Τρίτη 11 Ιουνίου 2013

Οι Τρεις Ταφές του Μελκιάδες Εστράδα (The Three Burials of Melquiades Estrada)

«Οι τρεις ταφές του Μελκιάδες Εστράδα», σκηνοθετημένη από το γνωστό ηθοποιό Tommy Lee Jones, είναι ένα σύγχρονο γουέστερν, είδος αλληγορίας εμπνευσμένο από ένα αληθινό γεγονός. Ο σκηνοθέτης αφηγείται την ιστορία του μέσα από διάφορα flashback, με το μεγαλύτερο τμήμα της ταινίας να καλύπτει το μακρινό ταξίδι δύο αντρών, από την έρημο του Τέξας ως το Μεξικό, φέρνοντας στο νου διάφορα γουέστερν του Ford. Τον χειμώνα του 2001, ο Tommy Lee Jones ζήτησε από τον Guillermo Arriaga (Μεξικανός σεναριογράφος) να γράψει ένα σενάριο για τις συνοριακές περιοχές μεταξύ του Δυτικού Τέξας και του Βόρειου Μεξικού . 
Οι τοποθεσίες που περιλήφθηκαν είναι κάποιες από τις πιο απομακρυσμένες και μεγαλειώδεις περιοχές των ΗΠΑ: πεδιάδες, φαράγγια , βουνά… όλα απλωμένα σε αχανείς εκτάσεις, μία γεωγραφία τόσο άγρια και απρόβλεπτη, όπως ο καιρός της. Ο Arriaga ήθελε να φτιάξει μια ιστορία που να εξερευνούσε τον ιδιαίτερο πολιτισμό της περιοχής – μιας περιοχής που ενώνει και χωρίζει μαζί, τους Αμερικάνους από τους Μεξικάνους πολίτες, τις συνήθειες και τις παραδόσεις τους. Εκείνο που ενδιαφέρει τον Jones είναι να αποδώσει τόσο το θέμα της φιλίας όσο κι εκείνο της μοναξιάς και της αποξένωσης, κάνοντας ταυτόχρονα ένα σχόλιο πάνω στις πολιτιστικές σχέσεις ανάμεσα σε δυο κουλτούρες, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο οι Αμερικανοί αντιμετωπίζουν τους «ξένους».
Τα σύνορα μεταξύ ΗΠΑ και Μεξικού είναι ένα πεδίο βίας και ρατσισμού. Τα γεγονότα που διαδραματίζονται στην ταινία είναι μία ακριβής καταγραφή και αναπαράσταση της τρέχουσας κατάχρησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη περιοχή. H ιστορία ξεκινά με αφετηρία τους δεσμούς φιλίας που αναπτύσσονται ανάμεσα στον χαρακτήρα του Pete Perkins (Tommy Lee Jones) και τον παράνομο μετανάστη Melquiades Estrada, που τον υποδύεται ο Julio Cedillo. Στο σύγχρονο Τέξας ο Μελκιάδες Εστράδα βρίσκεται νεκρός από όπλο. Ο θάνατός του θορυβεί τον Pete Perkins (Tommy Lee Jones) που ήταν τον αφεντικό του αλλά και πολύ καλός φίλος του. Ο νιόφερτος συνοριακός φύλακας Mike Norton (Barry Pepper) είναι ο ένοχος του εγκλήματος και κάθε στιγμή που περνάει βυθίζεται όλο και πιο πολύ στις τύψεις του. Έτσι ο Pete Perkins παίρνει το νόμο στα χέρια του, σέρνει διά της βίας τον φρουρό και αφού πρώτα τον αναγκάσει να ξεθάψει και να καθαρίσει τον νεκρό, στη συνέχεια καβάλα στα άλογα παίρνουν τον δρόμο να διανύσουν την απόσταση από την πλούσια Αμερική στο τριτοκοσμικό Μεξικό. Επικεφαλής ο Tommy Lee Jones, ακολουθεί ο νεκρός, στο τέλος ο αιχμάλωτος ζωντανός. Πίσω τους ξαμολιούνται εποχούμενοι οι αστυνομικοί και οι εθνοφρουροί. Από τη μία πλευρά των συνόρων τα τεθωρακισμένα. Από την άλλη το παλιομοδίτικο γουέστερν. H υπεροπλία των πρώτων σε μονομαχία με αντίπαλο μια σκουριασμένη επαναληπτική καραμπίνα. Πάνω της γραμμένη η αρχαία σκουριά: «Υπόσχεση – Τιμωρία – Λύτρωση». Η αντίστροφη μέτρηση έχει αρχίσει.
Το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της ταινίας, η περιπλάνηση του Pete Perkins με τον «εξ’ αμελείας δολοφόνο» όμηρό του στο Μεξικό, ξεκινά ως μια αρχετυπική πράξη εκδίκησης για να καταλήξει σε ένα αλληγορικό ταξίδι εξιλέωσης. Τα συναισθήματα των δύο ανδρών τραχιά, όπως η έρημος που τους περιβάλλει (η σχέση συνάρτησης του ανθρώπινου τοπίου με το φυσικό, καταλυτική δραματουργικά, αποτυπώνεται έξοχα μέσα από την κινηματογράφηση του Chris Menges), οι πράξεις τους απρόβλεπτες. Κανείς τους δεν απαντά σε μανιχαϊστικά πρότυπα, δεν είναι απλά «καλός» ή «κακός», «αθώος» ή «ένοχος». Η συναισθηματική πολυπλοκότητα των χαρακτήρων αποδίδεται με αμεσότητα και μέτρο, τόσο από τον Tommy Lee Jones  – στον καλύτερο ίσως ρόλο της καριέρας του – όσο και από τον συμπρωταγωνιστή του Barry Pepper. Μένοντας πιστή στην πολυμορφία του πολιτισμού των συνόρων, η ταινία διαμορφώνει τον δικό της χαρακτήρα, δανειζόμενη από μία πληθώρα ειδών και συναισθημάτων, στο συμπέρασμά της, προσφέρει μηνύματα μετάνοιας για τα εγκλήματα που διαπράττονται και κατανόησης για τον συνάνθρωπο.
Τμήματα του κειμένου από κριτικές των: Δημήτρη Δανίκα, Ειρήνης Kατσουνάκη, Ν. Φ. Μικελίδη
Τμήματα του κειμένου από τις σελίδες: www.provoles.gr,  www.klg.gr, www.cinemascope.gr

