Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2013

Μιχάλης Μυρογιάννης: Ένα Παλικάρι Με Διπλωμένα Πόδια


Με πυροβολισμούς και εμπρηστικά συνθήματα είχαν αποχαιρετήσει  οι νοσταλγοί της χούντας τον αμετανόητο φασίστα Νικόλαο Ντερτιλή στο Α΄ Νεκροταφείο. Εθνικό ήρωα, σαν τον Κολοκοτρώνη και τον Σωκράτη τον χαρακτήρισε ο μητροπολίτης Καλαβρύτων Αμβρόσιος που τέλεσε τη νεκρώσιμη ακολουθία. Παρόντες ήταν αρκετοί βουλευτές της Χρυσής Αυγής (Ηλ. Κασιδιάρης, Ηλ. Παναγιώταρος, Π. Ηλιόπουλος), ο αντιπρόεδρος του ΛΑΟΣ Γ. Γεωργίου και ο Κωνστ. Πλεύρης.  Ενώ ο Τάσος  Τέλλογλου δεν ήταν εκεί για να εξηγήσει τη θεωρία του ότι ο Ντερτιλής ήταν ένας «καλός αξιωματικός αλλά πολύ δύσκολος άνθρωπος» .
Ντερτιλής & Μιχαλολιάκος στο νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού όταν είχε μεταφερθεί έκει ο Ντερτιλής μετά από οξύ ισχαιμικό επεισόδιο και ελαφρύ εγκεφαλικό & νοσηλευόνταν φρουρούμενος σε θάλαμο του νοσοκομείου όπως προβλέπουν οι πάγιοι κανονισμοί για τους κρατούμενους.

Σύναξη Χρυσαυγιτών στην κηδεία Ντερτιλή
Σύναξη Χρυσαυγιτών στην κηδεία Ντερτιλή


Εν ψυχρώ δολοφόνησε τον 20χρονο Μιχάλη Μυρογιάννη ο Ντερτιλής στις 18Νοεμβρίου 1973. Μεγάλη παλικαριά να σκοτώνεις έναν άοπλο νέο και να καυχάσαι λέγοντας «Με παραδέχεσαι, ρε; Με τη μία τον πέτυχα!» Σύμφωνα με την κατάθεση του προσωπικού οδηγού του Ντερτιλή στη δίκη για το Πολυτεχνείο, στη διάρκεια των γεγονότων ο… απόγονος του Κολοκοτρώνη έλεγε σε όποιον συναντούσε «βαράτε στο ψαχνό» και «όταν βλέπετε τέσσερα άτομα, τον έναν να τον σκοτώνετε και τους τρεις να τους βάζετε στο καμιόνι».
Ο Μιχάλης Μυρογιάννης, ένα ψηλό λεπτό παλικάρι με μακριά μαλλιά, δολοφονήθηκε ενώ πήγαινε να επισκεφθεί τον πατέρα του που ήταν θυρωρός σε μια πολυκατοικία στην 3η Σεπτεμβρίου. Συγκλονιστική ήταν η κατάθεση του πατέρα του Μυρογιάννη στη δίκη για το Πολυτεχνείο, όπως δημοσιεύτηκε σε εφημερίδες της εποχής (2.11.1975)
Ερώτηση υπεράσπισης: «Ήταν ψηλός ο γιος σας;»
Απάντηση: « Ένα μέτρο κι ενενήντα. Τέτοιο παλικάρι σκότωσαν.
Δε χωρούσαν τα πόδια του μες στο φέρετρο. Είχα δώσει 3.000 δρχ. και το φέρετρο ήταν μικρό. Για να τον βάλουν σε άλλο, μεγαλύτερο, μου ζήταγαν άλλες 9.000. Δεν τις είχα. Και μάζεψαν τα πόδια του όπως όπως…»
Το παλικάρι με τα διπλωμένα πόδια από τη μια, ο δολοφόνος με το στρατιωτικό περίστροφο από την άλλη… Το ένστολο κτήνος από τη μια, η αδικοχαμένη νεότητα από την άλλη. Δάκρυα και λουλούδια για τον εικοσάχρονο νέο, πυροβολισμοί, χουντικά όρνια και χρυσαυγίτικα αποβράσματα για τον φασίστα που έζησε 40 ολόκληρα χρόνια μετά τα εγκλήματά του.
Ο Ντερτιλής μπορεί να θάφτηκε σε ακριβό φέρετρο από καλό ξύλο και να μη χρειάστηκε να του διπλώσουν τα πόδια για να χωρέσει  αλλά η μπόχα του θα μείνει στην ιστορία.


Υπόθεση Μυρογιάννη: Η εν ψυχρώ εκτέλεση ενός νεαρού μόλις 20 ετών από τον Ν. Ντερτιλή

Μιχάλης Μυρογιάννης, ένα όνομα που χαράχτηκε στη μνήμη όλων, λόγω της εν ψυχρώ δολοφονίας του από τον Ν. Ντερτιλή. Οι μαρτυρίες, η δίκη και το πόρισμα Τσεβά (Pics)

Ηλεκτρολόγος από τη Μυτιλήνη, ήταν μόλις 20 χρόνων όταν πυροβολήθηκε το μεσημέρι της 18ης Νοεμβρίου του 1973 στο κεφάλι, στη συμβολή των οδών Πατησίων και Στουρνάρη.
Περνούσε, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, από τη συμβολή των οδών Στουρνάρη και Πατησίων, πιθανότατα την εντελώς λάθος χρονική στιγμή. Δέχτηκε τη σφαίρα κατευθείαν στο κεφάλι, σωριάστηκε στο έδαφος και ξεψύχησε λίγο μετά.
Ο Μιχάλης Μυρογιάννης ήταν θύμα του αξιωματικού του Στρατού, συνταγματάρχη Νικόλαου Ντερτιλή.
Γεννημένος στη Μυτιλήνη, ηλεκτρολόγος ζούσε στην Αθήνα. Την επόμενη ημέρα από την εισβολή στο Πολυτεχνείο, το μεσημέρι, ο θάνατος τον συνάντησε εκεί.
Οι μαρτυρίες δεν είναι πολλές, μία ωστόσο ξεχωρίζει, εκείνη του οδηγού του Ν. Ντερτιλή, Αγριτέλλη. Ο Αγριτέλλης υποστηρίζει στην κατάθεσή του πως ο ανώτερος του όχι μόνο πυροβόλησε και σκότωσε το Μυρογιάννη, αλλά του είπε μετά:
“Με παραδέχεσαι ρε; Σαράντα πέντε χρονών άνθρωπος και με τη μία στο κεφάλι!”
Πού βρίσκεται όμως η ιστορική αλήθεια και που ξεκινά ο μύθος, εάν φυσικά υπάρχει κάτι τέτοιο;
Σε αρκετούς πολίτες ακόμη και σήμερα υπάρχει η απορία πως δολοφονήθηκε ένας άνθρωπος χωρίς να υπάρχουν επεισόδια σε εξέλιξη, ειδικά από τη στιγμή που είχε γίνει η εισβολή, είχε πέσει η πύλη και όλα είχαν τελειώσει.
 
