Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2013

Η εξομολόγηση του στρατιώτη-οδηγού του τανκ που γκρέμισε την πύλη του Πολυτεχνείου

«ΝΤΡΕΠΟΜΑΙ ΓΙ'' AYTO ΠΟΥ HMOYN, ΓΙ'' AYTO ΠΟΥ EKANA. Τότε αισθανόμουν ότι έκανα κάτι καλό, κάτι μεγάλο. Στους "μαυροσκούφηδες", στο Γουδί, είχα γίνει ο ήρωας που διέλυσε τους εχθρούς της πατρίδας, τα "παλιοκουμμούνια", όπως λέγαμε τότε τους φοιτητές. Αυτά μου έλεγαν, αυτά πίστευα. Τι περιμένεις!.. Ούτε μια εφημερίδα δεν είχα διαβάσει μέχρι τότε. Είχα γίνει και εγώ φασίστας. Μέχρι που μπήκα μέσα, πίστευα αυτό που έκανα. Στη συνέχεια έγινε ο εφιάλτης της ζωής μου»
O ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ-ΟΔΗΓΟΣ TOY TANK που γκρέμισε την πύλη του Πολυτεχνείου σπάει τη σιωπή του και μιλάει πρωτη φορα για το μακελειο της 17ης Νοεμβρίου 1973
ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ-ΣΟΚ
1973-2003. Ο A. Σκευοφύλαξ, ο έφεδρος στρατιώτης του τεθωρακισμένου άρματος που εισέβαλε στο Πολυτεχνείο, σπάει την τριαντάχρονη σιωπή του και αποκαλύπτει όσα συνέβησαν τη μαύρη νύχτα που σημάδεψε τη σύγχρονη ελληνική ιστορία και στιγμάτισε για πάντα τη ζωή του. «Ντρέπομαι γι' αυτό που ήμουν, γι' αυτό που έκανα» λέει στην εκ βαθέων εξομολόγησή του. Μια στιγμή, μια ζωή. Στη «μία και μοναδική φορά» που δέχθηκε να ξύσει «τις πληγές του παρελθόντος», όπως λέει σε μια αποστροφή του λόγου του ο κ. Σκευοφύλαξ, περιγράφει λεπτό προς λεπτό τη στρατιωτική επιχείρηση της χούντας, η οποία ξεκίνησε λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 16ης Νοεμβρίου με την έξοδο των τανκς στους δρόμους της Αθήνας και ολοκληρώθηκε στις 3.30 το πρωί της 17ης Νοεμβρίου, με την αιματοβαμμένη εισβολή στο Πολυτεχνείο. Στη σπάνια μαρτυρία του ο κ. Σκευοφύλαξ μνημονεύει τις δραματικές στιγμές που εκτυλίχθηκαν στους δρόμους της Αθήνας, τις ειρηνικές εκκλήσεις των φοιτητών που ηχούσαν στα αφτιά του σαν «κραυγές εχθρών της πατρίδας». Τις διαταγές των αδίστακτων στρατιωτικών που πίστεψε ότι ήταν «πατριώτες». Θυμάται - τότε με χαρά, τώρα με θλίψη - τον πόνο των φοιτητών που είδαν το όνειρό τους να τσαλακώνεται κάτω από τις ερπύστριες που ο ίδιος έθεσε σε κίνηση, τον τρόμο που ακολούθησε από τις λυσσαλέες επιθέσεις των αστυνομικών. Το απαράμιλλο θάρρος του φοιτητή που γύρισε και του είπε: «Τι κατάλαβες τώρα που μπήκες μέσα;». Την οργή που του προκάλεσε και λίγο έλειψε να τον οδηγήσει σε εν ψυχρώ δολοφονία. «Αυτός ο φοιτητής δεν ξέρει πόσο τυχερός στάθηκε εκείνη τη στιγμή... Αν έλεγε μια κουβέντα ακόμη, θα τον σκότωνα»! Οι λέξεις βγαίνουν με δυσκολία. Σε αυτή τη συνέντευξη του κ. A. Σκευοφύλακος μιλούν δύο πρόσωπα: ο 20χρονος έφεδρος στρατιώτης και ο 50χρονος βιοπαλαιστής. Αυτό είναι το τίμημα που πληρώνει, ακόμη και σήμερα, για μια ενέργεια που τον κατέστησε αρνητικό πρωταγωνιστή στην κρισιμότερη στιγμή της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Μια στιγμή, μια αιωνιότητα. Μετά την απόλυσή του από τον στρατό, ο A. Σκευοφύλαξ θα μοχθήσει για να ζήσει. «Στο μεροκάματο η ζωή μου άλλαξε 180 μοίρες. Εμένα που μου έμαθαν να μισώ τους κομμουνιστές, ψήφισα δύο φορές το KKE». Στα 30 του θα παντρευτεί, θα αποκτήσει παιδιά. Ζώντας σε μια γειτονιά των νοτίων προαστίων, όλα αυτά τα χρόνια αποφεύγει να μιλάει για τα γεγονότα εκείνης της νύχτας. Οσες φορές θα τον ρωτήσουν «τι σχέση έχεις με τον "πορτάκια" του Πολυτεχνείου;», θα μιλήσει για «μακρινό ξάδελφο που σκοτώθηκε σε τροχαίο»! Στη γυναίκα του θα ανοίξει την καρδιά του ύστερα από χρόνια. Στα τρία παιδιά του δεν το έχει αποφασίσει ακόμη. «Είμαι ένας άνθρωπος που δεν υπήρξε ποτέ 20 χρόνων. Ο έφεδρος στρατιώτης A. Σκευοφύλαξ σκοτώθηκε σε τροχαίο»!
1973-2003. Τριάντα χρόνια μετά, ο άνθρωπος που γκρέμισε την πύλη του Πολυτεχνείου θα πει για τους φοιτητές, τους νέους και τους εργαζομένους που αγωνίστηκαν για την πτώση της χούντας: «Είχαν μεγάλη ψυχή. Ηταν παλικάρια».Ο κ. Σκευοφύλαξ δεν θα ξεχάσει τη φοιτήτρια που τραυματίστηκε κατά την εισβολή του τανκ, την καθηγήτρια σήμερα του Πανεπιστημίου Αθηνών κυρία Πέπη Ρηγοπούλου. «Θα ήθελα να τη δω, να της πω... Δεν τολμάω όμως. Τα λόγια δεν σβήνουν τις πράξεις». 
«O στρατιώτης A. Σκευοφύλαξ σκοτώθηκε σε τροχαίο» «Στο μεροκάματο η ζωή μου άλλαξε 180 μοίρες. Εργάτης κατάλαβα ότι δεν μπορώ να έχω τα ίδια αιτήματα με τους εργοδότες. Εμένα που μου έμαθαν να μισώ τους κομμουνιστές, ψήφισα δύο φορές KKE»!
«Την ημέρα εκείνη ήμουν υπηρεσία. Στον στρατό είχα δέκα μήνες. Ημουν εκπαιδευτής στο Κέντρο Τεθωρακισμένων, στο Γουδί. Τότε οι "μαυροσκούφηδες" ήταν σώμα επιλέκτων. Πήγα εθελοντικά. Μόλις άρχισαν τα επεισόδια, μπήκαμε επιφυλακή. "Οι κομμουνιστές καίνε την Αθήνα" μας έλεγαν και εμείς τους πιστεύαμε. Θυμάμαι στο στρατόπεδο κάποιοι είχαν ραδιοφωνάκια και ακούγαμε στα κρυφά τον σταθμό του Πολυτεχνείου. "Παλιοκουμμούνια" θα καλοπεράσετε!" λέγαμε».
Στα 20 χρόνια του ο A. Σκευοφύλαξ βρέθηκε στη δίνη του κυκλώνα, στην επίλεκτη ομάδα του Σώματος των Τεθωρακισμένων κατέπνιξε την εξέγερση των φοιτητών. «Μισή ώρα μετά τα μεσάνυχτα της 16ης Νοεμβρίου, η ίλη μου πήρε εντολή να ετοιμαστεί για έξοδο.Αποφασίστηκε να βγουν πέντε δικά μας άρματα, κάτι γαλλικά AMX30. Εγώ ήμουν οδηγός στο πρώτο άρμα που βγήκε στον δρόμο». Στο ίδιο άρμα βρίσκονταν ο αξιωματικός Μιχάλης Γουνελάς, ως επικεφαλής, ο ανθυπασπιστής Λάμπρος Κωνσταντέλλος, ως οδηγός εδάφους, ο λοχίας Στέλιος Εμβαλωμένος και ο Γιάννης Τίρπας.
«Στη 1.15 το πρωί της 17ης Νοεμβρίου φτάσαμε στη διασταύρωση των λεωφόρων Αλεξάνδρας και Κηφισίας. Λίγο αργότερα διασχίζαμε την Αλεξάνδρας, όταν στο ύψος του IKA, στη στάση Σόνια, σταματήσαμε γιατί ο δρόμος ήταν κλειστός. Υπήρχαν οδοφράγματα,φωτιές και ακινητοποιημένα λεωφορεία. Με διάφορες μανούβρες αριστερά - δεξιά, μπρος πίσω, άνοιξα τον δρόμο και προχωρήσαμε» θυμάται ο κ. Σκευοφύλαξ. Ο δρόμος για τα τανκς ήταν ανοιχτός πλέον προς το Πολυτεχνείο. «Οταν φτάσαμε στη διασταύρωση της λεωφ. Αλεξάνδρας και της οδού Πατησίων, μας έδωσαν εντολή να σταματήσουμε. Εκεί,στην πλατεία Αιγύπτου, μείναμε περίπου μία ώρα. Ο κόσμος θυμάμαι ότι μας φώναζε "είμαστε αδέλφια, είμαστε αδέλφια". Εγώ ήθελα να τους φάω. Τους έβλεπα σαν παράσιτα»!
Την έξοδο των τανκς από το Γουδί θα πληροφορηθούν οι Αθηναίοι από τον εκφωνητή του Πολυτεχνείου, τον Δημήτρη Παπαχρήστο. Παρά τις παρεμβολές της ΚΥΠ, το ραδιόφωνο των εξεγερμένων φοιτητών θα μεταφέρει στους Αθηναίους τον ανατριχιαστικό συριγμό από τις ερπύστριες των τανκς. Ο εκφωνητής απευθύνει έκκληση στα «στρατευμένα νιάτα» να μη χτυπήσουν. «Δεν θα χτυπήσουν τα παιδιά, τα αδέλφια μας οι φαντάροι, το φρούριο της ελευθερίας, το μόνο μέρος της Ελλάδας που είναι ελεύθερο. Δεν έχουμε όπλα.Προτάσσουμε μόνο ανοιχτά τα στήθη μας. Λαέ της Αθήνας, όλοι μαζί το σύνθημα: λαός και στρατός μαζί. Δεν θα χτυπήσει ο στρατός!».
Με νεότερη εντολή των στρατιωτικών που κατευθύνουν την επιχείρηση «Εκκένωσις του Πολυτεχνείου» τα πέντε τανκς προωθούνται προς το Μουσείο. H ώρα της αιματοβαμμένης επέμβασης πλησιάζει. «Μας είπαν να πάμε κοντά στο Πολυτεχνείο, αλλά όχι μπροστά στην πόρτα. Αυτό κάναμε. Σταματήσαμε λίγα μέτρα πιο πέρα». Στη θέα των τανκς εκατοντάδες φοιτητές πλησιάζουν στην πύλη, ανεβαίνουν στα κάγκελα, φωνάζουν συνθήματα συναδέλφωσης.
Με διάφορους απειλητικούς ελιγμούς και μαρσαρίσματα που ακούγονται σαν κανονιές, οι οδηγοί των τανκς προσπαθούν να κάμψουν το ηθικό των φοιτητών. Ο εκφωνητής του Πολυτεχνείου απευθύνει νέα έκκληση να αποφευχθεί η αιματοχυσία. «Οι φαντάροι δεν ανήκουν στη χούντα. H χούντα στηρίζεται στο μέταλλο, στηρίζεται στα τανκς, στο σίδερο. H καρδιά των φαντάρων έχει τον ίδιο παλμό με τη δικιά μας. Αγαπάτε τους φαντάρους.Ελληνικά στρατευμένα νιάτα, ο λαός δεν σας κρατάει κακία. Ξέρει ότι είστε μαζί μας».
H ώρα έχει πάει 2 το πρωί. «Φτάνοντας μπροστά στην πόρτα, έστριψα το άρμα προς το Πολυτεχνείο, με γυρισμένο το πυροβόλο προς τα πίσω. Θυμάμαι ότι σηκώθηκα από τη θέση μου και εγώ και το άλλο πλήρωμα. Δεκάδες φοιτητές κρέμονταν από τα κάγκελα, ενώ εκατοντάδες βρίσκονταν στον προαύλιο χώρο. Εδειχναν πανικόβλητοι». Ο κ. Σκευοφύλαξ φέρνει στη μνήμη του τα φοβισμένα πρόσωπα των συνομηλίκων του που ήταν μέσα στο Πολυτεχνείο. Χαμηλώνει το βλέμμα του. «Και εγώ, να σκεφτείς ότι τους έβλεπα σαν μαμούνια που ήθελα να τα φάω»!
Με ολοένα μεγαλύτερη ένταση και αγωνία οι φοιτητές φωνάζουν προς τους στρατιώτες «είμαστε αδέλφια, αφήστε τα άρματα», ενώ ο εκφωνητής του Πολυτεχνείου καλεί το πλήθος να δείξει αυτοσυγκράτηση. «Απομονώστε τους προβοκάτορες. Δεν έχουμε να μοιράσουμε τίποτα με το στρατό. Δεν θέλουμε να χυθεί ελληνικό αίμα». Ο Δημήτρης Παπαχρήστος ψάλλει τον εθνικό ύμνο. Το ίδιο κάνουν και οι χιλιάδες νέοι που βρίσκονται στο Πολυτεχνείο.
Ενα τέταρτο πριν από τις 3 το πρωί οι στρατιωτικοί δίνουν προθεσμία λίγων λεπτών στους φοιτητές για να αποχωρήσουν από το Πολυτεχνείο, να παραδοθούν. Κάποιοι από τους φοιτητές που θέλουν να αποχωρήσουν δοκιμάζουν να απασφαλίσουν την κεντρική πύλη. Δεν τα καταφέρνουν. Πίσω από την πύλη είναι σταθμευμένο ένα αυτοκίνητο Μερτσέντες που μπλοκάρει το άνοιγμά της. Ο επικεφαλής των τεθωρακισμένων αρμάτων εκνευρίζεται. Οργισμένος φωνάζει: «Τσογλάνια, ρεζιλεύετε το στράτευμα!» και δίνει σήμα για την επέλαση του άρματος.
«Τότε ήρθε ο οδηγός εδάφους του άρματος και μου λέει: "Θα μπούμε μέσα, θα ρίξουμε την πύλη. Ετοιμάσου!"» λέει ο κ. Σκευοφύλαξ. «Πήρα θέση και ξεκίνησα. Δεν έβλεπα πολλά πράγματα, δεν είχα καλό οπτικό πεδίο, γιατί κοιτούσα πλέον από τη θυρίδα του άρματος.Δέκα εκατοστά πριν από την πόρτα, σταμάτησα. Σταμάτησα σκόπιμα. Αυτό φαίνεται στο βίντεο της εποχής. Στο φρενάρισμα, οι φοιτητές τρομαγμένοι έφυγαν προς τα πίσω. Αν έμπαινα με ταχύτητα, θα σκότωνα δεκάδες άτομα που εκείνη τη στιγμή ήταν κρεμασμένα στα κάγκελα».
Λίγα λεπτά αργότερα ο A. Σκευοφύλαξ θα μαρσάρει δυνατά. Ο δυνατός προβολέας του τανκ σκοπεύει την πύλη. «H καγκελόπορτα έπεσε αμέσως. Πίσω από τη σιδερένια πύλη ήταν σταθμευμένο το Μερσεντές το οποίο είχαν βάλει εκεί οι φοιτητές για να φράξουν την είσοδο. Το έκανα αλοιφή. H αριστερή ερπύστρια το έλιωσε. Με το που έπεσε η πύλη του Πολυτεχνείου εισέβαλαν οι αστυνομικοί για να συλλάβουν τους φοιτητές. Λίγο αργότερα κατέβηκα και εγώ από το άρμα και μπήκα στον χώρο του Πολυτεχνείου. Δεν υπήρχε νεκρός. Θα μπορούσε όμως και να υπάρχουν νεκροί» λέει με μοναδική ειλικρίνεια.
Στο εσωτερικό του Πολυτεχνείου επικρατεί πανδαιμόνιο. Διαφωτιστική είναι η περιγραφή που δίνει ο εισαγγελέας Δημήτρης Τσεβάς στην έκθεση που συνέταξε το 1974 για τα γεγονότα του Πολυτεχνείου: «Εντρομοι και εμβρόντητοι οι σπουδασταί κυριεύονται από την ενώπιον του εσχάτου κινδύνου φοβεράν αγωνίαν. Υπό την πίεσιν πλήθους ανθρώπων καταρρίπτεται τμήμα των προς την οδόν Στουρνάρη κιγκλιδωμάτων. Και διά του δημιουργηθέντος ανοίγματος εξέρχονται οι σπουδασταί κατά μάζας. Νέον, όμως, δι' αυτούς αρχίζει μαρτύριον. Υβρεις κατ' αυτών εκτοξεύονται και καταδιωκόμενοι βαναύσως κακοποιούνται».
Οπως αναφέρει ο κ. Σκευοφύλαξ, «αστυνομικοί κυνηγούσαν και χτυπούσαν τους φοιτητές όπου τους έβρισκαν. Αν δεν ήταν οι ΛΟΚατζήδες να τους σταματήσουν - θυμάμαι ότι πολλές φορές πιάστηκαν στα χέρια μαζί τους - δεν ξέρω και γω τι θα γινόταν». Λίγο αργότερα οι στρατιώτες σχηματίζουν έναν διάδρομο για να περάσουν ασφαλείς οι φοιτητές. Για το θέμα αυτό, στο πόρισμα Τσεβά υπογραμμίζεται χαρακτηριστικά: «Εμπροσθεν μεν της πύλης του Πολυτεχνείου δημιουργείται διάδρομος υπό των στρατιωτών μέσω του οποίου διέρχονται οι εξερχόμενοι, κατευθυνόμενοι προς την οδόν Τοσίτσα, εντός δε του Πολυτεχνείου βοηθούν, προστατεύουν και εις τους ώμους των πολλούς αδυνάτους κρατούν διά να δυνηθούν να υπερπηδήσουν το υψηλόν κιγκλίδωμα. Και επεισόδια μεταξύ στρατιωτικών και αστυνομικών λαμβάνουν χώραν εν τη προσπαθεία των πρώτων να προστατεύσουν τους φοιτητάς από το διωκτικόν μένος των άλλων».
Μέσα στο Πολυτεχνείο ο A. Σκευοφύλαξ είδε πολλούς τραυματίες και ίσως, όπως λέει, και νεκρούς. «Στο προαύλιο του Πολυτεχνείου ήταν πολύ χτυπημένοι, θυμάμαι ότι είδα πολλούς τραυματίες, ενώ τρεις-τέσσερις ήταν σωριασμένοι κάτω, ακίνητοι. Δεν ξέρω αν ήταν νεκροί. Δεν κοίταξα να δω. Κάποια στιγμή ένας φοιτητής όρμησε κατά πάνω μου και μου είπε: "Τι κατάλαβες τώρα που μπήκες;". Αφήνιασα. Εβγαλα το πιστόλι και προτάσσοντάς το γύρισα και του είπα ουρλιάζοντας: "Σκάσε, ρε κωλόπαιδο, μη σε καθαρίσω". Αυτός ο φοιτητής δεν ξέρει πόσο τυχερός στάθηκε εκείνη τη στιγμή... Αν έλεγε μια κουβέντα παραπάνω, θα τον σκότωνα! Τέτοιος ήμουν. Ενας φασίστας».

