπιστήμια.
Βία, βασανισμοί με πρωταγωνιστές τους γνωστούς-αγνώστους, της ΕΛ.ΑΣ. Ιστορίες «μεμονωμένης» αστυνομικής αυθαιρεσίας και λοιπών… παρεξηγήσεων.
Ένοχοι χωρίς τιμωρία!
ΜΕΜΟΝΩΜΕΝΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΛΟΙΠΕΣ ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΕΙΣ...
Στις 30 Απριλίου 1976 ο Σιδερής Ισιδωρόπουλος, 16 ετών, μαθητής και μέλος της αριστερής οργάνωσης «Κ.Ο. Μαχητής», κόλλαγε αφίσες στην πλατεία Κοτζιά για τον εορτασμό της Πρωτομαγιάς, όταν κατέφθασαν τα αστυνομικά όργανα για συλλήψεις. Στην προσπάθειά του να ξεφύγει, παρασύρθηκε από διερχόμενο αυτοκίνητο στην Πειραιώς. Η κηδεία του μετατράπηκε σε μαχητική διαδήλωση με κεντρικό σύνθημα «Κάτω η Νέα Τρομοκρατία».
Στις 25 Μαΐου 1976 κατά τη διάρκεια πανεργατικού συλλαλητηρίου ενάντια στον «αντισυνδικαλιστικό νόμο 330» μια «αύρα» (θωρακισμένο αυτοκίνητο καταστολής διαδηλώσεων) της Αστυνομίας, ενώ καταδίωκε διαδηλωτές, σκότωσε μια μικροπωλήτρια, την 67χρονη Αναστασία Τσιβίκα.
Στις 20 Οκτωβρίου 1977 ο Χρήστος Κασσίμης σκοτώθηκε έξω από το εργοστάσιο της AEG, όπου σκόπευε να τοποθετήσει εμπρηστικές βόμβες. Οι αστυνομικοί ακινητοποίησαν τον Κασσίμη, που κατάφερε όμως να ξεφύγει όταν οι σύντροφοί του έτρεξαν να δουν τι συμβαίνει. Στο κυνηγητό που ακολούθησε, ο Κασσίμης δέχτηκε πυροβολισμούς και έπεσε νεκρός. Στη δίκη που ακολούθησε οι αστυνομικοί Πλέσσας και Στεργίου που τον καταδίωκαν απαλλάχθηκαν.
Στις 11 Ιουλίου 1978 ο Βασίλης Τσιρώνης, γιατρός, βρήκε τον θάνατο κατά τη διάρκεια νυχτερινής εισβολής των, νεοσύστατων τότε, Μονάδων Εθνικής Ασφάλειας στο σπίτι του. Ο Τσιρώνης είχε νωρίτερα κηρύξει το διαμέρισμά του «ελεύθερο και ανεξάρτητο κράτος» και κάθε ημέρα έβγαινε στο μπαλκόνι του και διάβαζε με έναν φορητό τηλεβόα στο συγκεντρωμένο πλήθος τα «πολεμικά ανακοινωθέντα» του ενάντια στο «κράτος των μαύρων» (εννοώντας των φασιστών). Ο Τσιρώνης έπεσε νεκρός μέσα στο διαμέρισμά του, κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες. Είχε προηγηθεί πολυήμερη καμπάνια της εφημερίδας «Το Βήμα» για την εξουδετέρωσή του και τον τερματισμό της «ατμόσφαιρας ανυπαρξίας του κράτους» που δημιουργούσε η θορυβώδης παρουσία του στη μέση του Π. Φαλήρου.
Στις 28 Οκτωβρίου 1980 ο Τάσος Μαγλαρίδης συμμετείχε σε συγκέντρωση αντιστασιακών στη Θεσσαλονίκη. Όταν οι διαδηλωτές επιχείρησαν να παρελάσουν στη Νεάπολη, δέχτηκαν επίθεση της αστυνομίας. Ο 76χρονος, χτυπημένος άσχημα, μεταφέρθηκε στο ΑΧΕΠΑ για να υποκύψει στα τραύματά του ένα μήνα μετά, στις 30/11.
Στις 16 Νοεμβρίου 1980 δολοφονούνται από αστυνομικούς των ΜΑΤ κατά τη διάρκεια της πορείας για την επέτειο του Πολυτεχνείου η 21χρονη εργάτρια Σταματίνα Κανελλοπούλου και ο 26χρονος φοιτητής της Νομικής Ιάκωβος Κουμής. Απομονώνουν την πρώτη στη βιτρίνα στη γωνία Βουκουρεστίου και Πανεπιστημίου και την χτυπούν με κλομπ. Με κλομπ σύνθλιψαν το κρανίο του Κουμή. Η κυβέρνηση περιορίστηκε να εκφράσει την οργή της για τις «οργανωμένες ομάδες αναρχικών και εξτρεμιστικών στοιχείων» που «αμαύρωσαν τη μεγάλη λαϊκή επέτειο και προκάλεσαν βάναυσα τα δημοκρατικά και ειρηνικά αισθήματα του συνόλου του ελληνικού λαού», διευκρινίζοντας απλώς ότι «για τις συνθήκες υπό τις οποίες σημειώθηκε ο θάνατος νεαρής εργάτριας διετάχθησαν διοικητικές ανακρίσεις». Εξίσου διακριτικός απέναντι στην αστυνομική βία υπήρξε ο Ανδρέας Παπανδρέου, ενώ το σύνολο των ΜΜΕ έσπευσε να ρίξει την ευθύνη της σφαγής στους (μη κατονομαζόμενους) «2.000 προβοκάτορες».
Στις 15 Μαΐου 1985 σε τυχαίο αστυνομικό έλεγχο ο Χρήστος Τσουτσουβής δεν υπάκουσε, τράβηξε όπλο, σκότωσε τρεις αστυνομικούς αλλά σκοτώθηκε κι ο ίδιος! (ένα μεμονωμένο περιστατικό που οι αρχές προτίμησαν να διαρρεύσουν πως ο Τσουτσουβής δεν ήταν μόνος του και ο σύντροφός του τον αποτελείωσε όταν είδε πως είχε τραυματιστεί)
Στις 15 Αυγούστου 1985 ο αστυνομικός Νίκος Σταθόπουλος πυροβολεί και σκοτώνει την Αμερικανίδα Κάθριν Τζον Μπουλ, 22 χρόνων, μετά την άρνηση της τελευταίας να γίνει έλεγχος στο αυτοκίνητό της.
Στις 17 Νοεμβρίου 1985 ο 15χρονος Μιχάλης Καλτεζάς λίγες ώρες μετά την πορεία για την επέτειο του Πολυτεχνείου πέφτει νεκρός στη Στουρνάρη από σφαίρα στο πίσω μέρος της κεφαλής του από τον αστυνομικό Αθ. Μελίστα. Ήταν το αποκορύφωμα ενός χρόνου βίαιων «επιχειρήσεων αρετής». Οι παραιτήσεις των προϊσταμένων του Υπουργείου Δημ. Τάξεως Τσούρα και Κουτσόγιωργα δεν έγιναν δεκτές, τα ΜΑΤ εισέβαλαν στο Χημείο συλλαμβάνοντας 37 νέους και το κέντρο της Αθήνας έζησε άγριες ώρες - με χιλιάδες αγανακτισμένους διαδηλωτές, κατάληψη του ΕΜΠ και κοινό αγώνα «αγανακτισμένων πολιτών» της ΠΑΣΚΕ με φασιστικές ομάδες κατά της «αναρχίας». Καταδικασμένος πρωτόδικα σε δυόμισι χρόνια φυλάκιση (με ανασταλτικό χαρακτήρα), ο Μελίστας θα αθωωθεί στις 25/1/1990 από το Εφετείο.
Στις 9 Φεβρουαρίου 1986 ο 17χρονος Μανώλης Κανδανολέων που επέβαινε σε κλεμμένο αυτοκίνητο, πυροβολήθηκε στο κεφάλι από τρεις αστυνομικούς. Τα ονόματα των δραστών δεν έγιναν ποτέ γνωστά και δεν επακολούθησε δίκη.
Στις 3 Σεπτεμβρίου 1986 ο Αγγελος Μαυροειδής, 60 ετών, εργάτης της ΕΔΟΚ-ΕΤΕΡ, πραγματο-ποιούσε μαζί με 650 συναδέλφους του καθιστική διαμαρτυρία έξω από το υπουργείο Βιομηχανίας, ύστερα από άρνηση της τότε υφυπουργού Βάσως Παπανδρέου να τους δεχτεί για το θέμα της μη καταβολής δεδουλευμένων τους. Αστυνομικοί τούς απώθησαν βίαια, με αποτέλεσμα το σοβαρό τραυματισμό του. Πέθανε από μετατραυματική επιπλοκή στο ΚΑΤ λίγες μέρες μετά, στις 12/9.
Στις 4 Ιανουαρίου 1987 ο αστυνομικός της Ασφάλειας Παντελής Χατζής σκότωσε, ύστερα από λογομαχία, τον 19χρονο Λουκά Γράψα.