Πληροφορίες

Σκηνοθέτης: Tommy Lee Jones
Σενάριο: Guillermo Arriaga
Φωτογραφία: Chris Menges
Μουσική: Marco Beltrami
Ηθοποιοί: Tommy Lee Jones, Julio Cedillo, Barry Pepper, Dwight Yoakam, January Jones, Melissa Leo
Βραβεία: Ανδρικού ρόλου – Σεναρίου Φεστιβάλ Καννών
Τοποθεσία: Η.Π.Α.-Γαλλία 2005
Διάρκεια: 116'


Roberto Faenza: The Soul Keeper / Ψυχή και Σώμα (full movie/greek subs)

Βρισκόμαστε στα 1905. H 19χρονη Σαμπίνα από τη Ρωσία πάσχει από μια ιδιάζουσα μορφή υστερίας. Προκειμένου να θεραπευτεί, νοσηλεύεται για ένα χρόνο σε ψυχιατρική κλινική της Ζυρίχης. Εκεί ο νέος ψυχίατρος Καρλ Γκουστάβ Γιουνκ αναλαμβάνει τη φροντίδα της, εφαρμόζοντας για πρώτη φορά την ψυχαναλυτική μέθοδο του μέντορά του, Σίγκμουντ Φρόιντ. Η υπόθεση της ταινίας βασίζεται στην προσφάτως ανακαλυφθείσα μυστική αλληλογραφία των Κάρλ Γιουνκ, Σίγκμουντ Φρόιντ και Σαμπίνας Σπιλράιν. 
Πρόκειται για μια αληθινή ιστορία με σημείο εκκίνησης τον εγκλεισμό της Σαμπίνας και τη θεραπεία της χάρη (κυρίως;) στον ερωτά της με τον ψυχίατρο Κ. Γιουνκ. Η ιστορία, έπειτα, συνεχίζεται με την επιστροφή της στην προ-εναναστατική Ρωσία, όπου -ως ψυχαναλύτρια πια- ιδρύει το διάσημο “Λευκό Βρεφοκομείο”, και ολοκληρώνεται με τον ξαφνικό της θάνατο το 1942, όταν πέφτει θύμα της Ναζιστικής βίας.