Για να αποκαταστήσουμε την ιστορική αλήθεια, οφείλουμε να αναφέρουμε πως τα επεισόδια δεν είχαν σταματήσει, Δεν ήταν βέβαια όπως ανήμερα τη 17η Νοέμβρη αλλά υπήρχαν εστίες έντασης και κυνηγητό, όπως και συλλήψεις και ξύλο, σε πολλές γειτονιές της πόλης. Ενδεικτικό της κατάστασης που επικρατούσε και την 18η Νοέμβρη είναι το γεγονός πως στην Αγίου Κωνσταντίνου κυκλοφορούσε, μετά την πλήρη καταστολή κάθε θύλακα αντίστασης, ένα άρμα προσωπικού μέχρι την Ομόνοια.
Σε ένα τέτοιο σκηνικό βρέθηκε και ο Μιχάλης Μυρογιάννης. Οι μαρτυρίες λένε πως είχε περικυκλωθεί από περίπου τέσσερις αστυφύλακες οι οποίοι τον χτυπούσαν. Κάποια στιγμή τους ξέφυγε και έτρεξε να ξεφύγει, όταν δέχτηκε τη βολή από τον Νίκο Ντερτιλή.
Τι λένε οι μαρτυρίες και γιατί εγείρουν διαφωνίες και φήμες
Δυστυχώς, ειδικά στην Ελλάδα, είθισται πολλά ιστορικά γεγονότα με ξεχωριστή σημασία να γίνονται βορά στην αμφισβήτηση, όχι τη γόνιμη και τη δημιουργική, την απαξίωση, τον αρνητισμό και εν τέλει το ψεύδος. Ο φόνος του Μιχάλη Μυρογιάννη δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση, παρά τις μαρτυρίες αλλά και το πόρισμα Τσεβά (το πρώτο επίσημο πόρισμα) στο οποίο και θα αναφερθούμε παρακάτω.
Βασικός μάρτυρας υπήρξε ο οδηγός του Ν. Ντερτιλή, Α. Αγριτέλης. Στη μαρτυρία του, η οποία ουσιαστικά αυτή καταδίκασε το δολοφόνου του 20χρονου Μιχάλη, αναφέρεται:
'”To μεσημέρι της 18 Νοέμβρη 1973, ο ταγματάρχης Ντερτιλής βρίσκεται με το υπηρεσιακό τζιπ έξω από την κατεστραμμένη πύλη του Πολυτεχνείου. Απέναντι, Πατησίων και Στουρνάρα, οι αστυφύλακες χτυπούν ένα νεαρό, που προς στιγμήν τους ξεφεύγει. Ο Ντερτιλής βγάζει από το μπουφάν το περίστροφο και πυροβολεί. «Ο νεαρός έπεσε σαν κοτόπουλο», περιγράφει στην κατάθεσή του ένα χρόνο αργότερα ο οδηγός του Ντερτιλή - ο 21 ετών τότε Αντώνης Αγριτέλης - και συνεχίζει: «Μετά το φόνο ο Ντερτιλής σαν να μη συνέβαινε τίποτα μπήκε στο τζιπ και χτυπώντας με στην πλάτη μου είπε: "Με παραδέχεσαι ρε; Σαράντα πέντε χρονών άνθρωπος και με τη μία στο κεφάλι!""...
Η συγκεκριμένη μαρτυρία αμφισβητείται έντονα από συγκεκριμένους πολιτικούς κύκλους, κυρίως διότι ο Αγριτέλλης φαίνεται όντως να κάνει λάθος στην ηλικία του συνταγματάρχη Ντερτιλή, πέφτει κάμποσα χρόνια έξω.
Ακόμα όμως και αν δεχτούμε πως όντως έχει κάνει λάθη σε αυτό ο Α. Αγριτέλλης, δεν αλλάζει η ουσία. Ακόμα και λάθος να έκανε στην ηλικία του Ντερτιλή, η αλήθεια παραμένει η ίδια: Φαίνεται να ήταν ο άνθρωπος που πυροβόλησε και δολοφόνησε το Μ. Μυρογιάννη.
Άλλωστε, αντίστοιχη κατάθεση δίνει και ο Μίμης Τραιφόρος:
"Περί ώραν 2:15 της Κυριακής 18/11/1973 ευρισκόμουν εις το μπαλκόνι του σπιτιού μου επί της οδού Πατησίων και αντελήφθην έναν νεαρό άνδρα, ύψους περίπου 1,80 μ. με μακριά μαλλιά, να κατέρχεται την οδόν Στουρνάρη, ήσυχος και αδιάφορος. Καθώς είχεν φθάσει εις το μέσον της διασταυρώσεως των άνω οδών, φαίνεται ότι κάποιος από το Πολυτεχνείο του φώναξε κάτι, εγώ δεν άκουσα τίποτε, αλλά το συμπεραίνω, διότι τον είδα να επιταχύνη το βήμα του και στον τρίτο - τέταρτο βηματισμό του άκουσα δύο πυροβολισμούς. Εκ των υστέρων έμαθα ότι ο ανωτέρω αποβιώσας ωνομάζετο Μυρογιάννης, υιός θυρωρού, ο οποίος πήγαινε να επισκεφθή τον πατέρα του εις κάποιαν πολυκατοικίαν επί της οδού Γ΄ Σεπτεμβρίου. Ο πατέρας του επεσκέφθη την σύζυγόν μου, Σοφίαν Βέμπο, και της άφηκε μιαν φωτογραφίαν του νεκρού με αφιέρωσιν, εγώ έλειπα κατά την επίσκεψιν του ανωτέρω".
Η μαρτυρία Τραϊφόρου δεν είναι ακριβώς ίδια με του Αγριτέλλη και το δικαστήριο το οποίο συνεδρίαζε για μεγάλο διάστημα ζητά επιπλέον στοιχεία, όπως να πει προσωπικές συνήθειες του Ντερτιλή.
"Μ έστελνε να του αγοράζω τσιγάρα Dunhill και να επισκευάζω τον αναπτήρα του, μάρκας Ronson, σ' ένα μαγαζί στη Βουκουρεστίου". Το μαγαζί βρέθηκε όπως βρέθηκε και απόδειξη επισκευής των αναπτήρων, από το Στέλιο Λογοθέτη, μετέπειτα δήμαρχο Πειραιά.
Ο ίδιος πάντως αρνήθηκε το περιστατικό με το Μυρογιάννη. Το 1973 ο Ντερτιλής ήταν πενήντα δύο χρόνων και όχι σαράντα πέντε, όπως κατέθεσε ο οδηγός του, ενώ υπήρξε μπέρδεμα και με το όνομα του Μιχάλη Μυρογιάννη. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί και ίσως δείχνει κάτι αυτό, πως ουδέποτε μίλησε για τη δολοφονία του Μυρογιάννη, ενώ σε επιστολή του στην εφημερίδα "Πρώτο Θέμα" εμφανιζόταν πρόθυμος να ζητήσει χάρη, αλλά υπό όρους. Είναι χαρακτηριστική η επιστολή του:
"...αιτηθεί συγνώμη από εμέ επισήμως η ελληνική πολιτεία δια το διαπραχθέν έγκλημα κατ' εμού, όπερ απετέλεσε την μεγαλυτέραν ηθικήν, νομικήν και πολιτικήν ατιμίαν όλων των εποχών" ανέφερε χαρακτηριστικά και κατέληγε:

"Εν περιπτώσει μη παροχής ταύτης. Θα αποθάνω εντός των φυλακών εκπληρών αποστολήν ου μόνον ως  Στρατιώτης, αλλά και ως Επαναστάτης εν τη πράξει".
Για ακόμα μία φορά δεν μίλησε για τη δολοφονία για την οποία είχε καταδικαστεί.
Πέραν όλων αυτών, ο Μ. Μυρογιάννης ήταν ένα ψηλό, λεπτό παλικάρι με μακριά μαλλιά, περιγραφή που ταιριάζει με αυτές των μαρτύρων και δη του Μίμη Τραϊφόρου. καταθέτει ο πατέρας του Μυρογιάννη στη δίκη για το Πολυτεχνείο:
(Ερώτηση υπεράσπισης): "Ήταν ψηλός ο γιος σας;"
"Ένα μέτρο κι ενενήντα. Τέτοιο παλικάρι σκότωσαν. Δε χωρούσαν τα πόδια του μες στο φέρετρο. Είχα δώσει 3.000 δρχ. και το φέρετρο ήταν μικρό. Για να τον βάλουν σε άλλο, μεγαλύτερο, μου ζήταγαν άλλες 9.000. Δεν τις είχα. Και μάζεψαν τα πόδια του όπως όπως…"
Αυτό όμως που επίσης δεν εξηγήθηκε ήταν η φωτογραφία γαλλικού περιοδικού που δείχνει τον Ντερτιλή με το πιστόλι στο χέρι.
 