Την 1η Οκτωβρίου 1987 ο κυνηγημένος Μιχάλης Πρέκας βγήκε ένοπλος και ακάλυπτος σε μπαλκόνι στην Καλογρέζα και πυροβόλησε στον αέρα. Το όπλο του ήταν στραμμένο προς τα πάνω συνεχώς. Δέχτηκε καταιγισμό πυρών και έπεσε αιμόφυρτος. Ο ένας από τους δύο μπάτσους των ΕΚΑΜ, που δολοφόνησαν τον Πρέκα, Νικόλαος Αργύρης, μετατέθηκε αργότερα στη φρουρά του Μητσοτάκη και συνελήφθη για εμπόριο όπλων. Σήμεραεικάζεταιπωςδουλεύει σαν σύμβουλος του δημάρχου Αγ. Βαρβάρας.
Στις 14 Ιουνίου 1988 ο αστυνομικός Θωμάς Μακρής δολοφονεί με το περίστροφό του τον Νίκο Παπαγγελάκη μέσα σε ουζερί, ύστερα από μεταξύ τους παρεξήγηση.
Στις 5 Νοεμβρίου του 1989, κοντά στο αεροδρόμιο της Αλεξανδρούπολης, πυροβολήθηκαν από άγνωστο, ο αστυνομικός Βασίλης Τσαλταμπασίδης, 43 χρόνων και η γυναίκα του Μαρία, 36 χρόνων. Tο έγκλημα αποδόθηκε στο «δράκο της Θράκης» και η υπόθεση μπήκε στο αρχείο. Όμως αργότερα άνδρες της Αστυνομίας Καβάλας κατηγορήθηκαν πως έκλεψαν το κυνηγετικό όπλο και με αυτό σκότωσαν τον αστυνομικό και τη γυναίκα του στον Έβρο. Οι συγγενείς του θύματος είχαν εκφράσει υπόνοιες ότι τον δολοφόνησαν έμποροι ναρκωτικών και όχι ο «δράκος». Ο φερόμενος ως «δράκος» κατήγγειλε τον πρώην αστυνομικό διευθυντή Καβάλας, Νίκο Καραολάνη, που έχει πλέον αποταχθεί από το σώμα λόγω της εμπλοκής σε ροζ μπαλέτα.
Στις 8 Μαρτίου 1990 ο αστυφύλακας Γρηγόρης Σπυράκος πυροβόλησε και σκότωσε τον 15χρονο μαθητή Δημήτρη Κίκερη στην Πρέβεζα. Το θύμα ήταν παγιδευμένο στην τουαλέτα «βιντεάδικου», που λίγο πριν είχε επιχειρήσει να διαρρήξει.
Στις 10 Ιανουαρίου 1991 έγινε η μαζικότερη σφαγή πολιτών από τις δυνάμεις καταστολής. Την επαύριο της δολοφονίας του καθηγητή Τεμπονέρα, μικροεπεισόδια στις παρυφές διαδήλωσης 100.000 ατόμων στην Αθήνα κατέληξαν σε πολύωρες συγκρούσεις χιλιάδων νέων με τα ΜΑΤ. Ένα από τα 4.000 δακρυγόνα που επισήμως ρίχτηκαν κατά των διαδηλωτών προκάλεσε πυρκαγιά στο βιβλιοχαρτοπωλείο Λίβα και στο κτίριο του «Κ. Μαρούση». Νεκροί από ασφυξία ανασύρθηκαν ο 32χρονος επιχειρηματίας Περικλής Ρεπάκης, ο 57χρονος δικηγόρος Μανόλης Κοντόπουλος, ο 59χρονος χρυσοχόος Ιωάννης Νεμετζίδης κι ένα -αγνώστων στοιχείων- νεαρό άτομο. Παρά την ύπαρξη πλήθους επώνυμων μαρτύρων για τα αίτια της πυρκαγιάς, η υπηρεσιακή ΕΔΕ έκλεισε την υπόθεση κάνοντας λόγο για «εμπρησμό του κτιρίου από αναρχικούς». Αργότερα, σύμφωνα με το βούλευμα του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών (3418/1997), η πυρκαγιά χαρακτηρίστηκε βομβιστική ενέργεια και αποδόθηκε είτε σε ρίψη βόμβας μολότοφ από τους αναρχικούς είτε σε ρίψη δακρυγόνων με ειδικά τουφέκια από τους αστυνομικούς.
Στις 21 Ιανουαρίου 1991 ο 25χρονος Τούρκος πρόσφυγας Σουλεϊμάν Ακιάρ συλλαμβάνεται στην Αθήνα με την κατηγορία της διακίνησης ναρκωτικών. Σακατεμένος από τα βασανιστήρια, μεταφέρθηκε στο ΚΑΤ όπου ξεψύχησε στις 29 Ιανουαρίου. Τον άγριο βασανισμό του θύματος από τους αστυνομικούς της Δίωξης Ναρκωτικών επιβεβαίωσε ο ιατροδικαστής Μπεναρδής, ωστόσο η μήνυση που έγινε μπήκε στο αρχείο.
Στις 16 Μαΐου 1992 ο αστυφύλακας Σεραφείμ Σταθογιάννης πυροβόλησε και σκότωσε τον 41χρονο Νικόλαο Σιακαπέτη, ιδιοκτήτη μπαρ, ύστερα από συμπλοκή.
Στις 13 Απριλίου 1993 ο αρχιφύλακας Ηλίας Σταματόπουλος σκότωσε εν ψυχρώ τον 25άχρονο σερβιτόρο Γιάννη Τζίτζη σε μπαρ στον Πόρο και τραυμάτισε βαριά τον 40χρονο σερβιτόρο Τάσο Σωτηράκη.
Στις 12 Σεπτεμβρίου 1993 νεαρός Αλβανός στη Βέροια, ο οποίος σύμφωνα με καταγγελία προσπαθούσε να διαρρήξει δυο αυτοκίνητα, έπεσε νεκρός από σφαίρα του ανθυπαστυνόμου Αντώνη Δελλά. Σύμφωνα με ανακοίνωση της Αστυνομίας, ο Δελλάς πυροβόλησε ενώ βρισκόταν σε άμυνα.
Στις 7 Οκτωβρίου 1993 στην Πύλο αστυνομικοί θεωρούν ότι δυο πολίτες κινούνται ύποπτα, τους κάνουν σήμα, εκείνοι δεν σταματούν και ο αστυφύλακας Γ. Καράμπελας ξαφνικά... παραπατά κι όπως υποστηρίζει, άθελά του, τραβά τη σκανδάλη. Η σφαίρα καταλήγει στο κρανίο του 33χρονου Αναστ. Κωσταράκη που μένει στον τόπο.
Στις 22 Νοεμβρίου 1993 ο 26χρονος Δημήτρης Ε. Γλυκογιάννης δέχτηκε μια σφαίρα στην κοιλιά από πυροβολισμό που του έριξε ο αστυφύλακας Λυκογιάννης στη Νέα Χαλκηδόνα. Ο νεαρός -κατάδικος για φόνο σε πολυετή κάθειρξη- είχε δραπετεύσει τον Ιανουάριο του ίδιου έτους και έκτοτε η Αστυνομία τον αναζητούσε. Εκείνο το βράδυ, αστυνομικοί του τμήματος Σεπολίων προσπάθησαν να τον παγιδεύσουν. Ο Γλυκογιάννης προσπάθησε να διαφύγει με αυτοκίνητο, κάνοντας ταυτόχρονα μια «ύποπτη κίνηση». Ο αστυφύλακας Λυκογιάννης εξέλαβε την κίνηση του διωκόμενου ως προσπάθεια να τραβήξει πιστόλι και πυροβόλησε, πετυχαίνοντας τον κατάδικο στην κοιλιά. Ο Γλυκογιάννης επέζησε. Αργότερα αποδείχτηκε ότι δεν οπλοφορούσε.
Στις 10 Ιανουαρίου 1994 ο αστυνομικός Ευάγγελος Λαγογιάννης σκοτώνει με 4 σφαίρες πισώπλατα τον 28χρονο μουσικό Θοδωρή Γιάκα, επειδή αρνήθηκε να σταματήσει σε εξακρίβωση στοιχείων και τράπηκε σε φυγή. Ο 28χρονος νέος έκανε τη νυχτερινή βόλτα του στην ερημιά του Μοσχάτου, όταν βρέθηκε ξαφνικά μπροστά σε εποχούμενους οπλοφόρους με πολιτικά που ζήτησαν τα στοιχεία του. Τρομοκρατημένος το έβαλε στα πόδια για να δεχτεί πισώπλατα τέσσερις σφαίρες από τον αρχιφύλακα Ευάγγελο Λαγογιάννη. Αντιμέτωπη με το γεγονός ότι ο αδικοσκοτωμένος δε βαρυνόταν με το παραμικρό αδίκημα, η ηγεσία της αστυνομίας φρόντισε να διαρρεύσει ότι το θύμα «είχε ψυχολογικά προβλήματα»...