Η αναζήτηση της πραγματικής αλήθειας γι’ αυτή την ιστορία, γίνεται ο άξονας της κινηματογραφικής πλοκής. Δυο σύγχρονοι ερευνητές, ο ιστορικός Ρ. Φρέιζερ από τη Γλασκώβη και η νεαρή Γαλλίδα φοιτήτρια Μαρί γνωρίζονται τυχαία στη σημερινή Μόσχα και παρά τις φαινομενικά ασύμβατες έρευνες και ιδιοσυγκρασίες (!) τους, διαπιστώνουν τελικά ότι μοιράζονται το ίδιο κίνητρο: την αναζήτηση και αποκατάσταση της (ιστορικής) αλήθειας. Με κοινό σημείο αναφοράς την ιδιότητα της Σαμπίνας ως ψυχαναλύτριας και με ιστορική μαρτυρία το ημερολόγιό της, ερευνούν και “μας” αφηγούνται σπονδυλωτά σταθμούς της ζωή της, ενώ οι ίδιοι, ως “παντογνώστες αφηγητές”, μας επιτρέπουν να παρακολουθήσουμε τα συναισθήματα που αναπτύσσουν σε όλο το ταξίδι αυτής της αναζήτησης… Δύο ασύγχρονες, αλλά παράλληλες ιστορίες αγάπης και μια συγκλονιστική διαδρομή στον 20ό αιώνα.

http://www.youtube.com/watch?feature=player_detailpage&v=TwnY5Z8rxpA

Τίτλος ταινίας: Τhe Soul Keeper / Prendimi l’anima
Ελληνικός τίτλος: Ψυχή και Σώμα
Σενάριο: βασισμένο στο βιβλίο του Aldo Carotenutο, σε συνεργασία και με άλλους.
Σκηνοθεσία: Roberto Faenza
Είδος: Βιογραφία / Δράμα / Μυθιστορία
Διάρκεια: 90΄
Γλώσσα: Αγγλικά, Ρώσικα
Έτος παραγωγής: 2002
Ηθοποιοί:
Iain Glen: Dr. Carl Gustav Jung
Emilia Fox: Sabina Spielrein
Craig Ferguson: Richard Fraser
Caroline Ducey: Marie Franquin Spielrein
Jane Alexander: Emma Jung
Viktor Sergachyov: Ivan Ionov


ΙΜΠΡΑΗΜ ΚΑΪΠΑΚΚΑΓΙΑ (ΙΜΠΟ) (1949-1973)


Αυτές τις μέρες οι σημαίες με το πρόσωπο του Ιμπραήμ Καϊπάκαγια κυματίζουν περήφανες στο κέντρο της πλατείας Ταξίμ. Ας θυμηθούμε λοιπόν μέσα από αυτό το άρθρο την σύντομη ζωή του ιδρυτή του TKP/ML.

  



Τούρκος επαναστάτης, ιδρυτής του TKP/M-L (Κομμουνιστικό Κόμμα Τουρκίας/Μαρξιστικό – Λενινιστικό) και του T.I.K.K.O. (Τουρκικός Εργατο-Αγροτικός Απελευθερωτικός Στρατός). Δολοφονήθηκε ύστερα από φριχτά βασανιστήρια, στις φυλακές του Ντιγιαρμπακίρ, στις 18 Μάη 1973, σε ηλικία 24 χρονών, και έγινε σύμβολο του επαναστατικού κινήματος στην Τουρκία. Ο Καϋπάκκαγια, άφησε επίσης, σημαντικό θεωρητικό έργο, αντιτάχθηκε έμπρακτα στο ρεφορμισμό και στο ρεβιζιονισμό, υπεράσπισε τη γραμμή του ένοπλου λαϊκού αγώνα, ενώ είχε ταχθεί ανοιχτά υπέρ της εθνικής αυτοδιάθεσης του Κουρδικού λαού. 



Ο Ιμπραήμ Καϊπάκκαγια (Ίμπο) γεννήθηκε το 1949 κάτω από πολύ φτωχικές συνθήκες στα νοτιοανατολικά της Τουρκίας (στη περιοχή Çorum). Παρά τις δυσκολίες, όντας γιός μιας φτωχής αγροτικής οικογένειας, κατάφερε με σκληρή δουλειά να τελειώσει το σχολείο και να σπουδάσει δάσκαλος.
Μόλις ολοκλήρωσε την εκπαίδευσή του, συνέχισε τις σπουδές του στη Φυσική. 


Λόγω της καταγωγής του ένιωσε για τα καλά τι σημαίνει η εκμετάλλευση και καταπίεση του Τουρκικού και Κουρδικού λαού, κάτι που δεν τον άφησε ανεπηρέαστο. Από νωρίς εντάχθηκε στο «Επαναστατικό Εργατικό και Αγροτικό Κόμμα της Τουρκίας» (TIIKP). Κατά τη διάρκεια της ένταξής του στο κόμμα αυτό ο Ίμπο και αρκετοί άλλοι σύντροφοί του επηρεάστηκαν της επαναστατικές – προλεταριακές ιδέες του Μάο Τσετούνγκ, και ήρθε σε ρήξη με την πλειοψηφία του κόμματος. 