Παρά τον πόνο τους, οι φοιτητές θα δείξουν μεγαλείο ψυχής απέναντι στον στρατιώτη που ισοπέδωσε το όνειρό τους. Αδιάψευστη απόδειξη, η μαρτυρία του κ. Σκευοφύλακα: «Οπως περνούσαν οι φοιτητές θυμάμαι ότι έριχναν μέσα στο τανκ πακέτα τσιγάρα και ό,τι προμήθειες είχαν μαζί τους. Οταν γυρίσαμε στο Γουδί, το άρμα έμοιαζε με περίπτερο. Οσο σκέφτομαι ότι οι φοιτητές μας έδιναν σάντουιτς και τσιγάρα, μετά απ' όσα τους κάναμε...Δεν μπορώ να το συχωρέσω αυτό το πράγμα στον εαυτό μου. Σκέφτομαι τι πήγα και έκανα!..».
Την αναγνώριση των φοιτητών για ορισμένους από τους αξιωματικούς του στρατού και τους έφεδρους στρατιώτες θα διαπιστώσει αργότερα και ο εισαγγελέας: «Πολλοί αξιωματικοί και στρατιώται παρεμβαίνουν προς προστασίαν των φοιτητών. Και υπήρξε πηγαία και βαθειά η ευγνωμοσύνη πολλών εξ αυτών προς τους αγνώστους σωτήρας των, ως εις τας καταθέσεις των τούς αποκαλούν με συγκίνησιν»!
Εκατοντάδες φοιτητές καταφέρνουν να βγουν έξω από το Πολυτεχνείο, ξεχύνονται στους γύρω δρόμους, τρέχουν να φύγουν, να γλιτώσουν τη ζωή τους, καθώς γίνονται στόχος ελεύθερων σκοπευτών. «Απομακρυνόμενοι όμως του Πολυτεχνείου αγωνιώδεις τούς αναμένουν εκπλήξεις. Από παντού τους καταδιώκουν και τους χτυπούν. Εις την γωνίαν των οδών Τοσίτσα και Μπουμπουλίνας άνδρες της ΚΥΠ εν πολιτική περιβολή τους χτυπούν ανηλεώς και πυροβολούν κατ' αυτών, ενώ εις την ταράτσαν ενός των αυτόθι κτιρίων έχουν εγκαταστήσει πολυβόλον. Εις τας ταράτσας των γύρω κτιρίων επισημαίνονται ελεύθεροι σκοπευταί υπό του ιδίου Διευθυντού της Αστυνομίας να επιτελούν το φονικόν έργον των»!
Την ίδια στιγμή, όπως επισημαίνεται στην ίδια έκθεση, «ομάδες τραμπούκων και επικινδύνων τρωκτικών της γαλήνης του τόπου εκδηλώνουν το εγκληματικόν μένος των κατά των ατυχών σπουδαστών που κατά μάζας εξέρχονται του Πολυτεχνείου». Οι τραμπούκοι είναι άνδρες της ΕΣΑ, οι οποίοι δεν διστάζουν, μάλιστα, να κακοποιήσουν ακόμη και πανεπιστημιακό γιατρό, ο οποίος, μαζί με τη σύζυγό του, είχε σπεύσει να βοηθήσει τους ανυπεράσπιστους φοιτητές.
Στη συμβολή των οδών Πατησίων και Στουρνάρη «άνδρες εν πολιτική περιβολή,κραδαίνοντες ρόπαλα, εξήλθον από ομάδα αυτόθι ευρισκομένων αστυνομικών και εκακοποίησαν σεβάσμιον καθηγητή Πανεπιστημίου, την σύζυγόν του και νεαρόν σπουδαστήν, διότι εξήρχοντο του Πολυτεχνείου, ένθα ο καθηγητής-ιατρός και η σύζυγός του είχον μεταβή προς εκπλήρωσιν του ανθρωπιστικού και ιατρικού των καθήκοντος. Και οι ροπαλοφόροι ούτοι ήσαν άνδρες της ΕΣΑ εν πολιτική περιβολή. Εις το πανδαιμόνιον τούτο της εξόδου των φωνών, των κραυγών, των οιμωγών, των καταδιώξεων και των πυροβολισμών έπεσαν οι περισσότεροι εκ του πλήθους των τραυματιών».
Οταν επέστρεψε στο Γουδί, στη βάση των Τεθωρακισμένων, ο κ. Σκευοφύλαξ έγινε δεκτός με ζητωκραυγές. Ηταν το τιμώμενο πρόσωπο. «Οταν γυρίσαμε στο στρατόπεδο, έγινα ήρωας. Οι στρατιωτικοί μου έδιναν συγχαρητήρια. Τότε αισθανόμουν ότι ήμουν κάποιος, ότι έκανα κάτι καλό, κάτι μεγάλο. Είχα γίνει ο ήρωας που διέλυσε τους εχθρούς της πατρίδας,τα "παλιοκουμμούνια", όπως λέγαμε τότε τους φοιτητές. Αυτά μου έλεγαν, αυτά πίστευα.Ενιωθα περήφανος. Ημουν και εγώ φασίστας».
Οκτώ ημέρες αργότερα, κάτι θα σπάσει μέσα του. Το φρόνημά του θα κλονισθεί, όταν θα δει τον «εθνοσωτήρα» να καθαιρείται και να περιφρονείται από τους συνοδοιπόρους του, αυτούς που πιο πριν ορκίζονταν στο όνομά του. «Την επόμενη εβδομάδα έγινε η στάση του Ιωαννίδη. Ημουν πάλι σε επιφυλακή. Μας πάνε στο ΓΕΣ. Στο προαύλιο λάβαμε θέσεις.Δεν ξέραμε γιατί πήγαμε εκεί. Δεν μας είπαν. Γυρνώντας στο Γουδί μάθαμε ότι "έριξαν" τον Παπαδόπουλο» αναφέρει ο κ. Σκευοφύλαξ. «Τότε μέσα μου κάτι άλλαξε. Αυτοί που τον παρουσίαζαν σαν θεό, τώρα τον έβριζαν. Δεν μπορούσα να το καταλάβω αυτό. "Μα είναι τόσο πουλημένοι όλοι τους;" αναρωτήθηκα. Αυτοί πάνε όπου φυσάει ο βοριάς. "Πουλημένα τομάρια" είπα μέσα μου. Θυμάμαι ότι ο Μιχάλης Γουνελάς παρέδωσε τα γαλόνια του στους άνδρες της ΕΣΑ, που ήρθαν στο Κέντρο και τον συνέλαβαν».
Με τη Μεταπολίτευση ο στρατιώτης A. Σκευοφύλαξ θα βρεθεί στα σύνορα. «Ο Καραμανλής είχε πει "τα άρματα στα σύνορα". Ηταν τα γεγονότα της Κύπρου. Πήγαμε Αλεξανδρούπολη. Μετά από έξι μήνες πήρα άδεια. Αντί να απολυθώ στους 22 μήνες,έφτασα στους 30. Εφεδρεία στην εφεδρεία. Οταν απολύθηκα, όλα είχαν αλλάξει μέσα μου».
Στη Δυτική Αθήνα, όπου κατοικούσε με τους γονείς και τα δύο αδέλφια του, θα αναζητήσει δουλειά. «Στο μεροκάματο η ζωή μου άλλαξε 180 μοίρες. Εκανα όποια δουλειά μπορείς να φανταστείς. Εργάτης κατάλαβα ότι δεν μπορώ να έχω τα ίδια αιτήματα με τους εργοδότες. Εμένα που μου έμαθαν να μισώ τους κομμουνιστές, ψήφισα δύο φορές KKE»!
Ολα αυτά τα χρόνια ο κ. Σκευοφύλαξ θα κάνει μια ήρεμη ζωή. Σπίτι - δουλειά, δουλειά - σπίτι. Ποτέ δεν θα μιλήσει για το Πολυτεχνείο. Δεν θα αισθανθεί να τον ενοχλούν. Μόνο μία φορά το επώνυμό του τον έφερε σε δύσκολη θέση. «Στη δουλειά πριν από χρόνια κάποιος άκουσε πώς με λένε και ρώτησε αν έχω κάποια σχέση με τον "πορτάκια", όπως είπε,του Πολυτεχνείου. "Ξάδελφός μου είναι, μακρινός. Σκοτώθηκε σε τροχαίο" απάντησα. Είμαι ένα άνθρωπος που δεν υπήρξε ποτέ 20 χρονών. Ο έφεδρος στρατιώτης A. Σκευοφύλαξ σκοτώθηκε σε τροχαίο! Οι φίλοι μου δεν ξέρουν ποιος είμαι ούτε κανείς στη γειτονιά. Μόνο η γυναίκα μου το ξέρει. Της το είπα ύστερα από χρόνια. Στα παιδιά μου δεν το είπα ακόμη».
1973-2003. Με μια αυτοκριτική διάθεση που σπανίζει, ο κ. Σκευοφύλαξ δεν θα διστάσει να πει: «Ντρέπομαι γι' αυτό που ήμουν, γι' αυτό που έκανα. Στη θέση μου θα μπορούσε να βρεθεί ο καθένας, έφεδρος στρατιώτης ήμουν άλλωστε. Δεν με απαλλάσσει όμως αυτό.Μέχρι που μπήκα μέσα, πίστευα αυτό που έκανα. Στη συνέχεια έγινε ο εφιάλτης της ζωής μου».
Για τους ανθρώπους που αντιστάθηκαν στη χούντα, ο κ. Σκευοφύλαξ θα μιλήσει με κολακευτικά λόγια. «Είχαν μεγάλη ψυχή. Ηταν παλικάρια. Δεν ξέρω αν έχει νόημα, αλλά θα ήθελα να τους πω μια μεγάλη συγγνώμη». Ο οδηγός του τανκ που μπήκε στο Πολυτεχνείο δεν θα ξεχάσει τη νεαρή φοιτήτρια που τραυματίστηκε σοβαρά κατά την εισβολή του τανκ, την καθηγήτρια - σήμερα - του Πανεπιστημίου Αθηνών κυρία Πέπη Ρηγοπούλου. «Πιστεύω ότι αν τη δω σήμερα, δεν θα ξέρω τι να της πω. Πολλές φορές όλα αυτά τα χρόνια πέρασε από το μυαλό μου να τη συναντήσω, αλλά σταματούσα. Θα ήθελα να τη δω, να της πω... Δεν τολμάω όμως. Τα λόγια δεν σβήνουν τις πράξεις».



Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2013

Αυτοί είναι οι 24 νεκροί του Πολυτεχνείου -Η λίστα με τα ονόματα


Οι νεκροί του Πολυτεχνείου

Είναι τουλάχιστον προσβολή προς τις οικογένειες ανθρώπων που έδωσαν τη ζωή τους για τη δημοκρατία, έστω κι αν ακόμη συνεχίζεται ο αγώνας γι’ αυτή, ν’ αναφέρονται απαξιωτικά σ’ αυτούς γνωστοί τηλεμαϊντανοί βουλευτές και κάθε λογής φασιστοειδή , άνθρωποι που δεν έχουν αγωνιστεί για τίποτε απολύτως στη ζωή τους, και να τους αποκαλούν «παραμύθια». Πέραν των νεκρών, χιλιάδες αγωνιστές βασανίστηκαν, πολλοί περισσότεροι αντιμετώπισαν την καθημερινή Κρατική Τρομοκρατία, τη ρουφιανιά, τη λογοκρισία, το κυνήγι, είτε επειδή αντιστέκονταν στο αυταρχικό καθεστώς, είτε απλά έτυχε να συγγενεύουν με κάποιον αγωνιστή, είτε επειδή απλά τολμούσαν να πουν ό,τι σκέφτονταν.

Έμπρακτη απάντηση στους ισχυρισμούς όσων υποστηρίζουν οτι «δεν υπήρξαν νεκροί στο Πολυτεχνείο» είναι η ακόλουθη λίστα με τα ονόματα των νεκρών του Πολυτεχνείου..