Στις 20 Φεβρουαρίου 1994 στο χωριό Δαλαμανάρα Αργους, αστυνομικός πυροβόλησε και σκότωσε Αλβανό λαθρομετανάστη στη διάρκεια συμπλοκής σε πορτοκαλεώνα. Πλήρωμα περιπολικού ερευνούσε για λαθρομετανάστες στην περιοχή, όταν είδε δύο από αυτούς να τρέχουν. Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Αστυνομίας, ο ένας από τους Αλβανούς γύρισε πίσω, έβγαλε ένα μαχαίρι και όρμησε πάνω τους. Ο αστυνομικός Αντώνης Μεζίνης τράβηξε το υπηρεσιακό του πιστόλι και πυροβόλησε μία φορά στο κεφάλι τον Αλβανό, που έπεσε νεκρός.
Στις 25 Φεβρουαρίου 1995 ομάδα αστυνομικών του αποσπάσματος Ψαράδων Φλώρινας είχε στήσει ενέδρα σε Αλβανούς λαθρομετανάστες. Κατά τη διάρκεια του ελέγχου σε 18 λαθρομετανάστες, ο 18χρονος Αλμπερτ Κούκα έβγαλε -σύμφωνα με ανακοίνωση της αστυνομίας- μαχαίρι. Τότε ο Σωκράτης Παπαδόπουλος, μέλος του αποσπάσματος, προσπάθησε να τον αφοπλίσει. Το περίστροφο του αστυνομικού, όπως αναφέρουν οι καταθέσεις των συναδέλφων του, εκπυρσοκρότησε με αποτέλεσμα ο 18χρονος να τραυματιστεί θανάσιμα στο πρόσωπο.
Στις 14 Ιανουαρίου 1996 ο 40χρονος μουσουλμάνος Λουτφή Οσμαντζέ από την Ξάνθη συνελήφθη μεθυσμένος στο Βύρωνα και μεταφέρθηκε στο τοπικό αστυνομικό τμήμα. Μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο το πρωί με εμετούς και πόνους στο στομάχι, δεν νοσηλεύτηκε, ο εισαγγελέας κατόπιν διατάσσει την κράτησή του και το επόμενο βράδυ τον ανακαλύπτουν νεκρό. Ο ιατροδικαστής Μ. Νόνας διαπίστωσε ότι ο θάνατός του προήλθε από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου κατά τη διάρκεια ξυλοδαρμού του και η έκθεση αυτοψίας πως έφερε ίχνη ξυλοδαρμού στο κεφάλι και το πρόσωπο.
Στις 20 Ιανουαρίου 1996 σε αστυνομική επιχείρηση-σκούπα κατά Αλβανών στη Σκάλα Ωρωπού, ο αστυνομικός Διονύσης Καρακαϊδός σκοτώνει έναν Αλβανό μετανάστη. Το όπλο του αστυνομικού «εκπυρσοκροτεί» κατά τη διάρκεια της καταδίωξης του υπόπτου.
Τον Φεβρουάριο 1996, θάνατος άγνωστης μετανάστριας από σφαίρα αστυνομικού.
Τον Φεβρουάριο 1996πάνοπλοι αστυνομικοί πραγματοποιούν έφοδο σε καταυλισμό Τσιγγάνων στον Ασπρόπυργο με δηλωμένο σκοπό την ανεύρεση πέντε ανδρών καταζητούμενων για ποινικά αδικήματα. Άνδρες των ειδικών δυνάμεων έσκισαν σκηνές, απείλησαν με πιστόλια, έβρισαν και χτύπησαν Τσιγγάνους που τους είχαν βάλει να πέσουν μπρούμυτα.
Στις 27 Μαρτίου 1996 ο 37χρονος αστυφύλακας Κ. Παπαδόπουλος πυροβόλησε την 30χρονη φίλη του και μετά αυτοκτόνησε. Είχε προηγηθεί ρεπορτάζ του 30φυλλόπουλου στον Σκάι (14/3/96), όπου παρουσιάστηκε η γυναίκα αυτή και κατηγόρησε τους υπεύθυνους του κέντρου «Μητέρα» ότι ήθελαν να της πάρουν τα παιδιά, ενώ κάποια στιγμή αναφέρθηκε και στον δεσμό της με τον αστυφύλακα.
Στις 3 Απριλίου 1996 δυο αστυνομικοί, εκτελώντας υπηρεσία, ενεπλάκησαν σε σοβαρό επεισόδιο, στη Μαγουλέζα - Αττικής, κατά τη διάρκεια του οποίου έγινε χρήση του όπλου από τον έναν, που είχε ως συνέπεια το θανάσιμο τραυματισμό ενός ιδιώτη.
Στις 6 Απριλίου 1996 ο 25χρονος Αποστόλης Κεραμιδάς δολοφονείται από τον αστυνόμο Σάββα Αγαπίου στη Νίκαια σε καταδίωξη από περιπολικό της Άμεσης Δράσης.
Στις 14 Ιουνίου 1996 ο αγροφύλακας Αθ. Μάτος σκοτώνει τον 20χρονο Φαντίλ Ναμπούζι με σφαίρα στο στήθος, στην προσπάθειά του να κλέψει δύο καρπούζια.
Στις 5 Ιουνίου 1996 ο αστυφύλακας Ηρακλής Νικολακόπουλος σκοτώνει τον Γιώργο Φραγκογιάννη και τραυμάτισε τον Θεμιστοκλή Καλαποθαράκο, 33 χρόνων, σε νυχτερινό κέντρο του Π. Φαλήρου.
Στις 23 Ιουνίου 1996 δολοφονείται ο 29χρονος αναρχικός Χριστόφορος Μαρίνος από τις ειδικές δυνάμεις στην καμπίνα 53 του πλοίου «Πήγασος».
Στις 26 Ιουνίου 1996 αστυφύλακας στα Γιάννενα σκότωσε τη γυναίκα του και αυτοκτόνησε.
Στις 21 Οκτωβρίου 1996 δολοφονείται από ασφαλίτες έξω από το νοσοκομείο «Υγεία» ο καταζητούμενος Παύλος Κερεμίδης.
Τον Οκτώβριο 1996, στη Λιβαδειά, αστυνομικός πυροβολεί στο ψαχνό 20 αλβανούς τραυματίζοντας 7, από τους οποίους ο ένας θα υποκύψει αργότερα στα τραύματά του.
Τον Οκτώβριο 1996δύο Ιρανοί πρόσφυγες που ζουν στη Γερμανία, ο Μοχάμεντ Φαρχάντ Αμίν και ένας φίλος του, καταγγέλλουν ότι κακοποιήθηκαν από εφτά αστυνομικούς σε άλσος στο Νέο Κόσμο και ότι ο ξυλοδαρμός τους συνεχίστηκε κατά τη σύλληψη και προσαγωγή τους στο Αστυνομικό Τμήμα Νέας Σμύρνης.
Στις 3 Νοεμβρίου 1996 ο Στέφανος Σαπουνάς πυροβολήθηκε και υπέστη κρίσιμο τραυματισμό από τον Αθανάσιο Ζιώγα, αστυνομικό, όταν δεν σταμάτησε το αυτοκίνητό του σε αστυνομικό μπλόκο στα Άνω Λιόσια. Η σφαίρα πέρασε από το πίσω παράθυρο του αυτοκινήτου και έπληξε τον Στέφανο Σαπουνά στον αυχένα, αφήνοντάς τον ακαριαία παράλυτο. Ο Αθανάσιος Ζιώγας και ο συνάδελφός του εγκατέλειψαν τη σκηνή και δεν ανέφεραν το συμβάν. Ο Στέφανος Σαπουνάς μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, όπου οι γιατροί ενημέρωσαν τις αστυνομικές αρχές. Ο Αθανάσιος Ζιώγας εμφανίστηκε και ανέφερε το συμβάν μόνο αφού πέρασαν δύο ημέρες και αφού διατάχθηκε ΕΔΕ και ζητήθηκε από τους αστυνομικούς της ευρύτερης περιοχής να παραδώσουν τα όπλα τους για βαλλιστική εξέταση. Φαίνεται επίσης ότι, παρ' όλο που οι αρχές γνώριζαν την ταυτότητα του Στέφανου Σαπουνά ήδη αργά τη νύχτα της 3ης Νοεμβρίου, δεν ειδοποίησαν αμέσως την οικογένειά του, η οποία έλαβε ένα τηλεφώνημα από το νοσοκομείο μετά από τρεις ημέρες, μόλις στις 6 Νοεμβρίου. Ο Στέφανος Σαπουνάς υπέκυψε στα τραύματά του περίπου πέντε μήνες αργότερα, τον Απρίλιο του 1997.
Στις 8 Νοεμβρίου 1996 σε μπλόκο των αστυνομικών στην εθνική οδό Θεσσαλονίκης-Αθηνών, στο ύψος του κόμβου Κατερίνης, έπεσε νεκρός ο 24χρονος Αλβανός Γιάννης Νόκα, από την Επισκοπή της Αλβανίας από «εκπυρσοκρότηση όπλου» του αστυνομικού Δημήτρη Συρόπουλου, 38 ετών.