Το 1972 σε ηλικία 23 χρόνων μαζί με μια χούφτα συντρόφους, και αφού δεν επικράτησαν κατά τη διάρκεια της διαπάλης των δύο γραμμών στο κόμμα, αποφάσισαν να ιδρύσουν το TKP/ML, το Τούρκικο Κομμουνιστικό Κόμμα/ Μαρξιστικό-Λενινιστικό, και αμέσως μετά το ένοπλο τμήμα του, τον Εργατοαγροτικό Απελευθερωτικό Στρατό της Τουρκίας (TIKKO).


Κατά τη διάρκεια μιας ένοπλης σύγκρουσης το 1973 τον συνέλαβαν. Για εβδομάδες και αφού είχε υποστεί φρικτά βασανιστήρια, τελικά στις 18 Μαΐου του ίδιου έτους, δολοφονήθηκε από τους μπράβους του τουρκικού κράτους.


Ο Ίμπο ήταν μόλις 24 χρόνων, έδωσε τη ζωή του για τους σκοπούς της επανάστασης. Η προσωπική του ιστορία, η ζωή του και ο πολιτικός του αγώνας, είναι καταγεγραμμένη στο βιβλίο «Ματωμένος Μάης», που μέχρι και σήμερα είναι απαγορευμένο στην Τουρκία.


Ο Ιμπραήμ Καϊπάκκαγια, αν και πολύ νέος όταν δολοφονήθηκε από το Τουρκικό κράτος, πρόλαβε να αφήσει σημαντικό θεωρητικό έργο. Ένα θεωρητικό έργο που αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια της ιδεολογικοπολιτικής διαμάχης και στάθηκε πολύτιμη συμβολή στην ίδρυση του TKP/ML. 


Το θεωρητικό του έργο στηρίχτηκε και ήταν στενά συνδεδεμένο με τη πράξη, θεμέλιό του ήταν ο Μαρξισμός Λενινισμός Μαοϊσμός και η αναζήτηση της προσαρμογής του στις Τούρκικες συνθήκες. Η ίδρυση του TKP/ML θα ήταν αδύνατη αν δεν υπήρχε η κάθετη αντίθεση με τον ρεφορμισμό και το ρεβιζιονισμό στο θεωρητικό και πρακτικό έργο του Καϊπάκκαγια και των συντρόφων του. 


Θα ήταν αδύνατη αν, παράλληλα με τη διαμάχη ενάντια σε αυτά τα ρεύματα και την υπεράσπιση του επαναστατικού κομμουνισμού, οι ιδρυτές του TKP/ML δεν μελετούσαν και δεν πατούσαν γερά στη Τουρκική πραγματικότητα. Ο Ιμπραήμ Καϊπάκκαγια αποτελεί πρότυπο για όλους τους νέους επαναστάτες. Πρότυπο και γι’ αυτά που έκανε αλλά και για το θεωρητικό του έργο που αξίζει ιδιαίτερης προσοχής.


Αυτό το ολοκαύτωμα, υπήρξε;