1. Σπυρίδων Κοντομάρης του Αναστασίου, 57 ετών, δικηγόρος (πρώην βουλευτής Κερκύρας της Ένωσης Κέντρου), κάτοικος Αγίου Μελετίου, Αθήνα. Στις 16.11.1973, γύρω στις 20.30-21.00, ενώ βρισκόταν στη διασταύρωση οδών Γεωργίου Σταύρου & Σταδίου, προσβλήθηκε από δακρυγόνα αέρια που έριχνε η Αστυνομία κατά των διαδηλωτών, με αποτέλεσμα να υποστεί έμφραγμα του μυοκαρδίου. Μεταφέρθηκε στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ., όπου διαπιστώθηκε ο θάνατος του.
2. Διομήδης Κομνηνός του Ιωάννη, 17 ετών, μαθητής, κάτοικος Λευκάδος 7, Αθήνα. Στις 16.11.1973, μεταξύ 21.30 και 21.45, ενώ βρισκόταν μαζί με άλλους διαδηλωτές στη διασταύρωση των οδών Αβέρωφ & Μάρνη, τραυματίστηκε θανάσιμα στην καρδιά από πυρά που έρριξαν εναντίον του άνδρες της φρουράς του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως. Μεταφέρθηκε στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ. και από εκεί, νεκρός πλέον, στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών (όπως λεγόταν τότε το Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο).
3. Σωκράτης Μιχαήλ, 57 ετών, εμπειρογνώμων ασφαλιστικής εταιρείας, κάτοικος Περιστερίου Αττικής. Στις 16.11.1973, μεταξύ 21.00 και 22.30, ενώ βρισκόταν μεταξύ των οδών Μπουμπουλίνας και Σόλωνος, προσβλήθηκε από δακρυγόνα αέρια που έρριχνε η Αστυνομία κατά των διαδηλωτών, με αποτέλεσμα να υποστεί απόφραξη της αριστεράς στεφανιαίας. Μεταφέρθηκε ημιθανής στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ. (F Σεπτεμβρίου), όπου και πέθανε.
4. Toril Margrethe Engeland του Per Reidar, 22 ετών, φοιτήτρια από το Molde της Νορβηγίας. Στις 16.11.1973, γύρω στις 23.30, τραυματίστηκε θανάσιμα στο στήθος από πυρά της φρουράς του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως. Μεταφέρθηκε από διαδηλωτές στο ξενοδοχείο «Ακροπόλ» και αργότερα, νεκρή ήδη, στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ι.Κ.Α. Ανακριβώς είχε αναφερθεί αρχικά από την Αστυνομία ως «Αιγυπτία Τουρίλ Τεκλέτ» και η παρεξήγηση αυτή επιβιώνει ακόμη σε κάποιους «καταλόγους νεκρών».
5. Βασίλειος Φάμελλος του Παναγιώτη, 26 ετών, ιδιωτικός υπάλληλος, από τον Πύργο Ηλείας, κάτοικος Κάσου 1, Κυψέλη, Αθήνα. Στις 16.11.1973, γύρω στις 23.30, τραυματίστηκε θανάσιμα στο κεφάλι από πυρά της φρουράς του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως. Μεταφέρθηκε από διαδηλωτές στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ. και από εκεί, νεκρός πλέον, στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών.
6. Γεώργιος Σαμούρης του Ανδρέα, 22 ετών, φοιτητής Παντείου, από την Πάτρα, κάτοικος πλατείας Κουντουριώτου 7, Κουκάκι. Στις 16.11.1973 γύρω στις 24.00, ενώ βρισκόταν στην ευρύτερη περιοχή του Πολυτεχνείου (Καλλιδρομίου και Ζωσιμάδων), τραυματίστηκε θανάσιμα στον τράχηλο από πυρά της αστυνομίας. Μεταφέρθηκε στο πρόχειρο ιατρείο του Πολυτεχνείου, όπου απεβίωσε. Από εκεί μεταφέρθηκε στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ι.Κ.Α. Ανακριβώς είχε αναφερθεί αρχικά από την Αστυνομία ως «Χαμουρλής».
7. Δημήτριος Κυριακόπουλος του Αντωνίου, 35 ετών, οικοδόμος, από τα Καλάβρυτα, κάτοικος Περιστερίου Αττικής. Κατά τις βράδυνες ώρες της 16.11.1973 ενώ βρισκόταν στην περιοχή του Πολυτεχνείου, προσβλήθηκε από δακρυγόνα αέρια και στη συνέχεια κτυπήθηκε από αστυνομικούς με συμπαγείς ράβδους, συνεπεία των οποίων πέθανε, από οξεία ρήξη αορτής, τρεις ημέρες αργότερα, στις 19.11.1973, ενώ μεταφερόταν στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ.
8. Σπύρος Μαρίνος του Διονυσίου, επονομαζόμενος Γεωργαράς, 31 ετών, ιδιωτικός υπάλληλος, από την Εξωχώρα Ζακύνθου. Κατά τις βράδυνες ώρες της 16.11.1973, ενώ βρισκόταν στην περιοχή του Πολυτεχνείου, κτυπήθηκε από αστυνομικούς με συμπαγείς ράβδους, και υπέστη κρανιοε-γκεφαλικές κακώσεις. Μεταφέρθηκε στο Θεραπευτήριο Πεντέλης, όπου πέθανε τη Δευτέρα, 19.11.1973, από οξύ αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Τάφηκε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, όπου στις 9.9.1974, έγινε τελετή στη μνήμη του.
9. Νικόλαος Μαρκούλης του Πέτρου, 24 ετών, εργάτης, από το Παρθένι Θεσσαλονίκης, κάτοικος Χρηστομάνου 67, Σεπόλια, Αθήνα, εργάτης. Κατά τις πρωινές ώρες της 17.11.1973, ενώ βάδιζε στην πλατεία Βάθης, τραυματίστηκε στην κοιλιά από ριπή στρατιωτικής περιπόλου. Μεταφέρθηκε στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών, όπου πέθανε τη Δευτέρα 19.11.1973.
10. Αικατερίνη Αργυροπούλου σύζυγος Αγγελή, 76 ετών, κάτοικος Κέννεντυ και Καλύμνου, Αγιοι Ανάργυροι Αττικής. Στις 10.00 της 17.11.1973, ενώ βρισκόταν στην αυλή του σπιτιού της, τραυματίστηκε στην πλάτη από σφαίρα. Διακομίστηκε στην κλινική «Παμμακάριστος» (Κάτω Πατήσια), όπου νοσηλεύτηκε επί ένα μήνα και κατόπιν μεταφέρθηκε στο σπίτι της, όπου πέθανε συνεπεία του τραύματος της μετά από ένα εξάμηνο (Μάιος 1974).
11. Στυλιανός Καραγεώργης του Αγαμέμνονος, 19 ετών, οικοδόμος, κάτοικος Μιαούλη 38, Νέο Ηράκλειο Αττικής. Στις 10.15 το πρωί της 17.11.1973, ενώ βρισκόταν μαζί με άλλους διαδηλωτές στην οδό Πατησίων, μεταξύ των κινηματογράφων «ΑΕΛΑΩ» και «ΕΑΛΗΝΙΣ», τραυματίστηκε από ριπή πολυβόλου που έρριξε εναντίον τους περίπολος πεζοναυτών που επέβαινε ενός τεθωρακισμένου οχήματος. Μεταφέρθηκε στο Κ.Α.Τ., όπου πέθανε μετά από 12 μέρες, στις 30.11.1973.
12. Μάρκος Καραμανής του Δημητρίου, 23 ετών, ηλεκτρολόγος, από τον Πειραιά, κάτοικος Χίου 35, Αιγάλεω. Στις 10.30 περίπου το πρωί της 17.11.1973, ενώ βρισκόταν στην ταράτσα πολυκατοικίας επί της πλατείας Αιγύπτου 1, τραυματίστηκε θανάσιμα στο κεφάλι από πυρά της στρατιωτικής φρουράς που ενέδρευε στην ταράτσα του Ο.Τ.Ε. (αυτουργός ο ανθυπολοχαγός Ιωάννης Λυμπέρης, 573ου Τάγματος Πεζικού). Μεταφέρθηκε στην κλινική «Παντάνασσα» (πλατεία Βικτωρίας), όπου διαπιστώθηκε ο θάνατος του.
13. Αλέξανδρος Σπαρτίδης του Ευστρατίου, 16 ετών, μαθητής, από τον Πειραιά, κάτοικος Αγίας Λαύρας 80, Αθήνα. Στις 10.30 με 11.00 περίπου το πρωί της 17.11.1973, ενώ βάδιζε στη διασταύρωση των οδών Πατησίων και Κότσικα, τραυματίστηκε θανάσιμα στην κοιλιά από πυρά της στρατιωτικής φρουράς που ενέδρευε στην ταράτσα του Ο.Τ.Ε. (αυτουργός ο ανθυπολοχαγός Ιωάννης Λυμπέρης, 573ου Τάγματος Πεζικού). Με διαμπερές τραύμα μεταφέρθηκε στο Κ.Α.Τ., όπου τον βρήκε νεκρό ο πατέρας του.
14. Δημήτριος Παπαϊωάννου, 60 ετών, διευθυντής ταμείου αλευροβιομηχάνων, κάτοικος Αριστομένους 105, Αθήνα. Γύρω στις 11.30 της 17.11.1973, ενώ βρισκόταν στην πλατεία Ομονοίας, προσβλήθηκε από δακρυγόνα αέρια που έριχνε η Αστυνομία. Μεταφέρθηκε στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ., όπου διαπιστώθηκε ο θάνατος του, συνεπεία εμφράγματος.
15. Γεώργιος Γεριτσίδης του Αλεξάνδρου, 47 ετών, εφοριακός υπάλληλος, κάτοικος Ελπίδος 29, Νέο Ηράκλειο Αττικής. Στις 12.00 της 17.11.1973, ενώ βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο του στα Νέα Λιόσια, τραυματίστηκε θανάσιμα στο κεφάλι από πυρά που διέσχισαν τον ουρανό του αυτοκινήτου. Μεταφέρθηκε στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών, όπου πέθανε αυθημερόν.
16. Βασιλική Μπεκιάρη του Φωτίου, 17 ετών, εργαζόμενη μαθήτρια, από τα Αμπελάκια Βάλτου Αιτωλοακαρνανίας, κάτοικος Μεταγένους 8, Νέος Κόσμος. Στις 12.00 το μεσημέρι της 17.11.1973, ενώ βρισκόταν στην ταράτσα του σπιτιού της, τραυματίστηκε θανάσιμα στον αυχένα από πυρά. Μεταφέρθηκε στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών και στη συνέχεια στον «Ευαγγελισμό», όπου πέθανε αυθημερόν.
17. Δημήτρης Θεοδώρας του Θεοφάνους, 52 ετών, κάτοικος Ανακρέοντος 2, Ζωγράφου. Στις 13.00, της 17.11.1973, ενώ διέσχιζε με τη μητέρα του τη διασταύρωση της οδού Ορεινής Ταξιαρχίας με τη λεωφόρο Παπάγου στου Ζωγράφου, τραυματίστηκε θανάσιμα στο κεφάλι από πυρά στρατιωτικής περιπόλου με επικεφαλής αξιωματικό (πιθανόν ο ίλαρχος Σπυρίδων Σταθάκης του Κ.Ε.Τ/Θ), που βρισκόταν ακροβολισμένη στο λόφο του Αγίου Θεράποντος. Εξέπνευσε ακαριαία και όταν μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο των Παίδων, απλώς διαπιστώθηκε ο θάνατος του.
18. Αλέξανδρος Βασίλειος (Μπασρί) Καράκας, 43 ετών, Αφγανός τουρκικής υπηκοότητας, ταχυδακτυλουργός, κάτοικος Μύρων 10, Αγιος Παντελεήμονας, Αθήνα. Στις 13.00, της 17.11.1973, ενώ βάδιζε με τον 13χρονο γιο του στη διασταύρωση των οδών Χέϋδεν και Αχαρνών, τραυματίστηκε θανάσιμα στην κοιλιά από ριπή μυδραλίου τεθωρακισμένου στρατιωτικού οχήματος. Μεταφέρθηκε απευθείας στο νεκροτομείο, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατος του.
19. Αλέξανδρος Παπαθανασίου του Σπυρίδωνος, 59 ετών, συνταξιούχος εφοριακός, από το ΚεράσοΒο Αιτωλοακαρνανίας, κάτοικος Νάξου 116, Αθήνα. Στις 13.30 της 18.11.1973, ενώ βάδιζε με τις ανήλικες κόρες του στη διασταύρωση των οδών Δροσοπούλου και Κύθνου, απέναντι από το ΙΣΤ' Αστυνομικό Τμήμα, βρέθηκε εν μέσω πυρών, προερχομένων από τους αστυνομικούς του Τμήματος, με αποτέλεσμα να πάθει συγκοπή. Μεταφέρθηκε στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατος του.
20. Ανδρέας Κούμπος του Στέργιου 63 ετών, βιοτέχνης, από την Καρδίτσα, κάτοικος Αμαλιάδος 12, Κολωνός. Γύρω στις 11.00 με 12.00 της 18.11.1973, ενώ βάδιζε στη διασταύρωση των οδών Γ' Σεπτεμβρίου και Καποδιστρίου, τραυματίστηκε στη λεκάνη από πυρά μυδραλίου τεθωρακισμένου στρατιωτικού οχήματος. Μεταφέρθηκε στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ., κατόπιν στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών και τέλος στο Κ.Α.Τ., όπου και πέθανε στις 30.1.1974.
21. Μιχαήλ Μυρογιάννης του Δημητρίου, 20 ετών, ηλεκτρολόγος, από τη Μυτιλήνη, κάτοικος Ασημάκη Φωτήλα 8, Αθήνα. Στις 12.00 το μεσημέρι της 18.11.1973, ενώ βάδιζε στη διασταύρωση των οδών Πατησίων και Στουρνάρη, τραυματίστηκε θανάσιμα στο κεφάλι από πυρά περιστρόφου αξιωματικού του Στρατού (αυτουργός ο συνταγματάρχης Νικόλαος Ντερτιλής). Μεταφέρθηκε στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ. σε κωματώδη κατάσταση και κατόπιν στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών, όπου πέθανε αυθημερόν.
22. Κυριάκος Παντελεάκης του Δημητρίου, 44 ετών, δικηγόρος, από την Κροκέα Λακωνίας, κάτοικος Φερρών 5, Αθήνα. Στις 12.00 με 12.30 το μεσημέρι της 18.11.1973, ενώ βάδιζε στη διασταύρωση των οδών Πατησίων και Γλάδστωνος, τραυματίστηκε θανάσιμα από πυρά διερχομένου άρματος μάχης. Μεταφέρθηκε στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών, όπου και πέθανε στις 27.12.1973.
23. Ευστάθιος Κολινιάτης, 47 ετών, από τον Πειραιά, κάτοικος Νικο-πόλεως 4, Καματερό Αττικής. Κτυπήθηκε στις 18.11.1973 από αστυνομικούς με συμπαγείς ράβδους, και υπέστη κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, συνεπεία των οποίων πέθανε στις 21.11.1973.
24. Ιωάννης Μικρώνης του Αγγέλου, 22 ετών, φοιτητής στο τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών του Πανεπιστημίου Πατρών, από την Ανω Αλισσό Αχαΐας. Συμμετείχε στην κατάληψη του Πανεπιστημίου Πατρών. Κτυπήθηκε μετά τα γεγονότα, υπό συνθήκες που παραμένουν ακόμη αδιευκρίνιστες. Συνεπεία της κακοποίησης του υπέστη ρήξη του ήπατος, εξαιτίας της οποίας πέθανε στις 17.12.1973 στο Λαϊκό Νοσοκομείο Αθηνών, όπου νοσηλευόταν. Σύμφωνα με ορισμένες ενδείξεις, ο τραυματισμός του συνέβη στην Πάτρα, άλλες όμως πληροφορίες τον τοποθετούν στην Αθήνα. Η περίπτωση του παραμένει υπό έρευνα.


(Η μελέτη αυτή έχει υιοθετηθεί από τη σχετική βιβλιογραφία ως η πλέον έγκυρη επιστημονική προσέγγιση στο ζήτημα (βλ. ενδεικτικά Δημήτρης Παπαχρήστος, Το Πολυτεχνείο ζει, εκδόσεις Λιβάνη, Αθήνα 2004, σελ. 41-45, Δημήτρης Χατζησωκράτης, Πολυτεχνείο '73, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2004, σελ. 176-177, 424-425, Βαγγέλης Αγγελής & Ολύμπιος Δαφέρμος, Όνειρο ήταν, έκδοση ΕΔΙΑ-Οδυσσέας, Αθήνα 2005, σελ.378-388).)