Το πόρισμα του εισαγγελέα Τσεβά
Πρόκειται για το πρώτο επίσημο πόρισμα της Εισαγγελίας - προσπάθεια να υπάρξει μία καταμέτρηση και ταυτοποίηση των θυμάτων των ημερών της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Πέραν τούτου όμως πρόκειται για μία απάντηση σε όσους αμφισβητούν την ύπαρξη θυμάτων ή επίσης για όσους επιχειρούν να αυξήσουν τους αριθμούς τους σε υπερβολικό βαθμό, διότι έχει συμβεί και αυτό. Το πόρισμα υπογράφεται από τον εισαγγελέα Δημήτρη Τσεβά και έχει ημερομηνία 5/9/1974. Γίνεται καταγραφή των όσων προηγήθηκαν, καταγράφεται το πως ξεκίνησε και το πως απέκτησε "αμιγώς πολιτικόν χαρακτήραν". Γίνεται αναφορά και σε σοβαρά επεισόδια την 16η Νοεμβρίου.
"Κατά τας μεσημβρινάς ώρας πραγματοποιούνται αι πρώται μεγάλαι πορείαι προς Ομόνοιαν και Πολυτεχνείον δια των μεγάλων αρτηριών :
Αιόλου, Σταδίου, Πανεπιστημίου, Πατησίων και Αλεξάνδρας. Την 18.00 ώραν μέγα πλήθος διαδηλωτών πορεύεται προς το Σύνταγμα. Ανακόπτεται όμως υπό αστυνομικών δυνάμεων η πορεία του και εις την συμβολήν των οδών Σταδίου – ∆ραγατσανίου και Κοραή επιχειρείται η βιαία διάλυσις του. Κατά την επανακολουθήσασαν συμπλοκήν ρέει το
πρώτον αίμα, διότι υπήρξαν εκατέρωθεν τραυματίαι."

Και εν συνεχεία:
"Επιτυγχάνεται αρχικώς η απόκρουσις και διάλυσις των διαδηλωτών δι’ απλών απωθήσεων και χρήσεως αστυνομικών ράβδων, ως και δακρυγόνων αερίων. Κατά τας τελικάς όμως φάσεις των επιθέσεων τούτων χρήσις πυροβόλων όπλων, τη εντολή του ∆ιοικητού του μικτού Επιτελείου του Υπουργείου Στρατηγού Βαρνάβα."
Από κει και πέρα το πόρισμα μιλά για πυροβολισμούς, νεκρούς και τραυματίες, ενώ πιο κάτω αναφέρονται και οι ελεύθεροι σκοπευτές, όπως και η βάναυση κακοποίηση τραυματιών.
"Οι τραυματίαι δεν απετέλουν εκεί αντικείμενον περιθάλψεως και μερίμνης, αλλά στόχον κανιβαλλικών εκδηλώσεων εκ
μέρους ευάρυθμων, εκ των αυτόθι υπηρεσιακώς ευρισκομένων ,αστυνομικών υπαλλήλων, υπο τας ευλογίας και παροτρύνσεις του τότεδιοικητικού ∆ιευθυντού του Νοσοκομείου, όστις κραδαίνων παρανόμως περίστροφον, υβρίζων και απειλών και βλασφημών, περιεφέρετο ειςτους χώρους του Νοσοκομείου ενσπείρων τον τρόμον (οράτε καικατάθεσιν του ιδίου )."
 
Από κει και πέρα περιγράφονται λεπτό προς λεπτό φρικιαστικές σκηνές και περιστατικά που ο ανθρώπινος νους δεν τα χωράει. Το πόρισμα, αν και η Αριστερά έχει αμφισβητήσει αρκετά το συγκεκριμένο εισαγγελικό έγγραφο, αναδεικνύει πλήρως τη βία και τη μανία αστυνομικών αλλά και το ότι είχε χαθεί κάθε έλεγχος. Το ρώτημα όμως που γεννάται είναι το εξής:

Αναφέρεται ο Μιχάλης Μυρογιάννης μέσα στο πόρισμα ή όχι όπως υποστηρίζουν κάποιοι;
Καταρχάς σημειώνεται πως ο ακριβής αριθμός των νεκρών παραμένει ανεξιχνίαστος, ενώ μετά τονίζεται πως δεν (πρέπει να) υπάρχει νεκρός σπουδαστής του Πολυτεχνείου. Όμως, στον κατάλογο των νεκρών, στο νούμερο 14 διαβάζουμε:
"Μιχαήλ ∆ημητρίου Μυρογιάννης, ετών 20. Εφονεύθη εις την διασταύρωσιν των οδών Πατησίων και Στουρνάρα περί ώραν 13.30 ́ της 18.11.73, βληθείς δια περιστρόφου εις την κεφαλήν..."
Ένα χρόνο μετά, ο αντιεισαγγελέας εφετών Ιωάννης Ζαγκίνης έκανε λόγο για 23 νεκρούς, ενώ κατά τη διάρκεια της δίκης που ακολούθησε προστέθηκε ακόμη ένας, το σύνολο 24 λοιπόν. 
Σύμφωνα με έρευνα του διευθυντή του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, Λεωνίδα Καλλιβρετάκη το 2003, ο αριθμός των επωνύμων νεκρών ανέρχεται σε 24, ενώ αυτός των νεκρών αγνώστων στοιχείων σε 16. Σε αυτόν τον κατάλογο στο νούμερο 21 διαβάζουμε:
Μιχαήλ Μυρογιάννης του Δημητρίου, 20 ετών, ηλεκτρολόγος, από τη Μυτιλήνη, κάτοικος Ασημάκη Φωτήλα 8, Αθήνα. Στις 12.00 το μεσημέρι της 18.11.1973, ενώ βάδιζε στη διασταύρωση των οδών Πατησίων και Στουρνάρη, τραυματίστηκε θανάσιμα στο κεφάλι από πυρά περιστρόφου αξιωματικού του Στρατού (αυτουργός ο συνταγματάρχης Νικόλαος Ντερτιλής). Μεταφέρθηκε στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ. σε κωματώδη κατάσταση και κατόπιν στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών, όπου πέθανε αυθημερόν.
Κάπως έτσι "κλείνει" μία μαύρη σελίδα στην νεότερη ιστορία μας. Όπως πολλές τέτοιες σελίδες, έτσι και η συγκεκριμένη, όπως ειπώθηκε πιο πάνω, θα δημιουργεί πάντα συζητήσεις και διαφωνίες, φυσικά και ερωτήματα. Στο κάτω κάτω τα ιστορικά γεγονότα πάντα εγείρουν πολλές κουβέντες, ειδικά όταν υπάρχουν κάποια, έστω μικρά, ερωτηματικά.

Ένα πράγμα όμως δεν μπορούμε να αρνηθούμε, εκτός από το αυταπόδεικτο, το φόνο δηλαδή του Μυρογιάννη.
Πως η δολοφονία αυτή εντάσσεται σε ένα ευρύτερα ταραγμένο πολιτικό κλίμα, πως προστίθεται σε μία ακόμη σειρά από εγκλήματα και βαναυσότητες, με θύτη τα όργανα της χούντας των συνταγματαρχών και θύμα έναν απλό πολίτη.
Ένα πολίτη που έφυγε 40 χρόνια πριν και σήμερα πια ο μόνος που έχει απομείνει είναι η αδελφή του η οποία διαμένει κάπου στην Αθήνα, μακριά από κάμερες, τηλεοράσεις και συνεντεύξεις.
Ζει το δικό της πόνο, εδώ και 40 συναπτά έτη και γι αυτό όταν το NEWS 247 την εντόπισε και επιχείρησε να της μιλήσει μας είπε ευγενέστατα:
"Σας παρακαλώ πολύ... να με απαλλάξετε. Προσπαθώ να ξεχάσω επί 40 χρόνια. Κλείστε εσείς το τηλέφωνο. Μη με κάνετε να γίνω αγενής".
 