Στις 20 Νοεμβρίου 1996 σε μπλόκο της Αστυνομίας έξω από τη Λιβαδειά, ο αστυνόμος της τροχαίας Δημήτρης Τρίμης πυροβόλησε σχεδόν εξ επαφής με αυτόματο Μ5 και σκότωσε τον 45χρονο Τσιγγάνο μικροπωλητή Τάσο Μουράτη που βρισκόταν ακινητοποιημένος στο έδαφος, μπροστά στα μάτια ενός από τα τρία παιδιά του. Ο Τρίμης, μολονότι του αποδίδεται κατηγορία για ανθρωποκτονία από πρόθεση, αφήνεται ελεύθερος καθότι «έχασε την ισορροπία του και τον έλεγχο του όπλου, με αποτέλεσμα αυτό να εκπυρσοκροτήσει».
Στις 8 Φεβρουαρίου 1997 ο 19χρονος Εριόν χάνει τη ζωή του όταν «εξοστρακίστηκε» η σφαίρα από το όπλο του Μιλτιάδη Ανδρεόπουλου, των μεταβατικών αποσπασμάτων της αστυνομίας. Ο θύτης κρίθηκε αθώος τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους από το μικτό ορκωτό δικαστήριο Κοζάνης.
Στις 15 Απριλίου 1997 ο αστυνόμος Στέργιος Ταγάρας δολοφονεί δύο Αλβανούς στην Καστοριά.
Στις 20 Μαΐου 1997 ο Δημ. Tζαβέλας, με υπηρεσία σε ΜΑΤ και ΕΚΑΜ, βρισκόταν στην αστυνομική φρουρά του ελληνικού προξενείου, στο Αργυρόκαστρο και έδειχνε ένα κόλπο στον υπαστυνόμο Νικ. Μαρκάκη, 33 χρόνων, με το αυτόματο MP-5. «Kάτι πήγε στραβά και έφυγε η σφαίρα». Στην απολογία του στον ανακριτή ισχυρίστηκε πως πίστευε ότι το όπλο που κρατούσε δεν είχε σφαίρες.
Στις 25 Μαΐου 1997 ο 28χρονος Φίλιππος Παπαδόπουλος, πρώην υπαξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού, «γαζώνεται» κυριολεκτικά από τις σφαίρες των λιμενοφυλάκων που τον καταδιώκουν γιατί πήρε για βόλτα ένα εγκαταλελειμμένο σκάφος.
Στις 23 Ιουλίου 1997 ο 33χρονος Γεώργιος Καννελόπουλος, ιδιοκτήτης καφετέριας στον Πύργο, πατέρας δύο παιδιών, αυτοκτόνησε. Στο ιδιόχειρο σημείωμα που άφησε αναφέρει «Tα οργανωμένα κυκλώματα τοκογλυφίας, αλλά και οι αστυνομικοί που με εκβίαζαν απαιτώντας χρήματα για να μου παρέχουν προστασία, με οδήγησαν στον τάφο».
Στις 3 Αυγούστου 1997 στον Πειραιά ο ανθυπαστυνόμος Δημήτρης Τσαγκράκος πυροβόλησε στο κεφάλι και σκότωσε τον 26χρονο Ηλία Μέξη έξω από το τμήμα Μεταγωγών επειδή παραβίασε μονόδρομο. Εκ των υστέρων ο αστυνομικός κατέθεσε ότι το φορτηγάκι δεν σταμάτησε, ότι μπερδεύτηκε και πυροβόλησε γιατί φοβήθηκε για τη ζωή του. Αργότερα είπε ότι δεν πυροβόλησε, αλλά το όπλο του εκπυρσοκρότησε κατά λάθος.
Στις 10 Οκτωβρίου 1997 διερχόμενος αστυνομικός, Γιώργος Σπανούδης, πυροβόλησε με το ιδιωτικό του πιστόλι, ένα Kολτ 45άρι, και σκότωσε Αλβανό κρατούμενο - που επιχείρησε να αποδράσει - στη διάρκεια συμπλοκής ανάμεσα σε αστυνομικούς και μετανάστες χωρίς χαρτιά, που σημειώθηκε στο σιδηροδρομικό σταθμό Θεσσαλονίκης. Ο ίδιος δήλωσε πως «πυροβόλησε μία φορά στον αέρα, για εκφοβισμό αλλά ο κρατούμενος δεν σταμάτησε, συνέχισε να τον κυνηγά και μόλις τον έφτασε, όρμησε πάνω του. Εκείνος προσπάθησε να διαφύγει σέρνοντας τον, γαντζώθηκε πάνω του, κρατώντας το όπλο του στο χέρι. Έχασε όμως την ισορροπία του και έπεσε στο έδαφος και συνεπλάκησαν, με αποτέλεσμα το όπλο να εκπυρσοκροτήσει». Ο αστυνομικός αφέθηκε ελεύθερος.
Στις 5 Φεβρουαρίου 1998 γίνεται απόπειρα δολοφονίας του συνταξιούχου αστυνομικού Γρηγόριου Ρίζου, που δέχθηκε οκτώ σφαίρες έξω από το σπίτι του, στη Θεσσαλονίκη. Το θύμα κατήγγειλε ως δράστη τον επίσης συνταξιούχο αστυνομικό Ανέστη Κελεσίδη, που διατηρεί επιχείρηση στο Κιλκίς και από τον οποίο είχε δανειστεί το 1995 οκτώ εκατομμύρια δρχ.
Στις 26 Ιανουαρίου 1998, ο 17χρονος, Ι. Καραγιαννόπουλος συλλαμβάνεται στο σπίτι του στις Σέρρες μετά από «ντου» αστυνομικών για αναζήτηση ναρκωτικών. Λίγη ώρα μετά βρίσκεται με μια σφαίρα στο κεφάλι. Νοσηλεύεται επί μήνες και καταλήγει με μόνιμη ανικανότητα για εργασία. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι πυροβολήθηκε στο περιπολικό κατά τη διάρκεια... ανάκρισης. Η αστυνομία αντέτεινε ότι επιχείρησε να διαφύγει και απέσπασε το όπλο του αστυνομικού, το οποίο στη συμπλοκή... εκπυρσοκρότησε.
Στις 21 Μαρτίου 1998, ο 33χρονος Κώστας Βλαστός πέφτει νεκρός από σφαίρες αστυνομικών στην Καλλιθέα. Ο αρχιφύλακας Σπ. Κοψαύτης, ένας από τους δύο αστυνομικούς της Άμεσης Δράσης που σταμάτησαν τη βέσπα που οδηγούσε για τροχαία παράβαση περιγράφει «Τους είπαμε να βάλουν τα χέρια πάνω στο περιπολικό και το έκαναν. Χτύπησε ένα κινητό. Του είπα να μη βάλει το χέρι στην τσέπη. Εκείνος το έβαλε…».
Στις 18 Μαρτίου 1998 ο 29χρονος αγρότης Ιωάννης Κεχαϊτης δολοφονείται στην Καστοριά «κατά λάθος» από μεθοριακή περίπολο της ΕΛ.ΑΣ.
Την 1η Απριλίου 1998 νεκρός από σφαίρες 3 τουλάχιστον αστυνομικών του Αστυν. Σταθμού Χαλκηδόνας - Θεσσαλονίκης ο 29χρονος τσιγγάνος Άγγελος Τζελάλ στην αγροτική περιοχή Παρθενίου Θεσσαλονίκης.
Στις 20 Μαΐου 1998 η 23χρονη Καλλιόπη Κόκκου βρίσκεται νεκρή με σφαίρα από το υπηρεσιακό περίστροφο του φίλου της.
Στις 27 Μαΐου 1998 ο 30χρονος Ευστράτιος Κυρέλης δολοφονείται στην Ξάνθη από αστυνομική περίπολο 3 αστυνομικών σε «ανταλλαγή πυρών».
Στις 28 Μαΐου 1998 ο Γιώργος Kωστίδης, από τη Θεσσαλονίκη, σκότωσε τονIωάννη Bλάχο, από την Πάτρα, στο ξενοδοχείο «Bάλια Bίλατζ» στη Ρόδο. Οι δύο άνδρες, συνομήλικοι 21 χρόνων και σπουδαστές της Σχολής της Ελληνικής Αστυνομίας στα Γρεβενά, πραγματοποιούσαν πρακτική εξάσκηση στο αστυνομικό τμήμα του αεροδρομίου της Ρόδου.
Στις 5 Ιουνίου 1998 ο 28χρονος Μπόκαρι Μπάχο πέφτει νεκρός από «τα εκφοβιστικά πυρά» μεθοριακής περιπόλου.
Στις 15 Ιουνίου 1998 δολοφονείται στα Μέγαρα από αστυνομικούς νεαρός άντρας από την Αλβανία.