Η Εξέγερση του Πολυτεχνείου

Η Εξέγερση του Πολυτεχνείου το Νοέμβριο του 1973 ήταν η κορυφαία αντιδικτατορική εκδήλωση και ουσιαστικά προανήγγειλε την πτώση τηςΧούντας των Συνταγματαρχών, η οποία από τις 21 Απριλίου 1967 είχε επιβάλλει καθεστώς στυγνής δικτατορίας στη χώρα.
Η αντίστροφη μέτρηση ξεκίνησε στις 14 Φεβρουαρίου 1973, όταν ξεσηκώθηκαν οι φοιτητές της Αθήνας και συγκεντρώθηκαν στο Πολυτεχνείο. Ζητούσαν την κατάργηση του Ν.1347, ο οποίος προέβλεπε την υποχρεωτική στράτευση όσων ανέπτυσσαν συνδικαλιστική δράση κατά τη διάρκεια των σπουδών τους. Η αστυνομία, παραβιάζοντας το πανεπιστημιακό άσυλο, εισήλθε στο χώρο του ιδρύματος, συνέλαβε 11 φοιτητές και τους παρέπεμψε σε δίκη με την κατηγορία της «περιύβρισης αρχής». Οι 8 καταδικάστηκαν σε διάφορες ποινές, ενώ περίπου 100 άλλοι αναγκάστηκαν να διακόψουν τις σπουδές τους και να ντυθούν στο χακί.
Επτά ημέρες μετά τα πρώτα γεγονότα του Πολυτεχνείου, στις 21 Φεβρουαρίου οι φοιτητές κατέλαβαν το κτίριο της Νομικής σχολής στην Αθήνα, προβάλλοντας τα συνθήματα «Δημοκρατία», «Κάτω η Χούντα» και «Ζήτω η Ελευθερία». Η αστυνομία επενέβη και πάλι για να καταστείλει την εξέγερση, αλλά η βίαιη εκδίωξη των φοιτητών από το κτίριο της Νομικής ενίσχυσε ακόμη περισσότερο την αγωνιστικότητά τους.
Η εξέγερση που ξεκίνησε στις 14 Νοεμβρίου του 1973 επρόκειτο να αποτελέσει την κορύφωση των αντιδικτατορικών εκδηλώσεων. Το πρωί εκείνης της ημέρας οι φοιτητές συγκεντρώθηκαν στο προαύλιο του Πολυτεχνείου και αποφάσισαν την κήρυξη αποχής από τα μαθήματα, με αίτημα να γίνουν εκλογές για τους φοιτητικούς συλλόγους τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους και όχι στα τέλη του επόμενου χρόνου, όπως είχε ανακοινώσει το καθεστώς.
Ακολούθησαν συνελεύσεις φοιτητών στην Ιατρική και στη Νομική σχολή. Μάλιστα, οι φοιτητές της Νομικής εξέδωσαν ψήφισμα, με το οποίο ζητούσαν την ανάκληση των αποφάσεων της Χούντας για τη διεξαγωγή των φοιτητικών εκλογών, εκδημοκρατισμό των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, αύξηση των δαπανών για την παιδεία στο 20% του προϋπολογισμού και ανάκληση του Ν.1347 για την αναγκαστική στράτευση των φοιτητών.
Όσο περνούσε η μέρα άρχισαν να μαζεύονται ολοένα και περισσότεροι φοιτητές στο Πολυτεχνείο, αλλά και άλλοι που πληροφορήθηκαν το νέο. Η αστυνομία αποδείχθηκε ανίκανη να εμποδίσει την προσέλευση του κόσμου. Το απόγευμα πάρθηκε η απόφαση για κατάληψη του Πολυτεχνείου. Οι πόρτες έκλεισαν και από τότε άρχισε η οργάνωση της εξέγερσης. Το πρώτο βήμα ήταν η εκλογή Συντονιστικής Επιτροπής, στην οποία μετείχαν 22 φοιτητές και 2 εργάτες, με σκοπό να καθοδηγήσει τον αγώνα. Επιπλέον, δημιουργήθηκαν επιτροπές σε όλες τις σχολές για να οργανώσουν την κατάληψη και την επικοινωνία με την ελληνική κοινωνία.

Για το σκοπό αυτό άρχισε να λειτουργεί ένας ραδιοφωνικός σταθμός, αρχικά στο κτίριο του Χημικού και αργότερα στο κτίριο των Μηχανολόγων, με εκφωνητές τη Μαρία Δαμανάκη και τον Δημήτρη Παπαχρήστου. Επιπλέον, στο Πολυτεχνείο εγκαταστάθηκαν πολύγραφοι, που δούλευαν μέρα - νύχτα, για να πληροφορούν τους φοιτητές και τον υπόλοιπο κόσμο για τις αποφάσεις της Συντονιστικής Επιτροπής και των φοιτητικών συνελεύσεων. Συγκροτήθηκαν συνεργεία φοιτητών, που έγραφαν συνθήματα σε πλακάτ, σε τοίχους, στα τρόλεϊ, στα λεωφορεία και στα ταξί, για να τα γνωρίσουν όλοι οι Αθηναίοι. Στο Πολυτεχνείο οργανώθηκε εστιατόριο και νοσοκομείο, ενώ ομάδες φοιτητών ανέλαβαν την περιφρούρηση του χώρου, ξεχωρίζοντας τους ενθουσιώδεις και δημοκράτες Αθηναίους από τους προβοκάτορες.
Η πρώτη αντίδραση του δικτατορικού καθεστώτος ήταν να στείλει μυστικούς πράκτορες να ανακατευθούν στο πλήθος που συνέρρεε στο Πολυτεχνείο και να ακροβολήσει σκοπευτές στα γύρω κτίρια. Στις 16 Νοεμβρίου μεγάλες αστυνομικές δυνάμεις επιτέθηκαν εναντίον του πλήθους που ήταν συγκεντρωμένο έξω από το Πολυτεχνείο, με γκλομπς, δακρυγόνα και σφαίρες ντουμ-ντουμ. Οι περισσότεροι διαλύθηκαν. Όσοι έμειναν έστησαν οδοφράγματα ανατρέποντας τρόλεϊ και συγκεντρώνοντας υλικά από νεοανεγειρόμενες οικοδομές, και άναψαν φωτιές για να εξουδετερώσουν τα δακρυγόνα. Αργότερα, η αστυνομία έκανε χρήση όπλων, χωρίς όμως να πετύχει το στόχο της, την καταστολή της εξέγερσης.
Ο δικτάτορας Παπαδόπουλος, όταν διαπίστωσε ότι η αστυνομία αδυνατούσε να εισέλθει στο Πολυτεχνείο, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει το στρατό. Κοντά στο σταθμό Λαρίσης συγκεντρώθηκαν τρεις μοίρες ΛΟΚ και μία μοίρα αλεξιπτωτιστών από τη Θεσσαλονίκη. Τρία άρματα μάχης κατέβηκαν από του Γουδή προς το Πολυτεχνείο. Τα δύο στάθμευσαν στις οδούς Τοσίτσα και Στουρνάρα, αποκλείοντας τις πλαϊνές πύλες του ιδρύματος και το άλλο έλαβε θέση απέναντι από την κεντρική πύλη. Η Συντονιστική Επιτροπή των φοιτητών ζήτησε διαπραγματεύσεις, αλλά το αίτημά τους απορρίφθηκε.
Στις 3 τα ξημερώματα της 17ης Νοεμβρίουτο άρμα που βρισκόταν απέναντι από την κεντρική πύλη έλαβε εντολή να εισβάλλει. Έπεσε πάνω στην πύλη και την έριξε, παρασέρνοντας στο διάβα του μία κοπέλα που ήταν σκαρφαλωμένη στον περίβολο κρατώντας την ελληνική σημαία. Οι μοίρες των ΛΟΚ, μαζί με ομάδες -μυστικών και μη- αστυνομικών, εισέβαλαν στο Πολυτεχνείο και κυνήγησαν τους φοιτητές, οι οποίοι πηδώντας από τα κάγκελα προσπάθησαν να διαφύγουν στους γύρω δρόμους. Τους κυνηγούσαν αστυνομικοί, πεζοναύτες, ΕΣΑτζήδες. Αρκετοί σώθηκαν βρίσκοντας άσυλο στις γύρω πολυκατοικίες, πολλοί συνελήφθησαν κα μεταφέρθηκαν στη Γενική Ασφάλεια και στην ΕΣΑ.

Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση της Αστυνομίας, στις 17 Νοεμβρίου συνελήφθησαν 840 άτομα. Όμως, μετά τη Μεταπολίτευση, αξιωματικοί της Αστυνομίας, ανακρινόμενοι, ανέφεραν ότι οι συλληφθέντες ξεπέρασαν τα 2400 άτομα. Οι νεκροί επισήμως ανήλθαν σε 34 άτομα. Στην ανάκριση που διενεργήθηκε το φθινόπωρο του 1975 εναντίον των πρωταιτίων της καταστολής εντοπίστηκαν 21 περιπτώσεις θανάσιμου τραυματισμού. Ωστόσο, τα θύματα πρέπει να ήταν πολύ περισσότερα, διότι πολλοί βαριά τραυματισμένοι, προκειμένου να διαφύγουν τη σύλληψη, αρνήθηκαν να διακομιστούν σε νοσοκομείο.
Ο δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος κήρυξε στρατιωτικό νόμο, αλλά στις 25 Νοεμβρίου ανατράπηκε με πραξικόπημα. Πρόεδρος ορίστηκε ο αντιστράτηγος Φαίδων Γκιζίκης και πρωθυπουργός της νέας κυβέρνησης ο Αδαμάντιος Ανδρουτσόπουλος. Όμως ο ισχυρός άνδρας του νέου καθεστώτος ήταν ο διοικητής της Στρατιωτικής Αστυνομίας, ταξίαρχος Δημήτριος Ιωαννίδης, που επέβαλλε ένα καθεστώς σκληρότερο από εκείνο του Παπαδόπουλου.
Η δικτατορία κατέρρευσε στις 23 Ιουλίου του 1974, αφού είχε ήδη προηγηθεί η τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Ο Γκιζίκης και ο αντιστράτηγος Ντάβος, διοικητής του Γ' Σώματος Στρατού, κάλεσαν τονΚωνσταντίνο Καραμανλή να επιστρέψει στην Ελλάδα για να επαναφέρει τη δημοκρατική διακυβέρνηση.

Ποιήματα εμπνευσμένα από την Εξέγερση του Πολυτεχνείου

Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2013

Τα ορφανά του Goebbels.. (περί ναζιστικού-αρχαιοελληνικού χαιρετισμού)

Μας έχουν ζαλίσει οι Χρυσαυγίτες και άλλοι εθνοπατριώτες ότι ο ναζιστικός χαιρετισμός είναι αρχαιοελληνικός-Δωρικός-Σπαρτιατικός, και φέρνουν ως παράδειγμα την εν λόγω εικόνα του Βασιλιά Πύρρου που με την πρώτη ματιά φαίνεται ότι χαιρετά ναζιστικά ή “αρχαιοελληνικά” όπως λένε..
ΠΥΡΡΟΣ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ
Αν όμως εξετάσουμε ολόκληρο το άγαλμα, παρατηρούμε ότι δεν προτάσσει ολόκληρη την παλάμη όπως φαίνεται από πλάγια αλλά μόνο τον δείκτη του.
IOANNINA_13DSCN3529=vasileus pyrros   @