Κουμής, Κανελλοπούλου, Καλτεζάς, θύματα αστυνομικής βίας

Στις 16 Νοεμβρίου 1980, δολοφονήθηκαν ο Κύπριος φοιτητής Ιάκωβος Κουμής και η εργάτρια από το Περιστέρι, Σταματίνα Κανελλοπούλου -θύματα και οι δύο της αστυνομικής βίας στην πορεία του Πολυτεχνείου του 1980. Το βράδυ της 17ης Νοέμβρη 1985, μετά τη διαδήλωση του Πολυτεχνείου, ο Μιχάλης Καλτεζάς, ένας 15χρονος μαθητής, δολοφονήθηκε από τον αστυφύλακα Αθανάσιο Μελίστα


Προς τιμήν του Μιχάλη Καλτεζά…

Πριν από 28 χρόνια, το βράδυ της 17ης Νοέμβρη 1985, μετά τη διαδήλωση του Πολυτεχνείου, ο Μιχάλης Καλτεζάς, ένας 15χρονος μαθητής, δολοφονήθηκε από τον αστυφύλακα Αθανάσιο Μελίστα με σφαίρα στο πίσω μέρος του κεφαλιού του, κατά τη διάρκεια μικροεπεισοδίων στις παρυφές της πλατείας Εξαρχείων. Ήταν το αποκορύφωμα ενός χρόνου βίαιων «επιχειρήσεων αρετής». Οι παραιτήσεις των προϊσταμένων του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, Τσούρα και Κουτσόγιωργα, δεν έγιναν δεκτές από τον Α. Παπανδρέου. Τα ΜΑΤ εισέβαλαν στο Χημείο –που καταλήφθηκε το ίδιο βράδυ- συλλαμβάνοντας 37 νέους. Το άσυλο είχε καταληθεί με την άδεια του «δημοκρατικού» ΠΑΣΟΚ. Το κέντρο της Αθήνας έζησε άγριες ώρες, με χιλιάδες αγανακτισμένους διαδηλωτές, κατάληψη του ΕΜΠ και επιθέσεις «αγανακτισμένων πολιτών», δηλαδή φασιστικών ομάδων κατά της «αναρχίας». Για μία βδομάδα, φοιτητές και μαθητές συγκρούονταν με την αστυνομία στο κέντρο της Αθήνας.

Καταδικασμένος πρωτόδικα σε δυόμισι χρόνια φυλάκιση, ο Μελίστας αθωώθηκε τελικά στις 25/1/1990 από το Εφετείο. Οι συγκρούσεις εκείνων των ημερών έχουν πολλά διδάγματα για το σήμερα. Το πιο χοντρό χαρακτηριστικό τους ήταν ότι, ενώ κλιμακώθηκαν πολύ γρήγορα, σταμάτησαν και καταστάλθηκαν επίσης πολύ γρήγορα, μετά από λίγες μέρες.

Έχει σημασία να θυμηθούμε τι συνέβαινε εκείνη την περίοδο. Καταρχήν ήταν επίσης μια περίοδος γενικευμένης κρίσης. Τον Ιούνη του ´85 είχε εκλεγεί για δεύτερη φορά το ΠΑΣΟΚ, με Υπουργό Οικονομίας τον Κώστα Σημίτη, που σηματοδότησε τη στροφή προς τα δεξιά. Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ήθελε να πάρει πίσω όσα είχε αναγκαστεί να δώσει στην πρώτη τετραετία. Ο Σημίτης εξήγγειλε τα περίφημα μέτρα «σταθεροποίησης», δηλαδή λιτότητας. Αμέσως άρχισαν οι αντιδράσεις, ενώ οι εργατικοί χώροι οργανώνονταν για αντίσταση στα μέτρα.
Ο Σεπτέμβρης και ο Οκτώβρης ήταν γεμάτοι απεργίες. Στα σχολεία επικρατούσε αναβρασμός. Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία, πιεσμένη από τα κάτω, αναγκάστηκε να πάρει πρωτοβουλίες. Ένα τμήμα της ηγεσίας της ΓΣΕΕ, που ήθελε να υπερασπίσει την κυβέρνηση, προσπαθούσε να μπλοκάρει τις αποφάσεις για απεργίες. Τελικά διασπάστηκαν και η ΠΑΣΚΕ και η ΓΣΕΕ. Οι συνδικαλιστές, που διαφώνησαν με τα μέτρα Σημίτη, διαγράφηκαν από το ΠΑΣΟΚ. Στις 14 Νοέμβρη, τρεις μέρες πριν το Πολυτεχνείο, έγινε γενική απεργία από Ομοσπονδίες και Εργατικά Κέντρα, πολλά από τα οποία έβαζαν ζήτημα καθαίρεσης της ηγεσίας της ΓΣΕΕ. Τα ΜΑΤ στις 14 Νοέμβρη χτύπησαν τις απεργιακές φρουρές σε πολλούς εργατικούς χώρους. Αυτή η αποθρασυμένη αστυνομία δολοφόνησε τελικά τον 15χρονο Καλτεζά.

Όμως η νεολαία που βγήκε στο δρόμο μετά τη δολοφονία, ποτέ δεν συνδέθηκε με τις εργατικές κινητοποιήσεις και το αντίστροφο. Αντίθετα υπήρχε καχυποψία του ενός μετώπου απέναντι στο άλλο. Αυτό δεν ήταν «αυθόρμητο». Κάποιοι το δούλεψαν και ευθύνονται γι’ αυτό.
Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία, φιλοκυβερνητική και αντικυβερνητική, βολεύτηκε με τη θεωρία των «προβοκατόρων», που προκαλούν επεισόδια, για να αποπροσανατολίσει το κίνημα. Επίσημα η κυβέρνηση μίλαγε για «υπερβολή ενός αστυνομικού». Από την άλλη μεριά, δεν έγινε εφικτό να μετατραπεί η έκρηξη σε κίνημα με στόχο τη νίκη. Έτσι οι συγκρούσεις με την αστυνομία -όντας απομονωμένες- είχαν ημερομηνία λήξης.
(Πηγή: kar.org.gr)
__________________________________________