Στις 19 Ιουνίου 1998 ο Αποστόλης Γκαγκόμοιρος, 37 ετών, δέχτηκε πυρά από μπάτσους στην πλατεία Κάνιγγος. «H σφαίρα παρέκαμψε μυστηριωδώς το συκώτι, τρύπησε το λεπτό έντερο και σταμάτησε πριν προκαλέσει ακατάσχετη αιμορραγία και πιθανώς θανατηφόρο τραύμα. Και, εφόσον οι χειρουργοί βρήκαν τη βολίδα στραπατσαρισμένη χωρίς να έχει χτυπήσει κάποιο οστό, είμαστε υποχρεωμένοι να δεχθούμε την εκδοχή του αποστρακισμού».
Στις 5 Αυγούστου 1998 ο αστυφύλακας Σπύρος Δημητρίου συνελήφθη για τη ληστεία στη χρηματαποστολή των EΛTA Τρίπολης (που διαπράχθηκε στις 3 Μαρτίου) και κατηγορείται ότι σκότωσε και στη συνέχεια έθαψε τον συνεργό του, Αριστείδη Φώτου, το πτώμα του οποίου βρέθηκε πριν από λίγες ημέρες έξω από την Aκράτα, για να μην του δώσει τα χρήματα που είχαν συμφωνήσει.
Στις 24 Σεπτεμβρίου 1998 γίνεται επίθεση της αστυνομίας σε διαμέρισμα για την «απελευθέρωση ομήρων» που κρατούσε ο Σορίν Ματέι, νεκρή η Αμαλία Γκινάκη.
Στις 26 Σεπτεμβρίου 1998 νεκρός ο Σορίν Ματέι στο νοσοκομείο των φυλακών Κορυδαλλού.
Τον Οκτώβριο 1998 πεθαίνει στα κρατητήρια του Μελιγαλά ο πολωνός Σμπόμπεκ Μιέσιτς, καθώς η αστυνομία παρά τη ρητή εντολή της γιατρού αρνήθηκε να τον μεταφέρει σε νοσοκομείο.
Στις 23 Οκτωβρίου 1998 στο κέντρο της Θεσσαλονίκης ο ανθυπαστυνόμος Κυριάκος Βαντούλης σκότωσε τον 17χρονο Γιουγκοσλάβο μαθητή Μάρκο Μπουλάτοβιτς, ο οποίος βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη σε εκδρομή με το σχολείο και θεωρήθηκε «ύποπτος για κλοπή». «Ανθρωποκτονία εκ προθέσεως», είπε η εισαγγελέας για το φονικό. Η δεδηλωμένη θέση της ηγεσίας της ΕΛ.ΑΣ. στη Θεσσαλονίκη ήταν ότι «επρόκειτο για ατύχημα». Ο Σέρβος πρόξενος συμφώνησε εν τέλει με αυτή την εκδοχή. Η Αστυνομική Διεύθυνση Θεσσαλονίκης υποστήριξε ότι ο Μάρκο Μπουλάτοβιτς και οι συμμαθητές του είχαν «ασκήσει πίεση» στον αστυνομικό, με αποτέλεσμα να εκπυρσοκροτήσει τυχαία το πιστόλι του. Ήταν άοπλος και, όπως διαπιστώθηκε στη συνέχεια, δεν είχε διαπράξει την κλοπή.
Στις 27 Οκτωβρίου 1998 περίεργη συναδελφική αλληλεγγύη επέδειξαν οι αστυνομικοί που απέκρυψαν θανατηφόρο τροχαίο που συνέβη στη Βούλα, όταν περιπολικό με οδηγό τον αστυνομικό Βασίλη Χρυσόπουλο, χτύπησε και σκότωσε τον 18χρονο μοτοσυκλετιστή Γεώργιο Μαλλιαρό. Ο αστυνομικός συνελήφθη πέρασε από το Αυτόφωρο, ωστόσο το περιστατικό δεν δόθηκε στη δημοσιότητα όπως συμβαίνει με τα θανατηφόρα τροχαία.
Στις 8 Νοεμβρίου 1998 ο αστυνομικός Παναγιώτης Τσολερίδης κατά τη διάρκεια «ανταλλαγής πυροβολισμών με υπόπτους» σκότωσε με το ιδιωτικό του περίστροφο έναν 40χρονο Αλβανό. Η δικογραφία του Τσολερίδη δεν ήταν έτοιμη και αφέθηκε ελεύθερος με προφορική γνώμη του εισαγγελέα καθώς από τα στοιχεία που υπάρχουν φαίνεται ότι ο αστυνομικός ήταν σε άμυνα.
Στις 27 Ιανουαρίου 1999 ο αστυνόμος Κ. Ταολτσίδης δολοφονεί τον 23χρονο Γ. Μιγκίπη στη Θεσσαλονίκη.
Στις 7 Φεβρουαρίου 1999 ο Χάρης Τεμπερεκίδης και ο Αντώνης Φρατζής δολοφονούνται από αστυνομικούς στα βουνά της Κορινθίας.
Στις 13 Μαρτίου 1999 στην Κοζάνη ο αστυφύλακας Αθανάσιος Καναβάς σκοτώνει τον Αλβανό Αρμπέν Βεζί.
Στις 18 Μαρτίου 1999 μεταβατικά αποσπάσματα της αστυνομίας δολοφονούν τον 20χρονο αλβανό Λάντι Πέπα στην Καστοριά.
Στις 7 Απριλίου 1999 αλβανίδα δολοφονείται από μεθοριακή περίπολο της ΕΛ.ΑΣ. στα σύνορα με τη γιουγκοσλάβικη Μακεδονία.
Στις 22 Μαΐου 1999 η ενός μηνός λεχώναΑγγελική Ρουσόγλου βρίσκεται νεκρή με σφαίρα από το υπηρεσιακό όπλο του συζύγου της, 29χρονος αρχιφύλακας Μανώλης Κουκουράκης.
Στις 16 Ιουλίου 1999 ο Αλβανός Αρμπέν Σούφα δολοφονείται από την αστυνομία στη Φλώρινα.
Στις 10 Σεπτεμβρίου 1999 ο 48χρονος αρχιφύλακας Αχιλλέας Παπαδημητρίου δολοφονεί την επίσης αστυνομικό σύζυγό του Αναστασία Ζουμπουρλή, μητέρα τριών παιδιών, τη στιγμή που αυτή έμπαινε στο σπίτι με το αυτοκίνητό της, γιατί «του μίλησε άσχημα».
Στις 16 Ιανουαρίου 2000 ο 24χρονος τσιγγάνος Θ. Βασιλόπουλος δολοφονείται από αστυνομικό στον Ασπρόπυργο.
Στις 19 Ιανουαρίου 2000 ο 20χρονος Ρουμάνος Βασίλιε Ιόν δολοφονείται από αστυνομικούς στην πλατεία Βάθης.
Στις 20 Φεβρουαρίου 2000 στη Λούτσα ο υπαστυνόμος Θοδωρής Χαλουλάκος πυροβολεί αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν τέσσερις νέοι, επειδή όπως είπε «τους θεώρησε ύποπτους για διακίνηση ναρκωτικών». Η σφαίρα καρφώθηκε στη σπονδυλική στήλη του 18χρονου μαθητή Σωτήρη Καρτσιώτη και τον άφησε παράλυτο.
Στις 22 Φεβρουαρίου 2000 ο Ρουμάνος Νικολάι Γκορέα δολοφονείται από αστυνομικό στην Πετρούπολη.
Στις 25 Μαρτίου 2000 στην Άνω Πόλη Θεσσαλονίκης ο 17χρονος πρόσφυγας Νικόλαος Λεωνίδης έπεσε νεκρός από τα πυρά του αστυνομικού Γιώργου Ατματζίδη, γιατί δεν σταμάτησε σε σήμα για έλεγχο. Το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Κατερίνης αθώωσε τον αστυνομικό διότι «ο αστυνομικός δέχθηκε αγκωνιά και λόγω του πόνου που αισθάνθηκε και του αιφνιδιασμού, εκπυρσοκρότησε το όπλο του που δεν είχε ασφάλεια, με αποτέλεσμα να καρφωθεί στο δεξί αυτί του νεαρού».
Στις 27 Απριλίου 2000 ένας ανήλικος αλβανός κρατούμενος δολοφονείται από αστυνομικό, με μια σφαίρα στον τράχηλο, κατά τη διάρκεια εξέγερσης στις Φυλακές Αυλώνας.
Στις 14 Μαΐου 2000 αστυνομικός δολοφονεί στις Σέρρες 37χρονο ψυχασθενή.
Αστυνομικός της Άμεσης Δράσης είναι ο ουσιαστικός ιδιοκτήτης του ιδιωτικού γραφείου ερευνών, που εμπλέκεται στην παρακολούθηση του καθηγητή Bιολογίας Εμμ. Μπαλτατζή. Tα παρεπόμενα της παρακολούθησης ήταν η απόπειρα δολοφονίας άλλου αστυνομικού από άγνωστο, έξω από τη Βιολογική Σχολή στις 19 Μαΐου 2000.
Στις 25 Ιουλίου 2000 22χρονος μετανάστης δολοφονείται από αξιωματικό του στρατού στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα.
Στις 27 Ιουλίου 2000 λιμενικοί σκοτώνουν μετανάστη από την Τσεχία.