Ο χαιρετισμός εν Ελλάδι
Αυτό όλο γίνεται σκόπιμα, καθώς δεν υπάρχει μέχρι στιγμής καμία αναφορά σε αυτό το χαιρετισμό, σε κανένα αγγείο ή χειρόγραφο από τους Αρχαίους Έλληνες. Οπότε η επόμενη κίνηση είναι να “κατασκευάσουνε” κάτι παραπλήσιο για να πλανέψουνε το κοινό τους. Μερικά παραδείγματα είναι τα παρακάτω: “..ο χαιρετισμός αυτός είναι Ελληνικός, τον χρησιμοποιούσαν οι Σπαρτιάτες κατά την αρχαιότητα, και τον είχε θεσπίσει και ο Εθνάρχης μας Ιωάννης Μεταξάς το έτος 1936.” (από τον Πατριωτικό -sic- Σύνδεσμο). Η Χρυσή Αυγή είχε υποστηρίξει σε ανακοίνωσή της λέγοντας: “..είναι ο Ελληνικός χαιρετισμός που είχε καθιερώσει επισήμως το εθνικό καθεστώς του Ιωάννου Μεταξά, το οποίο είπε ΟΧΙ στους ξένους εισβολείς και τους πολέμησε στην Πίνδο και την Μακεδονία το 1940-41. Έτσι ακριβώς χαιρετούσαν τότε οι Έλληνες πατριώτες που έδωσαν το αίμα τους για την Ελευθερία της Πατρίδας μας και χρησιμοποιείται από τους Εθνικιστές ανά την υφήλιο.” (την έσβησαν την ανακοίνωση, αλλά ότι γράφετε στο net μένει δω).
Οπότε η μόνη αναφορά περί “αρχαιοελληνικού” Metaxas2χαιρετισμού είναι από τον Ι. Μεταξά, όπου στο άρθρο 30 των Γενικών Διατάξεων  του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της ΕΟΝ του 1937 αναφέρεται πως: “Ο χαιρετισμός αποδίδεται δια ζωηράς προτάσεως της δεξιάς χειρός τεταμένης με δακτύλους ηνωμένους και την παλάμην εις το ύψος του δεξιού οφθαλμού, κατά το πρότυπον του καθαρώς Aρχαίου Eλληνικού χαιρετισμού.” (από το οργανόγραμμα της ΕΟΝ). Με λίγα λόγια η μόνη αναφορά στον χαιρετισμό είναι μια ιστορική αυθαιρεσία, μιας και αρχαιολογικά ευρήματα δεν υπάρχουν που να αποδεικνύουν τα λεγόμενά τους.
Ξεχνάνε όμως να αναφέρουνε ότι τότε έτσι χαιρετούσαν οι Ναζί, οι Φασίστες και όσοι τους υποστήριζαν (βλ.Ταγματασφαλίτες) και όχι όσοι έδωσαν το αίμα τους για την Ελευθερία.  Πάντως οι εν λόγω εθνικιστές που αναφέρει η Χρυσή Αυγή στο τέλος της ανακοίνωσής της ονομάζονται Ναζί πια.. Για τροφή της σκέψης υπάρχει και η εξής εικόνα όπου βλέπουμε να απεικονίζεται ο Ι. Μεταξάς μαζί με τον Υπουργό Προπαγάνδας του Hitler, τον Joseph Goebbels.
Metaxas
Ιστορικά στοιχεία (από το εξωτερικό)
Η πρώτη αναφορά στο χαιρετισμό στο εξωτερικό είναι από μια γκραβούρα του 18ουthe_oath_of_the_horatii__1784-1785__jacques-louis_david αιώνα του Jacques-Louis David, τη “Oath of the Horatii“. Όπου λέγεται ότι ο Mussolini από κει τον αντέγραψε και αντίστοιχα ονομάστηκε “Saluto Romano“, αναπαράγοντας μια εικαστική εικόνα για να ενισχύσει την προγονολατρεία του καθεστώτος του. Στη συνέχεια τον πήρε και ο Hitler ονομάζοντάς τον “Deutscher Gruß” ή “Hitlergruß” (“γερμανικός χαιρετισμός” ή “χαιρετισμός του Χίτλερ” αντίστοιχα). Από τη Γερμανία πήγε στην Ελλάδα και στην Ισπανία, και το κοινό στοιχείο -εκτός από την Ισπανία του Franco- ήταν ότι όλοι έλεγαν ότι είναι χαιρετισμός των προγόνων τους. Έτσι έγινε σύμβολο του Φασισμού, του Ναζισμού, του μίσους ενάντια στο διαφορετικό και του ρατσισμού.
Ο Martin Winkler στο βιβλίο του “Ο ρωμαϊκός χαιρετισμός. Κινηματογράφος, Ιστορία, Ιδεολογία” αναφέρει: “Σε κανένα ρωμαϊκό έργο τέχνης -άγαλμα, νόμισμα ή ζωγραφική- δεν αναπαρίσταται ο χαιρετισμός που συναντάται στο Φασισμό, στον Εθνικοσοσιαλισμό ή σε κάποια άλλη συγγενή ιδεολογία. Επίσης είναι άγνωστος και στην Ρωμαϊκή Γραμματεία, δεν αναφέρεται από κανέναν αρχαίο ιστορικό. Ούτε στην περίοδο των Καισάρων, ούτε και στην ρεπουμπλικανική περίοδο.”Martin Winkler  “Ο ρωμαϊκός χαιρετισμός. Κινηματογράφος, Ιστορία, Ιδεολογία” σελ. 22


Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2013

«Η στρατηγική της έντασης»: τρομοκρατικά χτυπήματα και ενοχοποίηση της Aριστεράς στην Ιταλία του 1970

Η έρευνα για την ανάπτυξη της
 τρομοκρατίας στην Ιταλία του 1970 έχει αναδείξει πολλές πτυχές της λειτουργίας του παρακράτους, της σύνδεσής του με το επίσημο κράτος καθώς και την ενοχοποίησης των αριστερών κινημάτων. Η δράση των παρακρατικών οργανώσεων κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης δεκαετίας αποτελούν παράδειγμα και αντικείμενο μελέτης για εκείνους που επιθυμούν να κατανοήσουν πως ο φασισμός μπορεί να γίνεται εργαλείο στα χέρια του συνασπισμού εξουσίας.
Εργατικοί αγώνες και κοινωνικός αναβρασμός