10 Ιούνη 1944: Οι Γερμανοί μπαίνουν στην κωμόπολη του Διστόμου. Αποκλείουν τις εισόδους και αρχίζουν τις έρευνες στα σπίτια, αναζητώντας μαχητές του ΕΛΑΣ, χωρίς αποτέλεσμα.
Οι κατοχικές δυνάμεις συγκεντρώνουν όλους τους κατοίκους και ξεχωρίζουν 114 άνδρες και 114 γυναίκες, αρκετές μαζί με τα μωρά τους. Η σφαγή είναι ολοκληρωτική. Στη συνέχεια πυρπολούν τα σπίτια. Το Δίστομο ξεκληρίζεται.
Στα πτώματα, πάνω στα άψυχα κατακρεουργημένα κορμιά, έχει απομείνει αποτυπωμένη η ανείπωτη θηριωδία.
*
Ο Παναγιώτης Περγαντάς του Θωμά, 22 χρόνων τότε, αφηγείται (η καταγραφή της μαρτυρίας έγινε από τον Στάθη Σταθά):
«Κατά τις δέκα το πρωί στις 10 Ιουνίου 1944 μέρα Σάββατο κατέβηκα από το πατρικό μου και πήγα στο καφενείο του Μαράλιου. Καθόμουνα με δυο – τρεις άλλους. Περνάει από κει το μικρό ανιψάκι μου, ο Γιάννης της αδερφής μου Φρόσως Σταθά, το γένος Περγαντά. Το φώναξα και του έδωσα μια ρουφηξιά ούζο. Υστερα έφυγε να παίξει. Σε λίγο ακούμε φωνή τρομαγμένη «έρχονται οι Γερμανοί». Πεταχτήκαμε και μέσα από το στενό του Μάριου προς τα Μεσινά ανέβηκα στου Καρσνά το ρέμα, προς τα λακκώματα. Εκεί έμεινα και είχα στραμμένη την προσοχή μου στο χωριό με αγωνία. Είδα (…) ώσπου όταν βασίλεψε ο ήλιος κι έπαιρνε να νυχτώσει οι γερμανικές φάλαγγες τράβηξαν για τη Λιβαδειά.
Τότε κατεβαίνω κι εγώ προς το χωριό. Φτάνω σε απόσταση διακόσια μέτρα από τα πρώτα σπίτια. Το σπίτι της αδερφής μου Φρόσως ήταν στην άκρη. Ακούω μια γυναικεία φωνή να σκούζει, να οδύρεται, να θρηνολογεί. Ηταν η μάνα μου. Φτάνω τρέχοντας και τι να δω! Την αδερφή μου κομματιασμένη, βιασμένη, κατακρεουργημένη. Κατασκισμένα ρούχα και σάρκες είχαν γίνει ένα. Το αίμα έτρεχε από τα σκέλια της. Τα βυζιά της κατασφαγμένα, φέτες. Το πρόσωπό της παραμορφωμένο και σ” όλο το σώμα σημάδια άγριας πάλης. Δίπλα της σε μια κούνια το μικρό κορίτσι της τη Ζωή, εφτά μηνών, το είχαν ξεκοιλιάσει, του είχαν κόψει το λαιμό και κρέμονταν τα λαρύγγια του στο στήθος μπλεγμένα με τα βγαλμένα έντερα.
Το αγόρι της, αυτό που το πρωί του έδωσα λίγο ούζο στο καφενείο, έτρεξε να κρυφτεί στο διπλανό σπίτι του Νταγιαλή. Οι εγκληματίες το κυνήγησαν και το εκτέλεσαν τινάζοντάς του τα μυαλά στον αέρα κάτω από τη σκάλα. Επίσης και το άλλο κορίτσι της ίδιας αδερφής μου, την Ελένη, εφτά χρονών, το έσφαξαν κι αυτό. Τέλος, ο πεθερός της αδερφής μου εκτελέστηκε μπροστά στη Δημαρχία μαζί με τον Θανάση Πανουργιά.
Την επομένη το πρωί τους θάψαμε όλους σε ομαδικό τάφο μπροστά στην αυλή του σπιτιού τους».
*
Για το Δίστομο, ένα από τα πολλά ελληνικά ολοκαυτώματα που προκάλεσαν οι χιτλερικές ορδές, ο ιστορικός Τάκης Λάππας, στο βιβλίο του «Η σφαγή του Διστόμου», περιγράφει:
«Σαν και τούτο το κακό άλλο δεν ξαναγίνηκε… Τα βρέφη μέσα στις κούνιες τους και στο βυζί της μάνας τους, οι γκαστρωμένες, οι γέροντες, οι γερόντισσες, οι μάνες με τα παιδιά στην αγκαλιά τους…».
*
Για την ίδια σφαγή ο Δημήτρης Γατόπουλος, στο βιβλίο του «Ιστορία της Κατοχής», σημειώνει:
«Ιδού τώρα και τα επισημότερα στοιχεία της μεγάλης τραγωδίας, η έκθεσις του κατοχικού νομάρχου Βοιωτίας Ιωάννου, η έκθεσις του τότε νομάρχου Ιω. Γεωργόπουλου. Στην «έκθεσή» του στο υπουργείο Εσωτερικών σημειώνει και τα εξής. «Από δύο ημερών διανύω τας δραματικοτέρας της ζωής μου. Τα συμβαίνοντα εις την περιφέρειαν κατά τας δύο τραγικάς αυτάς ημέρας υπερβαίνουν και αυτήν τη νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου και αυτούς τους σικελικούς εσπερινούς… Λυσσαλέα η αγριότης δεν εφείσθη ούτε των νηπίων, τα οποία άταφα έτι σφίγγονται σπασμωδικώς στοργικά εις τους άψυχους κόλπους των μητέρων»».
*
Αυτή είναι η σχέση του ναζισμού με την Ελλάδα. Αυτή είναι η μόνη σχέση που μπορεί να έχει ο ναζισμός με την πατρίδα μας και με όλη την ανθρωπότητα. Αυτή είναι η κτηνωδία που εκπροσωπεί ο ναζισμός. Τότε, σήμερα και πάντα. Αυτές είναι οι «πατριωτικές» καταβολές των νεοναζιστικών αποβρασμάτων που μαγαρίζουν τον τόπο.
———————————————————————————————————————————————————————–
x.a._2Από το περιοδικό «Χρυσή Αυγή» (τεύχος 34, 1988, σ. 7) και από το άρθρο με τίτλο «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ. ΣΥΝΟΨΗ ΤΩΝ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΤΗΣ ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ», αντιγράφουμε:
*
«Τα SS αποτέλεσαν τον πρώτο συνειδητό Ευρωπαϊκό Στρατό υπερασπιστή της Φυλής και του πολιτισμού της, υπήρξαν οι αριστείς του Αίματος και της Τιμής, οι φορείς του ηρωικού πνεύματος των ιπποτών και της Αρίας παραδόσεως. Τα SS περιέλαβαν στις τάξεις τους το εκλεκτότερο άνθος της Ευρωπαϊκής Νεολαίας όλων των εθνικοτήτων και είναι εκείνα που έδωσαν μέχρις εσχάτων τη μάχη του Πολιτισμού κατά της βαρβαρότητας, μάχη που την πλήρωσαν βαρύτερα από οιονδήποτε άλλον με ακριβό φόρο Αρίου Αίματος. Είναι γεγονός ότι τα SS υπήρξαν οι τελευταίοι υπερασπιστές της Ευρώπης που κατέρρεε και όταν οι άλλοι επρόδιδαν, αυτοί έπιπταν μέχρις ενός στον υπέρ όλων Αγώνα. Αυτήτην ευγενή τάξη των μαχητών κατασυκοφάντησαν και διέβαλαν οι δημοκράτες και μπολσεβίκοισυστηματικά μετά το τέλος του πολέμου. Διότι γνώριζαν πως αν η αλήθεια πρόβαλε στο φως ο Εθνικοσοσιαλισμός θα ξανάνθιζε στην Ευρώπη».
*
Είναι κι αυτή μια από τις «ιδεολογικές θέσεις» των χρυσαυγιτών:
Πως τα SS, αυτά τα τάγματα της φρίκης και του εξανδραποδισμού, αυτά τα ανθρωποειδή του ναζισμού που κατέσφαξαν το Δίστομο, ήταν το «εκλεκτότερο άνθος» των «ιπποτών» και της «ευγενούς τάξης των μαχητών»…
——————————————————————————————————————————————————————–
x.a._3Ο υμνητής του ναζισμού, ο φυρερίσκος της «Χρυσής Αυγής», ο Ν. Μιχαλολιάκος, στο βιβλίο του με τίτλο «Για μια μεγάλη Ελλάδα σε μια ελεύθερη Ευρώπη», ανάμεσα στα άλλα «πατριωτικά» που αναφέρει μιλά και για τα WAFFEN SS. Αυτές ακριβώς τις ορδές των στυγνών δολοφόνων που κατέσφαξαν το Δίστομο, τις περιγράφει σαν… «Μήνυμα Φωτεινό» στην Ελλάδα και την Ευρώπη!
Αντιγράφουμε από τη σελίδα 46 του ναζιστικού οχετού:
«Η Ελλάδα στη διάρκεια του πολέμου, χωρίς να έχει την ευθύνη γι” αυτό, η ευθύνη ανήκει στην Ιταλία, ήταν από την πλευρά των συμμάχων. Σήμερα θα πρέπει επιτέλους χωρίς φόρτιση συναισθηματική να προβληματισθούμε σοβαρά εάν αυτή ήταν η σωστή επιλογή. Ο Γερμανικός Εθνικοσοσιαλισμός και η Νέα Ευρώπη των WAFFEN SS ήταν ένα Μήνυμα Φωτεινό σε μία σκοτεινή εποχή, που πιστεύω πως ο ελληνισμός θα έπρεπε να έχει δεχτεί».