Στις 14 Ιουνίου 2000 συνοριοφύλακες πυροβολούν και σκοτώνουν τον 25χρονο πακιστανό Γιοβάλ στον οικισμό Μεγάλο Δέρειο Έβρου.
Στις 10 Αυγούστου 2000 20χρονος αλβανός δολοφονείται από συνοριοφύλακες στην Ιεροπηγή Καστοριάς.
Την 1η Νοεμβρίου 2000 ο αλβανός BledarQoshqu, 23 ετών, σκοτώθηκε στο Μοσχοχώρι Κρυσταλλοπηγής «κατά τη διάρκεια ανταλλαγής πυρών», αλλά το όπλο που φερόταν να έχει μαζί του δεν βρέθηκε ποτέ.
Στις 8 Φεβρουαρίου 2001 η Αστυνομία του Αγίου Στεφάνου κάνει έφοδο στο εγκαταλειμμένο σπίτι όπου έμενε o 16χρονος Ρεφάτ Ταφίλι, από την Αλβανία, μαζί με συμπατριώτες του. Οι περισσότεροι πρόλαβαν να φύγουν. Χτύπησαν τον 16χρονο τόσο στο σπίτι, στην αυλή, στο τμήμα. Στα κρατητήρια λιποθύμησε. Τον πέταξαν έξω, μη τους μείνει και στα χέρια. Οι δικοί του τον πήγαν στο Γενικό Κρατικό, όπου μπήκε στην εντατική και στο χειρουργείο. «Με τη διάγνωση της οξείας χειρουργικής κοιλίας ο ασθενής οδηγήθηκε στο χειρουργείο όπου υποβλήθηκε σε μικρή τομή κατά το δεξιό πλάγιο της κοιλίας, αντιστοίχως προς τη σκωληκοειδή». Οι πόνοι του όμως δεν οφείλονταν σε αυτό. Διαπιστώθηκε αίμα στην κοιλιά και «ρήξη σπληνός σε δύο σημεία, έτσι ο ασθενής υποβλήθηκε σε σπληνεκτομή», αναφέρει το σχετικό ιατρικό σημείωμα. Ο ασθενής όμως δεν είχε άδεια παραμονής. Έτσι, στις 17 του μηνός παραδίδεται στην Αστυνομία Παπάγου, προς απέλαση διοικητική. Οδηγείται στα κρατητήρια της Αγίας Παρασκευής, στοιβαγμένος μαζί με 20 άτομα, μέσα σε άθλιες συνθήκες υγιεινής, μέσα σε φριχτούς πόνους κι ενώ η μετεγχειρητική του κατάσταση επέβαλλε ιδιαίτερη «προσοχή στις λοιμώξεις αφού χωρίς σπλήνα η άμυνα του οργανισμού σε συγκεκριμένα μικρόβια είναι ελαττωμένη». Παρέμεινε κρατούμενος υπό αυτές τις συνθήκες επί πέντε μέρες κι ενώ δεν μπορούσε να σταθεί ούτε στα πόδια του με αποτέλεσμα να υποστεί μετεγχειρητικές επιπλοκές. Με εντολή του υπουργού Δημόσιας Τάξης του χορηγείται στις 22/2 προθεσμία 15 ημερών προκειμένου να αναχωρήσει από τη χώρα. Αφήνεται ελεύθερος. Η κατάσταση της υγείας του όμως ήταν άσχημη και αμέσως εισήχθη στο Σισμανόγλειο με υψηλό πυρετό.
Στις 13 Φεβρουαρίου 2001 ο 47χρονος ρουμάνος Κονσταντίν Κατούρ πεθαίνει στα κρατητήρια αστυνομικού τμήματος, παρά το βαρύ τραυματισμό του δεν μεταφέρεται σε νοσοκομείο.
Στις 20 Φεβρουαρίου 2001 ο 23χρονος Μιχ. Κιβωτός πεθαίνει στις φυλακές Κορυδαλλού, έπασχε από καρδιά και μεσογειακή αναιμία αλλά οι εκκλήσεις του για μεταφορά σε νοσοκομείο αγνοήθηκαν.
Στις 29 Απριλίου 2001 «αυτοκτόνησε» στα κρατητήρια του αστυνομικού τμήματος της Κω ο 38χρονος πολωνός μετανάστης Μπουρντάκι Τ. Βρέθηκε κρεμασμένος στο κελί του ενώ είχε συλληφθεί γιατί μπήκε παράνομα στη χώρα και περίμενε -επί μήνες- την απέλασή του.
Στις 4 Ιουνίου 2001 ο 15χρονος αλβανός AfrimSala πυροβολήθηκε και έμεινε παράλυτος από τη μέση και κάτω, όταν το όπλο του συνοριοφύλακα του Τ.Σ.Φ. Κρυσταλλοπηγής «εκπυρσοκρότησε τυχαία όταν σκόνταψε».
Στις 14 Ιουλίου 2001, τα ξημερώματα, ο αστυνομικός Αστρινός Λυρώνης παραβίασε, με το περιπολικό που οδηγούσε, ερυθρό σηματοδότη στη λεωφόρο Βουλιαγμένης στο Άνω Καλαμάκι και σκότωσε τους Δημήτρη Παπαδημητρίου, 18 ετών, και ο Ευάγγελο Γκόρτσα, 21 ετών, που επέβαιναν σε μοτοσικλέτα.
Την 1η Αυγούστου 2001 ο τούρκος Ο. Πάζιλ δολοφονείται από λιμενικούς στη θαλάσσια περιοχή της Κω.
Τον Οκτώβριο του 2000 ο «Ζητάς» Γ. Τυλλιανάκης επιχείρησε να σταματήσει το αυτοκίνητο του 21χρόνου Μ. Χριστόπουλου στο Ζεφύρι. Ο νεαρός δεν σταμάτησε στο μπλόκο και έτσι ο Τυλλιανάκης, όπως υποστήριξε μάρτυρας, στάθηκε στη μέση του δρόμου με ανοιχτά τα πόδια και πυροβόλησε στο πίσω μέρος του κεφαλιού του νέου. Ο Τυλλιανάκης πάντως ανέφερε ότι... παραπάτησε και εκπυρσοκρότησε το όπλο.
Στις 24 Οκτωβρίου 2001 στο Ζεφύρι ο αστυφύλακας της Άμεσης Δράσης Γιώργος Τυλιανάκης πυροβόλησε στο κεφάλι τον αθίγγανο Μαρίνο Χριστόπουλο, 21 ετών, επειδή δεν σταμάτησε σε μπλόκο. «Αντιδρώντας ενστικτωδώς, ο αστυφύλακας πυροβόλησε μία φορά με το υπηρεσιακό του όπλο με αποτέλεσμα να τραυματίσει θανάσιμα τον οδηγό», σύμφωνα με την ανακοίνωση της Αστυνομίας. Σύμφωνα με τον ίδιο «παραπάτησε και εκπυρσοκρότησε το όπλο». Σύμφωνα με αυτόπτη μάρτυρα ο «ζητάς» στάθηκε στη μέση του δρόμου με ανοιχτά τα πόδια και πυροβόλησε. Η σφαίρα κατέληξε στην πίσω πλευρά του κεφαλιού του άτυχου νεαρού.
Στις 21 Νοεμβρίου 2001 στην πλατεία Αμερικής ο αστυφύλακας Γιάννης Ριζόπουλος πυροβόλησε στο κεφάλι τον 20χρονο Αλβανό Σεντγκάκ Σελνίκου μέσα σε καφετέρια, όταν απείλησε με μαχαίρι τον ίδιον και άλλους τέσσερις συναδέλφους του που είχαν ήδη προτεταμένα τα όπλα τους.
Την 1η Δεκεμβρίου 2001 συνοριοφύλακες πυροβολούν εναντίον δύο νεαρών Αλβανών σε παραμεθόριο χωριό της Θεσπρωτίας, ο ένας πέφτει νεκρός.
Στις 2 Νοεμβρίου 2002 ένας αλβανός, 32 ετών, σκοτώνεται από συνοριοφύλακες στην Καστοριά.
Στις 24 Οκτωβρίου 2002ο αστυνομικός Θεόδωρος Κατσάςπυροβόλησε και σκότωσε τον 23χρονο Αναστάσιο Λυμουρά στην Γλυφάδα.
Στις 7 Μαΐου 2003 «μυστηριώδης» θάνατος του 25χρονου Αριστείδη Νεοφώτιστου στο αστυνομικό τμήμα της Νέας Φιλαδέλφειας. Το παιδί πήγε για εξακρίβωση και βγήκε σακατεμένο και νεκρό.
Στις 23 Σεπτεμβρίου 2003 ο 18χρονος Αλβανός Βούλνετ Μπίτιτσι τραυματίζεται θανάσιμα από Έλληνα συνοριοφύλακα όταν προσπάθησε να διασχίσει τα ελληνοαλβανικά σύνορα (Κρυσταλλοπηγή) στην Ιεραπηγή Καστοριάς.