Ι.Κουμής – Σ.Κανελλοπούλου: Οι ξεχασμένοι νεκροί της αστυνομικής βίας

Στις 16 Νοεμβρίου 1980, δολοφονήθηκαν ο Κύπριος φοιτητής Ιάκωβος Κουμής και η εργάτρια από το Περιστέρι, Σταματίνα Κανελλοπούλου -θύματα και οι δύο της αστυνομικής βίας στην πορεία του Πολυτεχνείου του 1980. Η πορεία αυτή έμεινε στην ιστορία για τα πιο αιματηρά γεγονότα μετά τη μεταπολίτευση.
Η απαγορευμένη αντιαμερικανική πορεία
Η δολοφονία των δύο νέων από τις δυνάμεις των ΜΑΤ δεν ήρθε σε τυχαία χρονική συγκυρία. Όπως αναφέρεται στο ιστορικό λεύκωμα της εφημερίδας «Καθημερινή», το φθινόπωρο του 1980 η κυβέρνηση Ράλλη είχε θέσει ως πρώτη προτεραιότητα μιας ιδιαίτερα φιλόδοξης ατζέντας την άρση όλων των εκκρεμοτήτων στις σχέσεις της Ελλάδας με το «δυτικό κόσμο». Στο πλαίσιο αυτό, στις 21 Οκτωβρίου 1980 η Ελλάδα έγινε ξανά δεκτή στη στρατιωτική δομή του ΝΑΤΟ, ενώ η κυβέρνηση είχε ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ για την ανανέωση των συμφωνιών παραμονής των αμερικανικών βάσεων στην Ελλάδα και ο Ευάγγελος Αβέρωφ, τότε υπουργός άμυνας, συμμετείχε για πρώτη φορά μετά την αντιπολίτευση στην Επιτροπή Πυρηνικού Σχεδιασμού του ΝΑΤΟ.
Η αντίδραση του λαού ήταν έντονη, ενώ διάχυτος ήταν ο αντιαμερικανισμός ιδίως ανάμεσα στους φοιτητές, καθώς ήταν φρέσκες ακόμα οι μνήμες της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο και του αμερικανικού παράγοντα στην ελληνική στρατιωτική Χούντα. Ωστόσο, για την κυβέρνηση, το ενδεχόμενο η πορεία για την επέτειο του Πολυτεχνείου να κινηθεί προς την αμερικανική πρεσβεία αποτελούσε εξέλιξη που έπρεπε πάση θυσία να αποφευχθεί. Έτσι, με συνοπτικές διαδικασίες η κυβέρνηση απαγορεύει στην πορεία να κατευθυνθεί προς την Αμερικάνικη πρεσβεία και θέτει ως όριο την πλατεία Συντάγματος: οι διαδηλωτές μπορούσαν να φτάσουν μόνο ως το Σύνταγμα και εκεί να διαλυθούν.
Η στάση της αντιπολίτευσης παραμένει υποτονική. Με το βλέμμα στραμμένο προς τους μετριοπαθείς ψηφοφόρους και μπροστά στην επιθετική στάση της κυβέρνησης που δηλώνει αποφασισμένη να σταματήσει με τη βία οποιαδήποτε προσπάθεια να φτάσει η πορεία στην πρεσβεία, ΠΑΣΟΚ και ΚΚΕ γρήγορα συμβιβάζονται με την κυβερνητική απαγόρευση. Στο ίδιο πλαίσιο, το κεντρικό συμβούλιο της ΕΦΕΕ – αποτελούμενο κατά πλειοψηφία από τα μέλη της ΚΝΕ και της νεολαίας ΠΑΣΟΚ – αποφασίζει να πειθαρχήσει στην απαγόρευση, ενώ η αριστερή μειοψηφία, αποτελούμενη από οργανώσεις όπως οι ΠΠΣΠ, ΑΑΣΠΕ, ΕΚΟΝ, Ρήγας Φεραίος-Β' Πανελλαδική, ΚΚΕ μ-λ, ΕΚΚΕ και άλλες, αποφασίζουν να συνεχίσουν προς την αμερικανική πρεσβεία.
Η πορεία και τα επεισόδια
Η συγκέντρωση της ΕΦΕΕ έληξε κατά τις 6 το απόγευμα της Κυριακής, 16 Νοεβρίου, και στη συνέχεια η πορεία ανέβηκε την οδό Σταδίου και συνέχισε προς την πλατεία Συντάγματος, με έντονο το αντιαμερικανικό στοιχείο και με σημαντική περιφρούρηση της πορείας από δυνάμεις των πολιτικών κομμάτων. Από την άλλη, στα Χαυτεία, οργανώνει συγκέντρωση η μειοψηφία της ΕΦΕΕ, η οποία με περίπου 1.000 φοιτητές ετοιμάζεται να κινηθεί προς την αμερικανική πρεσβεία και γύρω στις 7.30 εισέρχεται στο κύριο σώμα της πορείας. Η πορεία φτάνει στο Σύνταγμα και τα κύρια μπλοκ της αρχίζουν σταδιακά να διαλύονται ειρηνικά. Ωστόσο, γύρω στις 9 το βράδυ, συγκεντρώνονται υπό την αιγίδα της μειοψηφίας της ΕΦΕΕ περίπου 3.000 άτομα στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη και επιχειρούν να κινηθούν προς την οδό Βασιλίσσης Σοφίας, όπου είναι παρατεταγμένοι αστυνομικοί και από πίσω τους τα ΜΑΤ.
Για λίγα λεπτά, τα δύο μέτωπα έμειναν ακίνητα και ανταλλάχθηκαν διαξιφισμοί, ενώ σύντομα οι διαδηλωτές κατάφεραν να σπάσουν τον κλοιό των αστυνομικών και να κινηθούν προς την πρεσβεία. Στη συνέχεια, ο προϊστάμενος της εισαγγελίας, Γ. Κουβέλης, πήρε την κατάσταση στα χέρια του: έδωσε εντολή στις έξι διμοιρίες των ΜΑΤ που βρίσκονταν παρατεταγμένες πίσω απ’ τον αστυνομικό κλοιό να επιτεθούν. Σε λίγα λεπτά το μπλοκ των διαδηλωτών έκανε τα πρώτα βήματα προς τον σχηματισμό των ΜΑΤ και τότε αυτά επιτέθηκαν. Η μάζα των διαδηλωτών ήταν πυκνή και η υποχώρηση ήταν δύσκολη.
Αρχίζει τότε ένα όργιο βίας, με χρήση όχι μόνο κλομπ αλλά – για πρώτη φορά μετά τη Χούντα – και πυροβόλων όπλων, ενώ η αστυνομία επιστρατεύει και «αύρες», τα ειδικά τεθωρακισμένα οχήματά της για την απώθηση των διαδηλωτών. Τα ΜΑΤ ξεφεύγουν από κάθε έλεγχο και επιτίθενται όχι μόνο στους διαδηλωτές που αψήφησαν την κυβερνητική απαγόρευση, αλλά και κατά αυτών που ειρηνικά διαδήλωναν προς την πλατεία Συντάγματος. Τα επεισόδια χαρακτηρίστηκαν από σύσσωμο τον πολιτικό κόσμο ως τα πιο αιματηρά μετά τα Ιουλιανά και διήρκεσαν μέχρι τις 4 τα χαράματα.
Κουμής και Κανελλοπούλου: τα τραγικά θύματα
Τη νύχτα εκείνη, η Σταματίνα Κανελλοπούλου, εργάτρια από το Περιστέρι, έπεσε αναίσθητη και αιμόφυρτη από αλλεπάλληλα χτυπήματα αστυνομικών κλομπ στην οδό Πανεπιστημίου. Μια ομάδα αστυνομικών την ξυλοκόπησε και τη χτύπησε αλύπητα στο κεφάλι και στο σώμα. Μεταφέρθηκε αναίσθητη στο «Ιπποκράτειο» όπου άφησε την τελευταία της πνοή, προτού οι γιατροί της προσφέρουν τις πρώτες βοήθειες. Το πόρισμα του ιατροδικαστή συγκλονίζει: 18 χτυπήματα στο κρανίο, πολλαπλά κατάγματα και βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση.
Ο Κύπριος φοιτητής Ιάκωβος Κουμής συμμετείχε στη συγκεκριμένη πορεία με τους συντρόφους του της «Επιτροπής Αυτοδιάθεσης Κύπρου». Στην Πλατεία Συντάγματος έγινε θύμα άγριας επίθεσης των ΜΑΤ, η οποία τον άφησε επί τόπου βαριά τραυματισμένο. Μάλιστα, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, ο Κουμής δεν είχε λάβει καν μέρος στα επεισόδια, αλλά καθόταν σε παρακείμενο καφενείο την ώρα των επεισοδίων. Ο Κουμής μεταφέρεται στο Λαϊκό Νοσοκομείο και το βράδυ της Κυριακής είναι ήδη κλινικά νεκρός. Την Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου, κηδεύεται στην Κύπρο και αμέσως μετά πραγματοποιείται πορεία διαμαρτυρίας προς την Ελληνική Πρεσβεία της Λευκωσίας.
«Και ο Αρχάγγελος Μιχαήλ σπάθην κρατεί»
Την ευθύνη για τα αιματηρά γεγονότα ο πολιτικός κόσμος αποφάσισε να τη ρίξει στους διαδηλωτές. Στις 10 το βράδυ της ημέρας των επεισοδίων ο Ανδρέας Παπανδρέου δηλώνει ότι «μικρές ομάδες ανευθύνων στοιχείων και προβοκατόρων άγνωστης και ύποπτης προέλευσης δημιούργησαν θλιβερά έκτροπα με προφανή σκοπό να αμαυρώσουν και να δυσφημήσουν τη μεγάλη λαϊκή επέτειο του Πολυτεχνείου». Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση περιορίστηκε να εκφράσει την οργή της για τις «οργανωμένες ομάδες αναρχικών και εξτρεμιστικών στοιχείων» που «αμαύρωσαν τη μεγάλη λαϊκή επέτειο και προκάλεσαν βάναυσα τα δημοκρατικά και ειρηνικά αισθήματα του συνόλου του ελληνικού λαού». Σε ό,τι αφορά το θάνατο της Κανελλοπούλου, η κυβέρνηση περιορίσθηκε να δηλώσει ότι «για τις συνθήκες υπό τις οποίες σημειώθηκε ο θάνατος νεαρής εργάτριας διετάχθησαν διοικητικές ανακρίσεις».
Στη συζήτηση που έγινε στη Βουλή μία εβδομάδα αργότερα ο πρωθυπουργός, κ.Ράλλης, έκανε την εξής δήλωση που έμεινε στην ιστορία: «Και ο Αρχάγγελος Μιχαήλ σπάθην κρατεί στα χέρια του για να αμυνθεί εναντίον των δαιμόνων. Δεν κρατεί άνθη». «Θα ήταν σε θέση, πραγματικά, η Αστυνομία στο σημείο της σύγκρουσης να προχωρήσει με ελιγμό τέτοιο, ώστε να αποκοπεί, το επαναλαμβάνω, το σώμα των 2.000 εξτρεμιστών και εκεί να τους αντιμετωπίσει», δήλωσε από την πλευρά του και ο Ανδρέας Παπανδρέου. Όσο για τις «διοικητικές ανακρίσεις» για το θάνατο των δύο διαδηλωτών καμία απάντηση δε δόθηκε, κανένας ένοχος δεν τιμωρήθηκε. Τα ονόματά τους κοντεύουν να ξεχαστούν στις μέρες μας, τοποθετούμενα στον τραγικό κατάλογο των νεκρών αγωνιστών για τους οποίους δεν αποδόθηκε ποτέ δικαιοσύνη.
(Πηγή: tvxs.gr)
__________________________________
Φωτογραφίες από τη διαδήλωση διαμαρτυρίας στις δολοφονίες Κουμή - Κανελλοπούλου (http://kanali.wordpress.com)