Μια προσεκτική ανάγνωση στη μεταπολεμική ιστορία της Ιταλίας μας καθιστά σαφές ότι οι χαμένοι του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου (όσοι υποστήριζαν το φασιστικό κόμμα του Μουσολίνι) παρεισέφρησαν είτε σε παράνομες είτε σε νόμιμες ακροδεξιές οργανώσεις ή ακόμα και σε καίριες θέσεις του Στρατού. Αυτές οι οργανώσεις έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στο ψυχροπολεμικό κλίμα της μεταπολεμικής περιόδου. Όπως συνέβη και σε άλλα κράτη (π.χ. Ελλάδα) οι ακροδεξιοί αποτέλεσαν την ανομολόγητη βοήθεια της κυβέρνησης των Χριστιανοδημοκρατών ώστε να πληγεί η Αριστερά και να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να κυβερνήσει.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 στην Ιταλία αναπτύσσονται φοιτητικοί αγώνες, κοινωνικά κινήματα καθώς και ο συνδικαλισμός στο βιομηχανοποιημένο Βορρά. Οι εργατικοί αγώνες του 1968-69, το Autumno Caldo (Θερμό Φθινόπωρο) της Ιταλίας, υπονόμευσαν βαθιά την οικονομική εξουσία της χώρας και άλλαξαν τον συσχετισμό ισχύος. Οι απεργίες ξεκίνησαν σταδιακά από την άνοιξη του 1968 σε μεγάλες επιχειρήσεις όπως η Fiat, η Pirelli και η Siemens, με κύρια αιτήματα  την μείωση του ωραρίου και την αύξηση των μισθών, όπως προβλεπόταν στη συλλογική σύμβαση του 1966. Τα συνδικάτα των εργαζομένων στις αυτοκινητοβιομηχανίες υπήρξαν πρωτοπόρα, καθώς το Σεπτέμβριο του 1969 προχώρησαν σε αναστολή των εργασιών (με μεγάλες απώλειες στη παράγωγη) και σε μεγαλειώδεις πορείες στο κέντρο του Μιλάνο και του Τορίνο. Ακόμη, ορόσημο για τις κινητοποιήσεις του 1969 αποτέλεσε η «διασταύρωση» του εργατικού κινήματος με τις φοιτητικές πορείες: στις 3 Ιουλίου 1969 οι φοιτητές διαδήλωσαν στο Τορίνο μαζί με τους εργάτες και πραγματοποίησαν συνελεύσεις στις οποίες αποφάσισαν να συστήσουν κοινό αγνωστικό μέτωπο.
Από την άλλη, οι φοιτητές έχοντας βιώσει την εμπειρία του Γαλλικού Μάη οργανώθηκαν διεκδικώντας αξιοκρατικότερο σύστημα εισαγωγής στο πανεπιστήμιο, κατάργηση της δογματικής γνώσης, άνοιγμα των πανεπιστημίων στη κοινωνία και δηλώνοντας την συμπαράσταση τους στην εργατική τάξη. Μετά τους αγώνες αυτούς, η Αριστερά ισχυροποιήθηκε. Η ζημιά που επέφερε στην αστική τάξη η εργατική απειθαρχία ήταν σοβαρότατη.[1] Και ενώ η χώρα βρισκόταν σε διαρκή απεργιακό κλοιό και η κυβέρνηση αδυνατούσε να επιβληθεί στους ολοένα αυξανόμενους απεργούς, η λύση έπρεπε να δοθεί με διαφορετικό τρόπο: Το Δεκέμβριο του 1969 και ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη οι διαπραγματεύσεις για την υπογραφή νέας συλλογικής σύμβασης (με ευνοϊκότερους όρους για τους εργαζόμενους) που θα αποτελούσε μεγάλη νίκη για την ιταλική εργατική τάξη, στις 12 Δεκεμβρίου πραγματοποιείται βομβιστική επίθεση στο κέντρο του Μιλάνο, στην Αγροτική τράπεζα της Ιταλίας. Τελικός απολογισμός 17 νεκροί και 88 τραυματίες.[2] Το χτύπημα αποδόθηκε εξαρχής σε αριστερές οργανώσεις και αναρχικούς κύκλους. Αρχικά κατηγορείται ο αναρχικός Πιέτρο Βαλπρέντα και αμέσως σχηματίζεται κατηγορητήριο και για τον αναρχικό Τζιουζεπε Πινέλλι. Τρεις μέρες μετά τη σύλληψη του ο Πινέλλι εκπαραθυρώνεται κατά τη διάρκεια της ανάκρισης και το γεγονός καταγράφεται επισήμως ως «θάνατος εξαιτίας ψυχολογικής νόσου». Τελικά το 2005 κατόπιν ερευνών εκδόθηκε καταδικαστική απόφαση για μέλη της ακροδεξιάς οργάνωσης Οrdine Nuovo (Νέα Τάξη) για τη βομβιστική επίθεση στην Αγροτική Τράπεζα της Ιταλίας.
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου οι βομβιστικές επιθέσεις των ακροδεξιών ήταν καθοδηγούμενες από τη CIA , τη μασονική στοά P2 και το Βατικανό. Τα στελέχη της P2 (Προπαγάνδα 2) προέρχονταν από την ελίτ της ιταλικής κοινωνίας (αξιωματικοί, υπουργοί, δικαστικοί κ.α.) και φρόντιζαν να παροτρύνουν και να χρηματοδοτούν ακροδεξιές οργανώσεις, ώστε να πραγματοποιούν τρομοκρατικά χτυπήματα.[3] Οι διασυνδέσεις της μασονικής στοάς άρχισαν να αποκαλύπτονται μετά το 1981, όταν ο ιταλικός τύπος άρχισε να βγάζει στην επιφάνεια ένα τραπεζικό σκάνδαλο στο όποιο ήταν αναμεμειγμένη η Τράπεζα του Βατικανού. Στη πορεία αποκαλύφθηκε πως το Βατικανό χρηματοδοτούσε γενναία τη P2 για να πραγματοποιεί τρομοκρατικά χτυπήματα.[4] Όπως αποκαλύφθηκε μέσω του σκανδάλου, αλλά και όπως ήταν γενικά γνωστό, η ανάμειξη της Καθολικής Εκκλησιάς στο πολιτικό γίγνεσθαι ήταν δεδομένη. Δεν ήταν άλλωστε κρυφές οι χρηματοδοτήσεις της Τράπεζας του Βατικανό προς το κόμμα των Χριστιανοδημοκρατών.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της πρακτικής που ακολουθούσε η P2 ήταν η «σφαγή της Μπολόνια». Επρόκειτο για βομβιστική ενέργεια στο σιδηροδρομικό σταθμό της ιταλικής πόλης στις 2 Αυγούστου 1980. Ο απολογισμός ήταν 85 νεκροί και 200 τραυματίες και τα πρωτοσέλιδα έδειχναν αριστερό τρομοκρατικό χτύπημά. Περίπου μια δεκαετία αργότερα αποκαλύφθηκε πως η μασονική στοά είχε φροντίσει να χρηματοδοτήσει και να εξοπλίσει τη νεοφασιστική οργάνωση Ordine Nuovo (Νέα Τάξη) για τη πραγματοποίηση του χτυπήματος.
Η επιλογή των χτυπημάτων δεν ήταν τυχαία. Όπως και στη περίπτωση της Μπολόνια οι παρακρατικοί επέλεγαν πόλεις όπου η Αριστερά είχε μεγάλη εκλογική και οργανωτική δύναμη, ώστε με κατασκευασμένα στοιχεία να αποδίδεται το χτύπημα σε αριστερές οργανώσεις.
Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας
Η περίοδος από το τέλος της δεκαετίας του 1960 έως τα τέλη του 1970 αποτέλεσε για το Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας «τα χρόνια της μετάβασης». Ο θάνατος του γενικού γραμματέα Παλμίρο Τολιάτι έφερε στην ηγεσία του κόμματος τον Λουίτζι Λόνγκο και το 1972 τον Ενρίκο Μπερλινγκουέρ. Ο δεύτερος εκπροσωπούσε τη Τρίτη γενιά κομμουνιστών. Ανδρώθηκε πολιτικά μετά το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου ενώ διατηρούσε σαφείς αποστάσεις από τη σοβιετική ηγεσία (αφορμή για τις «ψυχρές» σχέσεις Μπερλινγκουέρ – Μόσχας αποτέλεσε η καταδίκη της σοβιετικής  επέμβασης στη Τσεχοσλοβακία, από τον Ιταλό ΓΓ, στο πλαίσιο διάσκεψης των κομμουνιστικών κομμάτων, τον Ιούνιο του 1969). Κατά την περίοδο της θητείας του το Κομμουνιστικό  Κόμμα πραγματοποίησε μια πολιτική στροφή συναινώντας στην είσοδο της χώρας στο ΝΑΤΟ. Επίσης, για μεγάλο χρονικό διάστημα, μετά τις εκλογές του 1976, βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις με τη κυβέρνηση των Χριστιανοδημοκρατών και τον πρωθυπουργό Άλντο Μόρο για τη πιθανότητα συγκυβέρνησης.[5] Αυτή η εξέλιξη του κόμματος απογοήτευσε πολλά μέλη τα οποία θεώρησαν πως έχει χάσει τη ταυτότητα του.
Ερυθρές Ταξιαρχίες
Μέσα σε αυτό το κλίμα ακροδεξιών τρομοκρατικών χτυπημάτων, της απογοήτευσης από το Κομμουνιστικό Κόμμα και των θεωριών για ένοπλη πάλη και ανταρτικό πόλεων, γεννηθήκαν οι Ερυθρές Ταξιαρχίες (Brigatte Rosse). Η περίοδος στρατολόγησης στην οργάνωση ξεκίνησε στις αρχές του 1970. Τα βασικά στελέχη ήταν ο Ρενάτο Κούρτσιο, η Μάρα Καγκόλ και ο Μάριο Μορέττι. Οι πρώτες ενέργειες των Ερυθρών Ταξιαρχιών είχαν συμβολικό χαρακτήρα (π.χ. εμπρησμοί οχημάτων στελεχών του βιομηχανικού χώρου) και γενικά βασίζονταν σε μια τακτική αποφυγής της κατά μέτωπο επίθεσης. Ακολούθησαν 4 απαγωγές και το πρώτο σοβαρό χτύπημα της οργάνωσης πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο του 1974, όταν μέλη της απήγαγαν τον εισαγγελέα της Γένοβα, ζητώντας ως αντάλλαγμα την αποφυλάκιση δύο μελών της οργάνωσης. Στόχος των Ερυθρών Ταξιαρχιών ήταν να δημιουργήσουν μια ισχυρή ιδεολογική συσπείρωση μέσα στην εργατική τάξη, πράγμα που εν μέρει φαίνεται να πέτυχαν, καθώς πολλά μέλη της οργάνωσης προερχόντουσαν από αυτήν και ήταν υπέρμαχοι του ένοπλου αγώνα, όπως ο Αλμπέρτο Φραντζεσκίνι. Παράλληλα, όπως αποκαλύφθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1980, οι Ερυθρές Ταξιαρχίες είχαν αναπτύξει ένα μεγάλο δίκτυο υποστήριξης που δρούσε επικουρικά και είχε στρατολογηθεί μέσα από την πολική ζύμωση στα πανεπιστήμια της χώρας, κατά τις δεκαετίες 1960 και 1970. Σήμα κατατεθέν της ήταν το γεγονός ότι τα χτυπήματα στόχευαν στο κέντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Χαρακτηριστική η περίπτωση της απαγωγής και δολοφονίας του ιταλού πρωθυπουργού Άλντο Μόρο. Συνέβη τη περίοδο προσέγγισης Αριστεράς-Δεξιάς, όταν ο Ιταλός πρωθυπουργός έκανε λόγο για συνύπαρξη και εθνική ενότητα. Ο Τζούλιο Αντρεότι ο οποίος ηγούνταν της κυβερνητικής συμμαχίας είχε αποφασίσει να τηρήσει σκληρή στάση απέναντι στους τρομοκράτες και να μη συνδιαλαγεί μαζί τους. Σημαντική ήταν πιθανότατα και η εμπλοκή των ΗΠΑ που δεν ήθελαν την Αριστερά στην κυβέρνηση σε μια χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ. Ο Αντρεότι ερμήνευσε τις εκκλήσεις του Μόρο για αποδοχή της ανταλλαγής αιχμαλώτων (σ.σ. οι Ερυθρές Ταξιαρχίες ζητούσαν την απελευθέρωση 13 μελών της) ως αβάσιμες και θεωρούσε ότι ο Ιταλός πρωθυπουργός βρίσκεται υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών. Παρά τη σχεδόν δίμηνη κράτηση του Μόρο η ιταλική κυβέρνηση δεν ενέδωσε στα αιτήματα των Ερυθρών Ταξιαρχιών και ο Ιταλός πρωθυπουργός δολοφονήθηκε στις 9 Μάιου 1978. Αυτό το χτύπημα καθώς και η δολοφονία του συνδικαλιστή Γκουίντο Ροσσα ένα χρόνο μετά, το 1979, αποτέλεσαν τα «μοιραία λάθη» για τη δημοτικότητα της οργάνωσης. Είχαν ήδη προκύψει εσωτερικές διαφωνίες και προβληματισμός για τη μονόπλευρη ένοπλη δράση, χωρίς την ταυτόχρονη έκφραση πολιτικού λόγου. Η συνοχή της οργάνωσης εξασθένησε, λόγω των ιδεολογικών διαφοροποιήσεων. Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες διασπάστηκαν επισήμως το 1984 σε Μαχόμενο Κομμουνιστικό Κόμμα (BR-PCC) και Ένωση Μαχόμενων Κομμουνιστών (BR-PUCC). Στα μέσα της δεκαετίας του 1980 η οργάνωση είχε χάσει το λαϊκό της έρεισμα και είχε απομονωθεί από την εργατική τάξη. Το 1984 οι Κούρτσιο, Μορετι και Γιανέλι από τη φυλακή έγραψαν ανοιχτή επιστολή με τίτλο «Οι διεθνείς συνθήκες δεν επιτρέπουν τη συνέχιση του ένοπλου αγώνα». Οι μαζικές συλλήψεις από τις ιταλικές αρχές το 1989 οδήγησαν στην απενεργοποίηση της οργάνωσης, καθώς οδηγήθηκαν  στη φυλακή τα περισσότερα μέλη των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Περίπου 200 παραμένουν μέχρι και σήμερα έγκλειστα.[6]
Αντί Επιλόγου
Από το 1969 μέχρι το 1975 πραγματοποιήθηκαν 4.334 επίσημα καταγραμμένες πράξεις τρομοκρατικής βίας. Απ’ αυτές, το 83% αποδόθηκε αρχικά στην άκρα Αριστερά για να αποδειχτεί αργότερα ότι ήταν έργο της άκρας Δεξιάς και των συνεργατών της στον κρατικό μηχανισμό. Η Ιταλία για μια εικοσαετία περίπου ήταν αντιμέτωπη με  ένα χαοτικό κλίμα, του οποίου τα χαρακτηριστικά ήταν: βομβιστικές επιθέσεις, διάβρωση αριστερών οργανώσεων, ενοχοποίηση της Αριστεράς μέσω τρομοκρατικών χτυπημάτων και συνέχων προκλήσεων.
Όλες αυτές οι ακροδεξιές τρομοκρατικές δραστηριότητες δεν κατάφεραν να προκαλέσουν και να επιβάλουν ένα δεξιό στρατιωτικό πραξικόπημα στην Ιταλία (κατά το πρότυπο της Ελλάδας το 1967, της Χιλής το 1973 και της Τουρκίας το 1971 και το 1980, όπου εφαρμόστηκε η ίδια πρακτική). Πέτυχαν όμως, να προκαλέσουν το θάνατο εκατοντάδων αθώων ανθρώπων στην Ιταλία, τον τραυματισμό και την αναπηρία πολύ περισσότερων, να δημιούργησαν ένα γενικό κλίμα ανασφάλειας και αβεβαιότητας, και να βοηθήσουν τον πολιτικό συντηρητισμό να θεσπίσει ανεμπόδιστα μια ολόκληρη σειρά σκληρών «αντιτρομοκρατικών» νόμων που είχαν και έχουν αρνητικές επιπτώσεις στις πολιτικές ελευθερίες και τα δικαιώματα όλων των Ιταλών.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 (κυρίως μετά την αποκάλυψη της ύπαρξης της μασονικής στοάς P2) αποκαλύπτονταν σχέδια, προβοκατόρικες ενέργειες, βομβιστικές επιθέσεις και διπλοί πράκτορες, όλα άψογα σχεδιασμένα από  τρομοκρατικές οργανώσεις, που στόχο είχαν την ενοχοποίηση της Αριστεράς και την ενίσχυση του συντηρητισμού και της αποστροφής των ιταλών απέναντι σε οτιδήποτε έχει σχέση με την Αριστερά.
Επίσης, Τον Μάρτιο του 2001, ο στρατηγός Μαλέτι, διοικητής της ιταλικής κρατικής υπηρεσίας πληροφοριών, δήλωσε στη δίκη μελών της Nuova Ordine (Νέα Τάξη) , για τη τοποθέτηση βόμβας στην Αγροτική Τράπεζα στο Μιλάνο ότι «η CIA, ακολουθώντας τις οδηγίες της κυβέρνησής της, επιδίωκε να δημιουργήσει έναν ιταλικό εθνικισμό ικανό να μπλοκάρει αυτό που θεωρούσε ως “παρέκκλιση προς τα Αριστερά”, και για τον σκοπό αυτό πιθανό να έκανε χρήση της ακροδεξιάς τρομοκρατίας. Θεωρώ πως αυτό συνέβη και σε άλλες χώρες».
[1] The Ripening of time, Italy Documents of Struggle, σ.11
[2] Il seccondo  Bienno Rosso Italiano.L ‘Autunno Caldo nelle interprentazioni di Bruno Trentin,universita degli studi di Pissa,Nicola Del Vecchio, σελ. 98
[4] Calvi e L’Italia dei poteri occulti,Philip Willan, σελ.2-4
[5] G.Mamarella Il Partito Communista Italiano, Vallecchi , Firenze σ.300 και σ.303
[6] Mario Moretti, Brigatte Rosse, Una Storia Italiana , σελ.108
Φωτογραφίες:
1: Επετειακη πορεία για τα 43 χρόνια απο τη βομβιστικη επιθεση στην Αγροτική τραπεζα του Μιλανο (12 δεκεμβρίου 1969)
2: απεργιακη κινητοποιήση κατα τη διάρκεια των εργατικών αγώνων 1968-69
3: πρωτοσέλιδο για τη βομβιστική επιθεση στο σιδηροδρονικό σταθμο της Μπολόνια (2 Αυγούστου 1980)
4: πρωτοσελιδο για τη δολοφονία Α.Μορο


Ν. Μπογιόπουλος: «Τους ξέρω»!

Δεν πρόκειται για «πολιτική πράξη». Είναι στυγνή δολοφονία. Δεν πρόκειται για «κινηματική δράση». Είναι μαφιόζικη δράση. Δεν πρόκειται για «ένοπλη πρωτοπορία». Είναι συνδικάτο εγκλήματος. Δεν πρόκειται για «αγωνιστές». Είναι το λούμπεν (παρα-κρατικό;) κατακάθι. Δεν πρόκειται για «επαναστάτες». Είναι προβοκάτορες.
Δεν ξέρω αν οι δολοφόνοι που διέπραξαν το στυγνό έγκλημα στο Νέο Ηράκλειο έδρασαν «επαγγελματικά» ή «ερασιτεχνικά». Αλλά «τους ξέρω»! Ξέρω ότι πρόκειται για αποβράσματα. Δεν ξέρω ποια είναι τα φυσικά πρόσωπα όσων οργάνωσαν, καθοδήγησαν και εκτέλεσαν το έγκλημα. Αλλά «τους ξέρω»! Ξέρω ότι πρόκειται για σεσημασμένους πολιτικούς προβοκάτορες (ή μήπως και προβο-πράκτορες;) που το αντίστοιχό τους μόνο στους χώρους του υποκόσμου και του παρακράτους μπορεί να εντοπιστεί.