Tony Kaye: American History X – Μαθήματα αμερικανικής ιστορίας (full movie/greek subs)

Συνοπτική περίληψη του έργου:
Ο 16χρόνος Danny γράφει μια ιδιότυπη εργασία για το μάθημα της ιστορίας με θέμα τις περιστάσεις που οδήγησαν στη φυλακή τον μεγαλύτερο αδερφό του Derek.
Μέσα από το κείμενο της εργασίας πληροφορούμαστε τα γεγονότα που καθόρισαν τη συμπεριφορά του τελευταίου. Η δολοφονία του πατέρα του τον ωθεί σε μια φιλοσοφία μίσους στην οποία διοχετεύει την αδιαμφισβήτητη ευφυΐα του. Μετατρέπεται σε αρχηγό ενός τοπικού κινήματος νεοναζί για να βρεθεί στη συνέχεια στη φυλακή για διπλή ανθρωποκτονία.
Πλήρως αναμορφωμένος πλέον προσπαθεί να σώσει τον αδερφό του ο οποίος τον λάτρευε σαν είδωλο από τη βία και τον φανατισμό που πρέσβευε.


Προσωπική άποψη:
Ούτε μία, ούτε δύο! Πολλές είναι οι ταινίες που βλέπουμε κατά καιρούς κι ασχολούνται με τις φυλετικές διακρίσεις, πολύ λίγες είναι όμως εκείνες που έχουν καταφέρει να κάνουν τη διαφορά. Που έχουν καταφέρει να ξεχωρίσουν μέσα στο σωρό και ν’ αποτυπώσουν με ρεαλιστικότητα κι ακρίβεια το κλίμα ανάμεσα στις συμμορίες και τα συναισθήματα των ανθρώπων που πρεσβεύουν αυτά τα κινήματα. Τα “Μαθήματα Αμερικάνικης Ιστορίας”, ευτυχώς για μας, είναι μία απ’ αυτές.
Μια ναζιστική ομάδα νέων, που υπό το σήμα στην σβάστικας πρεσβεύουν την ανωτερότητα του λευκού λαού και προσπαθούν με κάθε μέσον, ακόμα και με τον θάνατο να κρατήσουν τους έγχρωμους στα χαμηλότερα κλιμάκια υπό το βάρος της εξουσιαστικής τους μπότας. Και νομίζοντας πως μπορούν να διατηρήσουν τις ισορροπίες, πέφτουν θύματα του ίδιας τους της μανίας καταστρέφοντας, όχι μόνο τις δικές τους ζωές, αλλά κι αυτών που αγαπάνε περισσότερο και ήθελαν να προστατεύσουν.
Η ουσία σε τέτοιες ιστορίες είναι το μίσος μιας κοινότητας, αν μπορούμε να την χαρακτηρίσουμε έτσι, για μια άλλη. Πάνω σ’ αυτό το μίσος στηρίχτηκε ο Kaye και δημιούργησε μια απ’ τις πιο δυνατές και σοκαριστικές ταινίες όλων των εποχών. Παρά τις όποιες ευκολίες, οι ηλίθιοι συναισθηματικού μελοδραματισμοί απορρίπτονται, κατά συνέπεια, αυτό που παρακολουθούμε διαπερνάει το σώμα μας σαν ηλεκτρικό ρεύμα. Κι αν ειδικά λάβουμε υπ’ όψιν μας ότι είναι η πρώτη ταινία του ως σκηνοθέτης, οφείλουμε τα του αποδώσουμε τον ύψιστο χαιρετισμό, καθώς είχε τα κότσια ν’ ασχοληθεί μ’ ένα τόσο ιδιαίτερο θέμα.
Η σκηνοθεσία του Kaye έχει αυτό που χρειάζεται! Νεύρο, είναι σφικτή και διακατέχεται λογική συνέχεια! Η χρήση ασπρόμαυρων flash back από το παρελθόν του Derek που τον οδήγησε στη φυλακή κι από κει στη μεταμέλεια και στην υιοθέτηση μια νέας στάσης ζωής, αποδίδουν κάτι περισσότερο από λειτουργικά κι ανεβάζουν την καλλιτεχνική ποιότητα πολλές βαθμίδες. Εκτός αυτού, έχουμε την χαρά να παρακολουθήσουμε ίσως την πιο βίαιη σκηνή που έχουμε δει ποτέ στο σινεμά, μια συγκλονιστική σκηνή ασέλγειας που αποτελεί καταλύτη στην εξέλιξη κι ένα φινάλε με τέτοια ένταση και συναισθηματική φόρτιση που όποιος το έχει δει, δύσκολα το ξεχνάει. Κι εκεί είναι η μεγάλη μαγκιά του σκηνοθέτη, στο ότι παραλείπει ένα ηθικοπλαστικό φινάλε που όλα θα ήταν ωραία και καλά.
Ο Norton αδιαμφισβήτητα στον πιο συγκλονιστικό ρόλο της καριέρας του, ντύνοντας τον χαρακτήρα του Derek με όλα εκείνα τα στοιχεία που κάνουν ευδιάκριτες τις αλλαγές στον χαρακτήρα, στη συμπεριφορά και στην ίδια του τη ζωή, μέσω καταστάσεων που θα μπορούσαν ν’ αλλάξουν ακόμα και τον πιο σκληρό άνθρωπο. Δεν είναι τυχαία λοιπόν η πρώτη του υποψηφιότητα για oscar, άσχετα απ’ το αν δεν κατάφερε να κερδίσει, ούτε το γεγονός ότι μέσω αυτής της ταινίας αναδείχτηκε σ’ έναν απ’ τους πιο χαρισματικούς ηθοποιούς που πέρασαν ποτέ απ’ τη μεγάλη οθόνη.
Συγκλονιστική είναι όμως και η ερμηνεία του μικρού Edward Furlong. Ανέλπιστα καλός σ’ έναν ρόλο που αν μη τι άλλο έχει υψηλές απαιτήσεις. Το καλό παιδί που μεταστρέφεται επηρεασμένο από έναν αδερφό ίνδαλμα και έρχεται σε σύγκρουση, τόσο μαζί του, όσο και με τον εσωτερικό του ψυχισμό όταν αντιλαμβάνεται ότι τα πράγματα δεν είναι έτσι όπως πίστευε και πολύ περισσότερο όταν συνειδητοποιεί πως η βία φέρνει βία κι ακόμα κι αν θέλεις ίσως να μην μπορείς ν’ αλλάξεις ζωή.
Η νεοναζιστική διάθεση στη σύγχρονη Αμερική αποτυπωμένη στο πανί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Βία, πόνος και συγκίνηση που το ένα παίρνει τη θέση του άλλου, σε σωστές δόσεις, τόσο όσο χρειάζεται για να μας ταρακουνήσει ως θεατές και τόσο όσο χρειάζεται για να χτυπήσει το αμερικάνικο κατεστημένο εκεί που πονάει περισσότερο. Δημόσια διαπόμπευση μιας Αμερικής που ξέρει να κρύβεται καλά. Με μία μόνο λέξη θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε συγκλονιστική! Μια συγκλονιστική κινηματογραφική εμπειρία, με ουσία και δυνατές ερμηνείες που δεν πρέπει να χάσει κανένας.
Βαθμολογία 10/10
Ταυτότητα ταινίας:
Ελλ. τίτλος: Μαθήματα Αμερικάνικης Ιστορίας
Είδος: Κοινωνική
Σκηνοθέτης: Tony Kaye
Πρωταγωνιστές: Edward Norton, Edward Furlong, Beverly D`Angelo, Jennifer Lien, Ethan Suplee
Παραγωγή: 1998
Διάρκεια: 115’