Προπύλαια.

Πανεπιστημίου - Προπύλαια

Πανεπιστημίου - Προπύλαια

Εισαγγελέας και διοικητής αστυνομίας παρόντες

Σταδίου και Κοραή και δεν είναι το τέλος της πορείας

Σύνταγμα (και δεν είναι η αρχή της πορείας)

Βουλή - Όθωνος (και κάπου εκεί είναι η αρχή της πορείας)

Άλμπερτ Κουράντ: Ο άνθρωπος που κινηματογράφησε το τανκ στο Πολυτεχνείο


Ο Άλμπερτ Κουράντ έχει γυρίσει το φιλμ που έχει προβληθεί τις περισσότερες φορές στην Ελλάδα, διαμορφώνοντας συνειδήσεις και την ιστορία. Χωρίς τις εικόνες από το φιλμ, η μεταπολιτευτική πορεία της χώρας ίσως ήταν διαφορετική: πρόκειται για τα 35 δευτερόλεπτα της εισβολής του τανκ στο Πολυτεχνείο, τον Νοέμβριο του 1973.
Γεννήθηκε το 1928 στο Άμστερνταμ και εργαζόταν ως δημοσιογράφος από το 1955. Παντρεμένος με την Ελένη Νικολοπούλου,το 1965 εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα και εργάστηκε ως ανταποκριτής στην Αθήνα για την ολλανδική και τη βελγική τηλεόραση καθώς και για ολλανδικές εφημερίδες.
Κατά την περίοδο της επταετίας, αντίθετα με πολλούς συναδέλφους του ξένους ανταποκριτές όπως ο διαβόητος Μαρκ Μαρσώ της Le Monde,όχι μόνο συνέχισε να καταγράφει τα βασανιστήρια και τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά προσπάθησε να βοηθήσει την ελληνική αντίσταση. Η χούντα τον απέλασε δυο φορές από την Ελλάδα, για να επανέρχεται πάντα κάτω από κινηματογραφικές συνθήκες. Στην πρώτη από αυτές τις επιστροφές, μπόρεσε να καταγράψει την ιστορική στιγμή, από ένα δωμάτιο στο ξενοδοχείο Ακροπόλ.
Για την αντιδικτατορική του δράση, τιμήθηκε με παράσημο από τον βασιλιά του Βελγίου και τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας,τον Σύνδεσμο Φυλακισθέντων και Εξορισθέντων Αντιστασιακών 1967-1974 και την Ένωση Ανταποκριτών Ξένου Τύπου. Ήταν ένας άνθρωπος γεμάτος χιούμορ και αγάπη για την ζωή. Πέθανε στις 13 Ιουλίου στο Άμστερνταμ.
Η συνέντευξη στον Στέλιο Κούλογλου που ακολουθεί, ήταν από τις τελευταίες που έδωσε.
Ήρθα στην Ελλάδα πριν το πραξικόπημα του 1967 και με τα Ιουλιανά είδα τις διαδηλώσεις, αναποδογυρισμένα αυτοκίνητα..Είπα τότε: τι ζωηρός λαός είναι αυτός;
Οταν έγινε η χούντα από την πρώτη στιγμή που βγήκαν τα τανκς στον δρόμο, άρχισα να παίρνω πολλές συνεντεύξεις με ανθρώπους που πήγαν φυλακή, που ύστερα έγιναν φίλοι μου,πολλοί δεν υπάρχουν πιά… Το φιλμ για το Πολυτεχνείο δεν ήταν το πρώτο που έκανα. Έκανα 10-15 φιλμ, τα χάρισα στην ΕΡΤ, πρέπει να είναι ακόμα εκεί.
Μετά την 21η Απριλίου μας καλούσαν σε συνεντεύξεις, του Παπαδόπουλου του έκανα δύσκολες ερωτήσεις. Είχε πάει στην Αμερική τότε και τον ρώτησα: «Κύριε Πρόεδρε, οι Αμερικανοί δεν είχαν ερωτήσεις για την κατάσταση στην Ελλάδα;»
Τον Παττακό τον είχαν για πλάκα, θυμάμαι μία μέρα κάλεσαν όλους τους ξένους ανταποκριτές στις 5 το πρωί. Και πήγαμε εκεί, καθόταν με το βλακώδες χαμόγελο και δεν είπε τίποτα…Πέρασε ένα τέταρτο, 20 λεπτά και λέω «Κύριε Πρόεδρε, αφού μας σηκώσατε τόσο νωρίς, έχετε κάτι σοβαρό να μας πείτε. Ίσως να γυρίσετε στον στρατό, παραδίδοντας την εξουσία στους πολιτικούς».. « Ήθελα να σας πω καλημέρα μόνο», απάντησε. Οταν είχε πέσει η Χούντα, πήγα στο σπίτι του. Χτύπησα το κουδούνι και λέει «εσύ πάλι; Γιατί έρχεσαι;». Λέω «Ήμουν οπαδός σας.» Και γέλασε. Γιατί είχε κάτι, δεν τόσο κακός άνθρωπος, όσο ο Παπαδόπουλος
Ο Παπαδόπουλος, τι τύπος ήταν;
Μόνο να’βλεπες τα μάτια του, ήταν καλός για το τρελοκομείο, δεν μπορούσες να μιλήσεις μαζί του. Αγαπούσε πάρα πολύ τον εαυτό του, μία μέρα είχε μαζέψει όλα τα παιδιά του γυμνασίου στο Παναθηναϊκό Στάδιο. Ηταν υποχρεωτικό να’ ρθούν, αλλοιώς έπρεπε να φέρουν χαρτιά ότι είναι άρρωστοι. Το στάδιο ήταν γεμάτο και άρχισε ο δικτάτορας να μιλάει «Έλληνες Ελλήνων Χριστιανών…» και άρχισαν τα παιδιά να φωνάζουν τα σλόγκαν, τα γελοία συνθήματα της Χούντας και δεν τον άφησαν να μιλήσει. Τα παιδιά δεν σταμάτησαν , τον γελοιοποίησαν και αυτός έφυγε. Ποτέ δεν το ξαναέκανε αυτό. Και δεν το ήξερε ο κόσμος, δεν το είπε το ραδιόφωνο και ο κόσμος δεν το ήξερε αλλά εγώ το φιλμάρισα.
Για πέστε μου για τους ανταποκριτές και τους δημοσιογράφους τότε. Είχε η Le Monde έναν διαβόητο ανταποκριτή..
Ο Μαρσώ, τώρα μπορώ να μιλήσω ελεύθερα γι’ αυτόν, ήταν Χουντικός, αλλά για άλλους δεν θα μιλήσω γιατί δεν είναι νεκροί ακόμα. Ηταν χρόνια εδώ, μπορεί μέσα τους να είναι δημοκρατικοί αλλά είχαν οικογένεια, πολλοί ήταν παντρεμένοι με Ελληνίδες και ήταν το ψωμί τους.
Και για τους Έλληνες δημοσιογράφους, το ίδιο ισχύει…
Διέτρεχαν πολύ μεγαλύτερο κίνδυνο από τους ξένους. Οι Έλληνες δημοσιογράφοι που έχω γνωρίσει, τους περισσότερους τους έχω θαυμάσει. Τους άλλους .δεν ήθελα να τους γνωρίσω κι αυτοί δεν ήθελαν να με γνωρίσουν. Αλλά τι μπορούσαν να κάνουν; Εμείς οι ξένοι μπορούσαμε να κάνουμε, να γράφουμε και όλα αυτά και μερικοί από μας το κάνανε, άλλοι οχι.. Αλλά η δική μου η συνείδηση δεν μου είχε επιτρέψει να είμαι παθητικός.