Τα πολιτικά δεδομένα

1)    Ήδη από τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα, υπάρχει τεράστια εμπειρία για τον ατελέσφορο είτε ταυτόχρονα για τον «πεμπτοφαλλαγγίτικο» ενάντια στο λαϊκό κίνημα ρόλο της λεγόμενης ατομικής τρομοκρατίας.

2)    Η ατομική τρομοκρατία και το πολιτικό έγκλημα δεν υπήρξαν ποτέ επιλογή δράσης του επαναστατικού, του εργατικού, του λαϊκού κινήματος.

3)    Οι φορείς της ατομικής τρομοκρατίας - και ειδικότερα της βαφτισμένης από τους νονούς της κατεστημένης σκέψης σαν δήθεν «αριστερή τρομοκρατία» - όσες φορές δεν πιάστηκαν στα πράσα να λειτουργούν ως κατασκευάσματα, ως ενεργούμενα και ως διασυνδεδεμένα παρακλάδια των υπηρεσιών του κράτους της εκμετάλλευσης, της καταπίεσης και της καταστολής του λαού, αποδείχτηκε ότι αποτέλεσαν τους καλύτερους «συμπαίχτες» αυτού του κράτους και συνέχισαν να υπάρχουν παίζοντας το ρόλο των «χρήσιμων ηλιθίων» στην υπηρεσία του συστήματος που υποτίθεται ότι «πολεμούσαν».      

Είναι καταγεγραμμένη πλέον η ιστορική γνώση για το σκοτεινό ρόλο των συγκεκριμένων ομάδων στη μεταπολεμική Ευρώπη. Ακόμα κι αν δεν είχαν εξαχθεί ασφαλή πολιτικά συμπεράσματα και δεν είχε σωρευτεί πλήθος πληροφοριών και στοιχείων για τις πολυπλόκαμες σχέσεις αυτών των ομάδων με κέντρα και υπηρεσίες της κρατικής τρομοκρατίας - από την εποχή κιόλας του Νετσάγεφ και της τσαρικής Οχράνα - θα αρκούσε, να τεθούν μερικά πολύ απλά ερωτήματα και να απαντηθούν με βάση την απλή, την κοινή (και τόσο σοφή) λογική, ώστε να υπάρξει μια ασφαλής εκτίμηση ως προς το τι στοχεύουν και για το πού θέλουν εξ αντικειμένου να οδηγήσουν τα πράγματα τα αθύρματα με τα κουμπούρια, σαν αυτά που έδρασαν την Παρασκευή.

Ποιος ωφελείται;

Η δράση των στυγερών δολοφόνων:

Α) Υπηρετεί την άθλια «θεωρία των δυο άκρων», ναι ή όχι; Αλλά αυτή  η θεωρία δεν στοχεύει ούτε στους δολοφόνους φασίστες με την «αντισυστημική» μάσκα, ούτε στους εξίσου φασίστες δολοφόνους με τη μάσκα του «αντιφασίστα». Στοχεύει ευθέως στο δικαίωμα του λαού να διαμαρτύρεται. Να αντιδρά. Να κινητοποιείται. Να απεργεί. Να διαδηλώνει. Να οργανώνεται ταξικά. Και να διαλαλεί το δικαίωμά του να ανατρέψει πολιτικά τους «δημίους» του. Όποιος ενισχύει τη «θεωρία των δυο άκρων», υπονομεύει το δικαίωμα του λαού να αντισταθεί και να απελευθερωθεί από την ακραία πολιτική που τον εξοντώνει.

Β) Υπηρετεί τα διαγγέλματα περί «νόμου και τάξης», ναι ή όχι; Αλλά όσοι ενισχύουν την θεωρία «του νόμου και της τάξης», εκείνο που κάνουν είναι να ενισχύουν την πολιτική που θέλει να επιβάλλει την «τάξη» της υποταγής στην «νομιμότητα» των μνημονίων. Στην «νομιμότητα» των χαρατσιών. Στην «νομιμότητα» των απολύσεων. Στην «νομιμότητα» της φτώχειας. Στην «νομιμότητα» του λαϊκού εξανδραποδισμού.    

Γ) Υπηρετεί  το κλίμα της τρομοϋστερίας, του «χάους», του «διχασμού», του «εμφυλίου», της «αποσταθεροποίησης», ναι ή όχι; Αλλά όποιος τροφοδοτεί την εκφοβιστική προπαγάνδα περί «εμφυλίου», εκείνο που κάνει είναι να δρα σαν ταγματασφαλίτης στην υπηρεσία του μονομερούς «ταξικού εμφυλίου» που έχει κηρυχτεί χρόνια τώρα από τους ανακεφαλαιοποιημένους τραπεζίτες στον ξεπαραδιασμένο λαό. Από τους φοροαπαλλασσόμενους εφοπλιστές στον χαρατσωμένο λαό. Από τους «επενδυτές» κεφαλαιοκράτες στον ρακένδυτο λαό των 400 ευρώ βασικό. Όποιος καλλιεργεί κλίμα «αποσταθεροποίησης» ζητά την ακινησία του λαού απέναντι στην «σφαγή» του και ρίχνει νερό στο μύλο μιας «σταθερότητας» που ισοδυναμεί με εκατομμύρια ανέργους, με δεκάδες χιλιάδες λουκέτα, με χιλιάδες αυτοκτονίες.  Όποιος παίζει το παιχνίδι της προπαγάνδας των «λύκων» περί «διχασμού», εκείνο που κάνει είναι να καλλιεργεί στα «πρόβατα» την προπαγάνδα της «ενότητας» με τους «λύκους».   

Δ) Υπηρετεί την προπαγάνδα περί «δημοκρατικών τόξων» και περί «ομαλότητας», ναι ή όχι; Αλλά αν το «τόξο» που θα μας σώσει από τα «άκρα» των μαχαιροβγαλτών φασιστών (από τη μια) και των πιστολέρο «αντιφασιστών» (από την άλλη) είναι «δημοκρατικό», τότε θα έρθουν να μας πουν ότι «δημοκρατικό» παραμένει το ίδιο αυτό «τόξο» και όταν κυβερνάει με Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου. Με Προεδρικά Διατάγματα. Με επιστρατεύσεις εργαζομένων. Με κήρυξη παράνομων των 9 στις 10 απεργιών. Με τους νόμους που απελευθερώνουν τις απολύσεις και δεσμεύουν τους μισθούς, τις συντάξεις και τα επιδόματα από τις εφορίες. Με τα «μαύρα» στην ΕΡΤ και με τις «μαύρες κουκούλες» στα παιχνίδια των υπηρεσιών του με τους (τάχα «αγανακτισμένους») χρυσαυγίτες  και με τους (τάχα «αντιεξουσιαστές») κουκουλοφόρους! Ακόμα κι αν δεν υπήρχαν όσοι βοηθούν να μακιγιαριστεί σαν «δημοκρατικό» αυτό το (αστικό) πολιτικό τόξο, που προάγει ως «ομαλότητα» να πληρώνουν τα υποζύγια αέναα και αδιαμαρτύρητα την κρίση που προκαλούν τα αφεντικά τους, το κράτος της «ομαλότητας» ως συλλογικός κομματάρχης της τάξης των καταπιεστών, τέτοιους «μακιγιέρ» θα είχε κάθε λόγο να τους κατασκευάσει το ίδιο.

Ε) Υπηρετεί την ναζιστική, εγκληματική ηγετική ομάδα της Χρυσής Αυγής, που μετά απ’ όσα έχει διαπράξει, της προσφέρεται το δώρο της τυμβωρυχίας πάνω στο αίμα των δολοφονημένων μελών της, για να επιχειρήσει την «θυματοποίηση» του εγκληματικού χαρακτήρα του ναζισμού και του φασισμού, ναι ή όχι;

«Φυλαγμένα μυστικά»!

Το αποτρόπαιο έγκλημα στο Νέο Ηράκλειο ήρθε λες και ήταν «κατά παραγγελία» εκείνων που θέλουν να φοβίσουν το λαό. Να τον αποπροσανατολίσουν την ώρα των νέων μέτρων. Των νέων «διαβουλεύσεων» με την τρόικα. Των νέων φόρων. Των υποκλοπών. Ήρθε ακριβώς πάνω στην ώρα της εξάντλησης της «πειθούς» των εκβιαστικών διλημμάτων μιας πολιτικής που στέλνει «πατριωτικά» τους Έλληνες στη μετανάστευση, στα συσσίτια και στις ουρές της ανεργίας. Ήρθε για να διευκολύνει τη νομιμοποίηση μέτρων αστυνομοκρατίας και κατασταλτικής αυθαιρεσίας. Για να τροφοδοτήσει τον ακροδεξιό πολιτικό λόγο που ξιφουλκεί κατά των ελευθεριών και των δικαιωμάτων στο όνομα της ασφάλειας. Ήρθε για να υπονομεύει τη μαζική, οργανωμένη, πολιτική πάλη. Ήρθε την πιο κρίσιμη ώρα που το χρειαζόταν το σύστημα για τη συκοφάντηση των αντιπάλων του.

Εκείνος που ωφελείται από τους πιστολέρο των σεχτών του εγκλήματος, δεν είναι ο λαός, δεν είναι οι εργαζόμενοι, δεν είναι τα δημοκρατικά δικαιώματα. Ωφελείται εκείνος που χρειάζεται χειροπιαστά άλλοθι, για να εντείνει τη βία του κατά του λαού.
Επαναλαμβάνουμε:

Ενέργειες όπως αυτή στο Νέο Ηράκλειο όχι μόνο δεν ριζοσπαστικοποιούν αλλά συκοφαντούν. Δεν αποβλέπουν στην ανάταση του λαού αλλά στην υπονόμευση του λαού. Δεν αποσκοπούν στην ανάπτυξη αλλά στη ναρκοθέτηση των αγώνων του. Δεν αφυπνίζουν αλλά τρομάζουν. Δεν συσπειρώνουν αλλά αποσυσπειρώνουν το λαϊκό και το εργατικό κίνημα από τις εφεδρείες του και από τις νέες ζωντανές δυνάμεις που χρειάζονται για την αναγέννησή του. Δεν χτυπούν το φασισμό αλλά τον ενισχύουν.

Από εγκλήματα όπως αυτό στο Νέο Ηράκλειο ωφελούνται εκείνοι που ακόμα κι όταν δεν υπάρχουν στην πιάτσα οι «χρήσιμοι ηλίθιοι» (ή τα ενεργούμενα;) σαν αυτούς που έδρασαν προχτές, πολύ θα ήθελαν να υπάρχουν. Αυτό είναι πια, κοινό μυστικό. Και όπως έλεγε ο Μπέρναρ Σω «δεν υπάρχουν καλύτερα φυλαγμένα μυστικά από εκείνα που όλοι τα γνωρίζουν»!

Κι αυτό -το πολιτικά αντικειμενικό γεγονός- δεν συνιστά αστυνομική ερμηνεία. Ούτε πολύ περισσότερο προϊόν πληροφόρησης για την ταυτότητα των δραστών. Συνιστά πολιτική εκτίμηση, που δεν μπορεί να την αγνοούν ούτε καν οι «χρήσιμοι ηλίθιοι». Αν φυσικά πρόκειται για «χρήσιμους ηλίθιους». Και όχι για χρήσιμους κατασκευασμένους «προβοκράτορες», που έβαλαν τη μάσκα του «Ζορό» για να κρύψουν ότι ενεργούν σαν «Ράμπο» της καθεστηκυίας τάξης.

Απέναντι σε όλους αυτούς ο λαός μπορεί και πρέπει να ορθώσει το ανάστημά του. Να μη φοβηθεί. Να συσπειρωθεί και να διατρανώσει το «όχι» του, τόσο απέναντι  στην «εγκληματική» πολιτική που τον εξανδραποδίζει, όσο και απέναντι στους πάσης φύσεως εγκληματίες που – εξ’ αντικειμένου – την υπηρετούν. Να τους σαρώσει! Τα εκατομμύρια του λαού, με τα καθαρά πρόσωπα, μπορούν να τους σαρώσουν! Η μεθαυριανή γενική απεργία, η απεργία της Τετάρτης, και η μαζική ανταπόκριση του λαού κάτω από τα ταξικά του λάβαρα, είναι μια καλή ευκαιρία άμεσης και μυριόστομης απάντησης!

ΝΙΚΟΣ ΜΠΟΓΙΟΠΟΥΛΟΣ
Ενικός