Στις 9 Δεκεμβρίου 2003 ο 22χρονος Ηρακλής Μαραγκάκης πυροβολείται στο κεφάλι από άνδρες του Τμήματος Αστυνομικών Επιχειρήσεων Ρεθύμνου, γιατί το αυτοκίνητο που επέβαινε μαζί με δυο άλλους νεαρούς δεν σταμάτησε σε μπλόκο στην περιοχή Ανωγείων Ρεθύμνου.
Στις 13 Ιανουαρίου 2004 ο 42χρονος Μοχάμετ Χαμούτ πεθαίνει από «παθολογικά αίτια» ενώ κρατούνταν από την Αστυνομία Ρεθύμνου, με εμφανή τα σημάδια κακοποίησης και ξυλοδαρμού σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση.
Στις 21 Ιανουαρίου 2004 ο 28χρονος αρχιφύλακας Ευθύμιος Ευθυμίου στα Πατήσια δολοφονεί με το υπηρεσιακό του περίστροφο τη φίλη του Βασιλική Μουστάκα, 22 ετών, σπουδάστρια και μετά αυτοκτονεί. Στο σημείωμά του έγραψε ότι τη σκότωσε για «να μη την πάρει άλλος».
Στις 13 Μαρτίου 2004 πέθανε στα κρατητήρια του αστυνομικού τμήματος Βύρωνα όπου εκρατείτο για να απελαθεί o 36χρονος Πολωνός Γιαντέους Κότσεβα.
Στις 11 Αυγούστου 2004, τρεις μετανάστες από την Αλβανία, ο Λουάν Μπερντελίμα, ο Ι.Σ. και ο Β.Ντ., κάθονται σε ένα τραπέζι έξω από πιτσαρία στην περιοχή Αμπελοκήπων, πολύ κοντά στο κτίριο της ΓΑΔΑ στη λεωφόρο Αλεξάνδρας.Λίγο αργότερα ο Λουάν Μπερντελίμα, 36 ετών, θα μεταφερθεί με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο νοσοκομείο ΚΑΤ βαρύτατα τραυματισμένος, σχεδόν ετοιμοθάνατος. Θα χάσει τη μάχη με τη ζωή στις 25 Αυγούστου.Σύμφωνα με την αφήγηση του Β.Ντ. ένα νεαρό ζευγάρι βγήκε από την πολυκατοικία και πέρασε μπροστά τους. Ο άνδρας θεώρησε ότι η παρέα τον κοίταξε περίεργα, την κοπέλα και τον ίδιο, και τους ζήτησε το λόγο με υβριστικό τρόπο. Εκείνοι αντέκρουσαν τον ισχυρισμό του και ο νεαρός έφυγε απειλώντας τους ότι θα τους κάνει να μετανιώσουν που πάτησαν το πόδι τους στην Ελλάδα. Οι τρεις φίλοι θεώρησαν το επεισόδιο λήξαν και συνέχισαν την κουβέντα τους. Λίγο αργότερα, ο Λουάν πετάχτηκε στο περίπτερο για τσιγάρα. Την ώρα που επέστρεφε εμφανίστηκαν ξαφνικά μπροστά του ο άνδρας που είχε διαπληκτιστεί με τους μετανάστες, καθώς και ένας άλλος άνδρας τεραστίων διαστάσεων που επέβαινε σε μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού. Ο δεύτερος αυτός άνδρας φορούσε αλεξίσφαιρο γιλέκο με γραμμένη τη λέξη Police και μπλε μπλούζα όμοια με εκείνη των αστυνομικών, στο μανίκι του δε, έφερε σήμα παρόμοιο με εκείνο της αστυνομίας. Οι δύο επιτέθηκαν στον Λουάν Μπερντελίμα και ο μοτοσικλετιστής τον χτύπησε από πίσω στο κεφάλι, ενώ ο άλλος τον έβριζε με χυδαίο τρόπο. Ο Μπερντελίμα έπεσε αναίσθητος στο οδόστρωμα που πλημμύρισε αίμα, ενώ οι δύο εξαφανίστηκαν προτού προλάβει κανείς να αντιδράσει.
Στις 23 Αυγούστου 2004 ένας δόκιμος αστυφύλακας σκότωσε κατά λάθος ένα μόνιμο οπλίτη του στρατού, στο Μετόχι της Πάρνηθας στις κατασκηνώσεις της Τράπεζας Ελλάδος, οι οποίες έχουν γίνει Ολυμπιακές Εγκαταστάσεις και φιλοξενούνται συνοδοί και φροντιστές αποστολών. Ο αστυφύλακας και ο στρατιώτης περιεργάζονταν τα όπλα τους και κάποια στιγμή το 38άρι περίστροφο, που είχε ο δόκιμος αστυφύλακας εκπυρσοκρότησε με αποτέλεσμα η σφαίρα να βρει τον στρατιώτη στο κεφάλι.
Στις 31 Αυγούστου 2004 εξιχνιάστηκε η δολοφονία του 25χρονου Αναστασίου Τσεχελίδη, το πτώμα του οποίου βρέθηκε σε αγροτική περιοχή στην Αριδαία Πέλλας. Σύμφωνα με ανακοίνωση της αστυνομίας, ως δράστης φέρεται 40χρονος αστυνομικός που υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Πέλλας, τα στοιχεία του οποίου δεν ανακοινώθηκαν.
Στις 21 Δεκεμβρίου 2004 ομάδα αστυνομικών και ειδικών φρουρών - περίπου 15 - του Αστυνομικού Τμήματος του Αγίου Παντελεήμονα υπέβαλε σε φρικτά βασανιστήρια (ξεγύμνωμα, φάλαγγα, εικονικές εκτελέσεις και άγριο ξύλο) τουλάχιστον 40 Αφγανούς μετανάστες.
Στις 26 Φεβρουαρίου 2005 ο αστυνομικός Άγγελος Κράδαρης στον Αλμυρό Βόλου δολοφονεί με το υπηρεσιακό του περίστροφο τη σύζυγό του Ζωή Ντόντου και την πεθερά του μπροστά στο 7 μηνών αγοράκι που θα υιοθετούσαν.
Στις 11 Απριλίου 2005 Νιγηριανός μετανάστης βρέθηκε νεκρός μέσα στο αστυνομικό τμήμα στη Λαμία. Ο δολοφονημένος μετανάστης θάφτηκε χωρίς να γίνει ιατροδικαστική εξέταση.
Στις 25 Ιουνίου 2005 αστυνομικοί της Ο.Π.Κ.Ε. Πτολεμαΐδας σταμάτησαν το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Γ.Α. με συνεπιβάτη τον Βασίλη Καραλευθέρη. Μετά από έλεγχο, οι αστυνομικοί βρήκαν σβησμένα τσιγάρα με χασίς στο τασάκι και λίγα γραμμάρια σε πλαστικό τσαντάκι μέσα στη θήκη του αυτοκινήτου. Οδηγήθηκαν και κρατήθηκαν στο Αστυνομικό Τμήμα Πτολεμαΐδας. Ο 36χρονος Βασίλης βρέθηκε καμένος στο κελί του με τα χέρια του δεμένα πισθάγκωνα με χειροπέδες. Πέντε μήνες αργότερα, στις 18/11/05, ο εισαγγελέας Πρωτοδικών Κοζάνης Ιωάννης Κούτρας με μια 30σέλιδη διάταξη αποφαίνεται ότι την ευθύνη για το θάνατό του φέρει ο ίδιος ο 36χρονος κρατούμενος Βασίλης Καραλευθέρης και απαλλάσσονται από κάθε ευθύνη οι αστυνομικοί του τμήματος Πτολεμαΐδας.
Στις 3 Φεβρουαρίου 2006 ο συνταξιούχος 58χρονος αστυνομικός Αβραάμ Αγγελίδης δολοφονεί στη Βέροια με καραμπίνα τη 45χρονη σύζυγό του και μητέρα δύο ενήλικων παιδιών, τα οποία είπαν ότι πάντα ήταν βίαιος και κτυπούσε τη μητέρα τους.
Στις 5 Φεβρουαρίου 2006 βρέθηκε νεκρός, κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, μετανάστης από το Ιράν στο αστυνομικό τμήμα της Ομόνοιας.
Στις 13 Φεβρουαρίου 2006 ένας 15χρονος Αφγανός πρόσφυγας σοβαρά κακοποιημένος από λιμενικό και ένας 21χρονος που συμμετέχει στο επεισόδιο στο λιμάνι της Πάτρας πέφτει νεκρός κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες.
Τον Σεπτέμβριο 2006 οι ελληνικές Αρχές κατηγορούνται ότι έριξαν στη θάλασσα περίπου σαράντα μετανάστες χωρίς χαρτιά, από τους οποίους τούρκοι λιμενικοί περισυνέλεξαν στα ανοιχτά του Καράμπουρουν της Σμύρνης έξι πτώματα και 31 διασωθέντες.
Στις 17 Νοεμβρίου 2006 ο κύπριος φοιτητής Αυγουστίνος Δημητρίου ξυλοκοπείται ανηλεώς από 8 αστυνομικούς με πολιτικά άνευ αιτίας. Η αστυνομία αναφέρει ότι «έπεσε και χτύπησε σε ζαρντινιέρα» μέχρι να βγει το βίντεο της ανελέητης κακοποίησης του από τους νταήδες μπάτσους.