Έκανα, επί Χούντας, το αναγνωρίζω, πράγματα που δεν κάνει ένας δημοσιογράφος. ‘Ένας δημοσιογράφος πρέπει να είναι ουδέτερος, να γράφει τα πράγματα όπως τα βλέπει και μετά στοπ. Αλλά εγώ μάζευα λεφτά στους ανθρώπους που είχαν υποφέρει από την δικτατορία, που έβγαιναν από την φυλακή και δεν είχαν δραχμή.Δεν ήταν αρμοδιότητας δημοσιογράφων και γι’ αυτό μου έχουν κάνει κριτική οι συνάδελφοί μου εδώ και σε αυτό έχουν δίκιο, το αναγνωρίζω.
Στην κατάληψη της Νομικής φάγατε ξύλο όμως..
Στην κατάληψη της Νομικής άρχισαν να χτυπάνε τους ανθρώπους και εμένα με πιάσανε και αφου με δείρανε πολύ με βάλανε σε μία κλινική, εκεί απέναντι από την ΕΣΑ, πως λέγεται ο μεγάλος δρόμος;
Βασιλίσσης Σοφίας;
Εκεί. Με βάλανε στην κλινική και μου κάνανε ανάκριση. . Με ρωτούσαν «τι θα κάνουνε οι φοιτητές τώρα;». «Δεν ξέρω εγώ, δεν με έχουν ειδοποιήσει τι θα κάνουν.». «Και τι σκοπό έχουν; Τι θέλουν;». Λέω: «Ελευθερία. Μόνο ελευθερία.».
Ηταν και φοιηττές τραυματισμένοι και πήγαιναν να χτυπήσουν τα παιδιά στα κρεβάτια τους. Πως μπορείς να πας με το γκλομπ να χτυπήσεις ανθρώπους που είναι τραυματισμένοι στο κρεβάτι; Μόνο επειδή είχαν φωνάξει «Ελευθερία».
Και μετά την Νομική σας έδιωξαν από την Ελλάδα.
Τον Μάρτιο του 73. Πριν με διώξουν μου τηλεφωνούσαν, με απειλούσαν, «γύρισε στην πατρίδα σου». Είχα φίλους που με βοηθούσαν, μερικές φορές δεν τολμούσα να βγω μόνος μου γιατί φοβόμουν ότι θα με πιάσουνε στο δρόμο και θα μου κάνανε κακό. Και είχα 2-3 φοιτητές που με συνόδευαν από το σπίτι μου.
Μία, δύο, τρεις φορές, στο τέλος με διώξανε, πηγαίνοντας στο αεροδρόμιο και αυτό ήταν συγκινητικό, δεκάδες φοιτητές να με συνοδεύουν. Κι όταν ήρθα στο Άμστερνταμ, ήταν γεμάτο δημοσιογράφους…όχι ότι είμαι σπουδαίος αλλά είναι ένα γεγονός.
Ξέρετε ακόμη και στην Ολλανδία και η Σκανδιναβία που ήταν πιο δημοκρατικές χώρες, πολλοί λέγανε ότι οι Ελληνες είναι απείθαρχοί και καλά τους κάνουν οι συνταγματάρχες, άλλωστε χειρίζονται τους διαφωνούντες με το γάντι. Ακόμα τον Παναγούλη δεν τον εκτέλεσαν.Η μεγάλη πρσοφορά της Νομικής Σχολής και του Πολυτεχνείου ήταν ότι έδειξαν στον έξω κόσμο το πραγματικό πρόσωπο της χούντας.
Και στο Πολυτεχνείο, πριν καταγράψατε την σκηνή με το τανκ, τότε πως ήταν το κλίμα;
Είχα νοικιάσει δωμάτιο στο ξενοδοχείο “Ακροπόλ” απέναντι από το Πολυτεχνείο. Ηταν η νύχτα του Βαρθολομαίου, ήταν άνθρωποι με πολύ θάρρος, δεν ήταν μόνο φοιτητές, ήταν μικρά παιδιά 15 ετών, 12 ετών, ο Κομνηνός…..καμία φορά που το σκέφτομαι συγκινούμαι.
Και ήταν κατά τις 8 που άρχισαν να πέφτουν σφαίρες από παντού. Μας φέρανε μέσα μία κοπέλα, είχε χτυπηθεί στον λαιμό της, μία τουρίστρια που ήρθε στην Ελλάδα και πήγε στον ΟΤΕ να τηλεφωνήσει στη μαμά της ότι πέρασε ωραία στην Ελλάδα. Και πέθανε, πέθανε μπροστά μου.
Στο δωμάτιό μου, είχανε έρθει πολλά παιδιά, μικρά παιδιά, μεγαλύτερα, φοιτητές και τους έκρυψα. Υστερα ήρθαν τα τανκς τα φοβερά, τα τέρατα μπροστά, αυτά μου έδωσαν το φως να τραβήξω το φιλμ, χωρίς το φως τους δεν θα είχε γίνει ποτέ αυτό το φιλμ.
Την επόμενη μέρα δεν μπορούσα να φύγω από το ξενοδοχείο και κρύφτηκα εκεί. Το προσωπικό του ξενοδοχείου, είχε πάρα πολύ θάρρος, μου φέρνανε φαγητό, η τηλεφωνήτρια μου έκανε σύνδεση με την Ολλανδία αλλά δεν δούλευα μόνο για την Ολλανδία, δούλευα και για το Βέλγιο, άκουσαν τα γεγονότα σε όλη την Ευρώπη
Και το φιλμ πως το στείλατε;
Δύο μέρες μετά την εισβολή στο Πολυτεχνείο, κρυβόμουν ακόμα αλλά δεν μπορούσα να βγω γιατί ήταν αστυνομία απ’ έξω και τηλεφώνησα στην ολλανδική πρεσβεία και είπα «κάντε μου μια χάρη, ελάτε να με πάρετε.» Και ήρθε ένα μεγάλο αυτοκίνητο με τη σημαία πάνω και με πήρανε. Μετά το έστειλα στο εξωτερικό.
Και μετά σας ξαναδιώξανε…
Με φώναξε ένας αστυνομικός και μου είπε: «πρέπει να φύγετε από την Ελλάδα, το έχετε παρακάνει.» Λέω: «Τι έχω κάνει;». Έκανα τον ανήξερο. «Εσύ το ξέρεις πολύ καλύτερα από μένα και να φύγεις γιατί θα σε συλλάβουμε πάλι και δεν θα περάσεις ωραία.» Αλλά εγώ πήγα σπίτι μου και δούλευα, σαν να μην έτρεχε τίποτα. Και μία μέρα ήταν αρχές του ’74, ήρθαν σπίτι 4 μπάτσοι και είπαν να φύγεις αύριο και αν δεν έχεις φύγει θα σε συλλάβουμε.
Ετσι πήγα στην Κύπρο κι εκεί ο Μακάριος, αμέσως με φώναξε μου είπε «ξέρω όλες τις περιπέτειες που έχεις περάσει στην Ελλάδα, κάθισε εδώ. Θα σου πληρώσουμε το ξενοδοχείο, ότι θέλεις.» Μετά έφυγα, πήγα στην Ολλανδία, πήγα να δω τους ανθρώπους που ήταν στην εξορία,η λαίδη Φλέμινγκ στην Αγγλία, στην Γαλλία ο Θεοδωράκης και πολλοί πολλοί άλλοι.
Αλλά τι να κάνω στο εξωτερικό, δεν είχε δράση και γύρισα κρυφά στην Ελλάδα. Στο αεροδρόμιο οι αστυνομικοί το κατάλαβαν αλλά είπαν μόνο: «Welcome, welcome!» Και δεν έκαναν τίποτα. Ξέρεις εκείνη την εποχή, είχαν αλλάξει, οι άνθρωποι δεν πίστευαν πια στη Χούντα, ο ένας βοήθουσε τον άλλον, ήμασταν προς τον δρόμο της δημοκρατίας. Τον Ιούλιο του ’74 με το πραξικόπημα στην Κύπρο ξαναήρθαν στο σπίτι μου και είπαν θα φύγεις αύριο γιατί δεν θα ζήσεις ούτε μία μέρα. Την άλλη μέρα αυτοί είχαν φύγει κι εγώ έμεινα. Γιατί είχε πέσει ή Χούντα.