Στις 20 Νοεμβρίου 2006 ένας μετανάστης από το Μαγκρέμπ προσάγεται στο Αστυνομικό Τμήμα Ομόνοιας. Κρατείται μέχρι την επομένη 21/11. Επιστρέφει σπίτι του με εμφανή σημάδια κακοποίησης. Ο ίδιος λεει ότι τον χτύπησαν αστυνομικοί του τμήματος της Ομόνοιας. Πέφτει να κοιμηθεί. Το πρωί κείτεται νεκρός στο κρεβάτι του...
Στις 28 Μαρτίου 2007 ο 16χρονος πολωνός Ματιέα Ντ, κρατούμενος στις φυλακές Αυλώνας, αυτοκτονεί στο ψυχιατρείο του Κορυδαλλού.
Στις 15 Απριλίου 2007 βρέθηκε απαγχονισμένος στα κρατητήρια του ΑΤ Ιλίου ο 20χρονος Αλβανός μετανάστης Λεωνίδας Κ., όπου κρατούνταν.
Στις 7 Νοεμβρίου 2007 ο 29χρονος Συνοριοφύλακας πυροβόλησε και σκότωσε έναν από τους έντεκα Αλβανούς που είχαν περάσει παράνομα τα σύνορα, ο οποίος δε σταμάτησε σε έλεγχο και τράπηκε σε φυγή σε αγροτική περιοχή στο δημοτικό διαμέρισμα Λεβαίας του Δήμου Φιλώτα στη Φλώρινα.
Στις 18 Αυγούστου 2007 ο Τόνυ Ονούοχα, μετανάστης από τη Νιγηρία και μικροπωλητής CD, βρέθηκε νεκρός στην Καλαμαριά μετά από καταδίωξη δύο αντρών της ασφάλειας.
Στις 8 Νοεμβρίου 2007 ο Ίλμι, 45 χρονών και πατέρας 5 παιδιών, εντοπίζεται από μπλόκο συνοριοφυλακής λίγο έξω από το χωριό Λεβαία, πυροβολείται πισώπλατα σχεδόν εξ επαφής και πέφτει νεκρός.
Στις 22 Φεβρουαρίου 2008 δολοφονείται ο Σουδανός AbdulkarimYahiaIdris στην περιοχή της Ομόνοιας. Η επίσημη εκδοχή των αστυνομικών του Τμήματος Ακροπόλεως απορρίπτει κατηγορηματικά τις καταγγελίες φίλων του νεκρού μετανάστη, που ήταν μαζί του στη συμβολή των οδών Σοφοκλέους και Σωκράτους, όταν έφτασαν οι τρεις αστυνομικοί, ότι το θύμα ξυλοκοπήθηκε βάναυσα από τους αστυνομικούς της Άμεσης Δράσης που τον καταδίωξαν για να τον συλλάβουν. Αντίθετα οι αστυνομικοί ισχυρίζονται ότι «προσπάθησαν να τον βοηθήσουν όταν κατάλαβαν ότι πνιγόταν».
Στις 3 Μαΐου 2008 έγινε το αστυνομικό φιάσκο της Σίνδου, που κατέληξε στη δολοφονία του 59χρονου οδηγού αστικού λεωφορείου.
Στις 8 Μαΐου 2008 ακολούθησε ο θανάσιμος τραυματισμός του νεαρού που παρασύρθηκε από αυτοκίνητο δουλέμπορα το οποίο καταδίωκαν οι αστυνομικοί και το άφησαν να μπει σε κατοικημένη περιοχή της Αλεξανδρούπολης.
Την 1η Ιουνίου 2008 πεθαίνει η Μαρία Κουλούρη τέσσερις μέρες μετά τον κρίσιμο τραυματισμό της στις οδομαχίες της Λευκίμμης, όταν 16χρονος οδηγός μηχανής που δέχτηκε χτυπήματα από άνδρα των ΜΑΤ έχασε τον έλεγχο και έπεσε επάνω της.
Στις 7 Οκτωβρίου 2008 σε μπλόκο των Ο.Π.Κ.Ε στον Αλμυρό Βόλου έγινε καταδίωξη αυτοκινήτου που δε σταμάτησε για έλεγχο. Οι μπάτσοι ακινητοποιούν το Ι.Χ. και πυροβολούν τους επιβαίνοντες που προσπαθούν να διαφύγουν. Σκοτώνουν έναν από τους επιβαίνοντες με σφαίρα στο κεφάλι με την πρόφαση πως οπλοφορούσαν ενώ στο σημείο βρέθηκαν κάλυκες μόνο από τα όπλα των Ο.Π.Κ.Ε.
Στις 26 Οκτωβρίου 2008 έπεσε νεκρός ο μετανάστης Μοντασέρ Μοχάμεντ Ασράφ μετά από βάρβαρη καταδίωξη αστυνομικών στην Υποδιεύθυνση Αλλοδαπών στην Πέτρου Ράλλη. Το πρωί της Κυριακής χιλιάδες μετανάστες στριμώχνονταν έξω από την Υποδιεύθυνση Αλλοδαπών στην Πέτρου Ράλλη, για να καταφέρουν να εξασφαλίσουν μια άδεια νόμιμης παραμονής στην Ελλάδα. Η Αστυνομία με πρόσχημα την «επιβολή της τάξης» επιτέθηκε χτυπώντας βάναυσα με γκλοπς το συγκεντρωμένο πλήθος. Μετά την επίθεση υπήρχαν επίσης πολλοί σοβαρά τραυματισμένοι.
Στις 28 Νοεμβρίου 2008 άλλα δύο σοβαρά περιστατικά τραυματισμών αιτούντων άσυλο, του Αχμέτ Ατζάζ από το Πακιστάν που έσπασε το χέρι του στην ουρά κατά τη διάρκεια ξυλοδαρμού από αστυνομικούς και του Πακιστανού Μαζίρ Ιγκμπάλ Μοχάμαντ Σαπφ που νοσηλεύεται σε κωματώδη κατάσταση στην Εντατική Μονάδα του Γενικού Κρατικού Νοσοκομείου Νίκαιας, μετά από πτώση στο ίδιο «δολοφονικό ρέμα».
Στις 6 Δεκεμβρίου 2008 ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος, 15 ετών, πέφτει νεκρός από σφαίρα του ειδικού φρουρού Επαμεινώνδα Κορκονέα, στα Εξάρχεια. Σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες ο ειδικός φρουρός εκτέλεσε εν ψυχρώ τον νεαρό ύστερα από λεκτική λογομαχία. Η δολοφονία του υπήρξε η αφορμή για μια σειρά πρωτοφανών πολλαπλών εκδηλώσεων διαμαρτυρίας εναντίον της αστυνομικής βίας σε πόλεις όλης της χώρας, αλλά και στο εξωτερικό, όπου συνεχίζονται μέχρι σήμερα...
Στις 3 Ιανουαρίου 2009 σκοτώθηκε ο Χουσεΐν Ζαχιντούλ 24 χρονών από το Μπαγκλαντές κοντά στο τμήμα Αλλοδαπών στην Πέτρου Ράλλη. Την ίδια ώρα καταγγέλλεται ξυλοδαρμός και καταδίωξη εκατοντάδων προσφύγων από την αστυνομία έξω από το τμήμα. Ο Χουσεΐν, που είχε πάει στο τμήμα Αλλοδαπών όπως και χιλιάδες άλλοι για να πάρει το πολυπόθητο χαρτάκι προτεραιότητας για αίτηση ασύλου, έπεσε στο ίδιο ακριβώς χαντάκι όπου είχε χάσει τη ζωή του ο Πακιστανός Μοχάμεντ Ασράφ έπειτα από επίθεση της αστυνομίας και καταδίωξη των συγκεντρωμένων. Τον Οκτώβριο η αστυνομία είχε ανακοινώσει ότι πράγματι έγιναν «μικροεπεισόδια» αλλά ο Πακιστανός γλίστρησε κι έπεσε στο ρέμα όπου είχε πάει για να ικανοποιήσει φυσική του ανάγκη και ουδεμία σχέση με το θάνατο είχε η ΕΛ.ΑΣ. Τώρα ισχυρίζεται ότι το πτώμα του άτυχου Μπαγκλαντεσιανού βρέθηκε στο ρέμα στις 6.30 το πρωί του Σαββάτου και εκείνη την ώρα κανένας αστυνομικός δεν βρίσκονταν στο συγκεκριμένο σημείο, ενώ δεν κάνει λόγο για το παραμικρό επεισόδιο.
*******
Στις 5 Μάη 2010, κατά τη διάρκεια της μεγαλύτερης συγκέντρωσης ενάντια στο πρώτο μνημόνιο, η Αγγελική Παπαθανασοπούλου, ο Επαμεινώνδας Τσακάλης και η Παρασκευή Ζούλια χάνουν τη ζωή τους από το χτύπημα παρακρατικών στο υποκατάστημα της τράπεζας Μαρφίν.