ΦΟΒΑΜΑΙ ΜΑΜΑ....ΚΙ ΕΓΩ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ


Τότε ήταν χούντα. Κανονική και όχι ντυμένη μασκαράς, ως δημοκρατία. Το ΄73 λέω, ήταν χούντα αληθινή και ξέραμε όλοι με τι έχουμε να κάνουμε. Δεν έχω πολλές μνήμες από τότε. Ήμουν παιδί της πρώτης δημοτικού. Μια σκηνή όμως θυμάμαι έντονα, και κάθε φορά που τη φέρνω στην μνήμη μου νιώθω τον ίδιο πανικό. Είμαι στη τζαμαρία του σπιτιού μου και βλέπω κάτω τα μεγαλύτερα παιδιά να παίζουν στο δρόμο, σε κάποια γειτονιά της Αθήνας, πολύ κοντά στο κέντρο, στον Άγιο Σώστη, τον ξέρεις?

Εκεί λοιπόν ξαφνικά έρχονται αστυνομικοί με προτεταμένα τα όπλα τους, μεγάλα όπλα όχι μικρά, να απειλούν τα παιδιά.

Θυμάμαι τις μανάδες να βγαίνουν στα μπαλκόνια και να κλαίνε και να παρακαλάνε να μη πειράξουν τα παιδιά τους. Θυμάμαι τα παιδιά να..
εξαφανίζονται τρέχοντας στο σπίτι της γειτόνισσας για να κρυφτούν. Θυμάμαι τον σταθμό του πολυτεχνείου να παίζει κρυφά και την αγωνιώδη φωνή του εκφωνητή. Ειλικρινά αυτό το απόσπασμα δεν μπορώ να το ακούσω πια. Με ταράζει πολύ. Θυμάμαι τον Παπαδόπουλο τον δικτάτορα να βγαίνει στην τηλεόραση και να παραληρεί ως ένας ακόμα κατά φαντασίαν εθνοσωτήρας.

Είναι αυτή η μέρα που έρχεται και που πάντα μου φέρνει αυτές τις μνήμες. Τότε ήταν χούντα αληθινή, φανερή, καθάρια χούντα. Οι άνθρωποι ήξεραν με τι είχαν να παλέψουν. Ήξεραν γιατί αγωνιζόντουσαν. Ήταν ένας ο εχθρός και απέναντί τους ο λαός. Ήταν 17 Νοέμβρη του 1973.Και ξεχύθηκαν τα τάνκς στους δρόμους να καταστείλουν την εξέγερση. Και ναι υπήρχαν νεκροί με αποδείξεις, τηλεπωλητή μου.

Είναι 16 Νοέμβρη του 2013.Και έχουμε δημοκρατία. 
Αυτό λένε όλοι. Εσύ τι πιστεύεις?

Εγώ σου είπα την γνώμη μου στην αρχή. Καμουφλαρισμένη χούντα είναι. Και τώρα ξέρεις έχουμε νεκρούς. Δολοφονημένους, όχι αυτοκτονηθέντες. Και τώρα μας τρομοκρατούν αλλά όχι με τανκς. Προοδεύσαμε πια. Υπάρχει η τηλεόραση τώρα. Έχω και άλλα να βάλω απέναντι να συγκρίνω άμα θες. Αλλά ο εχθρός δεν είναι ένας. Ο κίνδυνος δεν είναι ορατός. Και γω δεν ξέρω από που μου έρχονται οι ριπές τους. Βλέπω πολλά προτεταμένα όπλα να με στοχεύουν. Και θέλουν να βαρέσουν στο ψαχνό, έτσι δεν το λένε? Και δεν βλέπω γύρω μου το σπίτι της Κυρά Μάχης για να κρυφτώ. Είμαι εκτεθειμένη και ΦΟΒΑΜΑΙ!!!!

Για να κρυφτώ......Τι σκέφτηκα? Τι είπα? Να κρυφτώ? Να προστατευθώ γιατί και εγώ είμαι άοπλη. ΝΑ ΚΡΥΦΤΩ???? Πωπώ! ντρέπομαι και που το σκέφτηκα. Μα δεν είμαι πια εξάχρονο παιδί. Τώρα πια έχω εγώ παιδιά που πρέπει να αγωνισθώ, για αυτά ,για μένα και για σένα που δεν μπορείς. Αισθάνομαι ειλικρινά άοπλη, έρμαιο στα χέρια τους. Με μισούν. Με θέλουν νεκρή. Και αυτό είναι βέβαιο και δεν το συζητάω. Δεν μου επιτρέπουν ούτε να πεθάνω με αξιοπρέπεια.

Σκορπάνε τον θάνατο με απίστευτη ευκολία, ως θεοί. 
Βαράνε σου λέω στο ψαχνό!

Σκύψε για να σωθείς αλλά μη σου γίνει και συνήθεια το σκύψιμο, εντάξει? Άκου τις σειρήνες.... Ακούγονται καιρό γιατί τις αγνοείς? Μήπως δεν ακούγονται στο καταφύγιο του καναπέ σου? Έχουμε πόλεμο σου λέω. Μας θέλουν νεκρούς, αφού πρώτα μας εξευτελίσουν. Μας θέλουν νεκρούς και έχουν ξεχυθεί τα τανκς από καιρό στους δρόμους και έχουν και ονόματα. Τα ονόματα γνωστών δημοσιογράφων. Βλέπω τα όπλα τους να με στοχεύουν. Και πλέον δεν είμαι στην ασφάλεια του σπιτιού μου ούτε χωμένη στην αγκαλιά της μάνας μου να με προστατεύει. Φοβάμαι μαμά....Ακούω τη φωνή μου να ψιθυρίζει. Ή μήπως είναι του γιου μου η φωνή?

Η μάνα μου από καιρό έχει φύγει. Πουθενά δεν βλέπω την αγκαλιά της να κρυφτώ. Εγώ πλέον κρύβω στην αγκαλιά μου τους φόβους των παιδιών μου. Κρύβω βαθιά μέσα μου την φωνή εκείνη του εξάχρονου που συνεχίζει να μουρμουράει: φοβάμαι μαμά.....

ΚΑΙ ΠΡΟΧΩΡΩ ΜΠΡΟΣΤΑ ΟΡΘΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΣΜΕΝΗ.





Από την ΣΦΗΚΑ