The Road To Guantanamo (Ο Δρόμος Για Το Γκουαντάναμο) 2006


Το φθινόπωρο του 2001, τέσσερις νέοι Βρετανοί αραβικής καταγωγής ταξίδεψαν στο Πακιστάν. Ο ένας από αυτούς πήγε με σκοπό να παντρευτεί και οι τρεις φίλοι του για να γιορτάσουν το γεγονός. Τις ημέρες πριν από το γάμο, αποφάσισαν να περάσουν στο Αφγανιστάν, έτσι χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Η άφιξή τους στην Κανταχάρ συνέπεσε με την έναρξη του πολέμου ενάντια στο Αφγανιστάν που είχαν κηρύξει οι ΗΠΑ και οι δυνάμεις του ΝΑΤΟ. Για ν’ αποφύγουν τους αλλεπάλληλους βομβαρδισμούς, οι τέσσερις νέοι ταξίδεψαν στην Καμπούλ, με σκοπό να βρουν τρόπο να γυρίσουν στο Πακιστάν. Σε μία από τις αεροπορικές επιθέσεις, ο ένας από τους τέσσερις χάθηκε (και αγνοείται μέχρι σήμερα) και οι υπόλοιποι τρεις κατέληξαν σ’ ένα κομβόι των Ταλιμπάν. Σύντομα, τους συνέλαβαν οι δυνάμεις του ΝΑΤΟ και τους κράτησαν στη στρατιωτική βάση ‘X-Ray’ για μήνες χωρίς να τους απαγγελθούν κατηγορίες. Από εκεί τους μετέφεραν στη βάση ‘Delta’ του Γκουαντάναμο, στην Κούβα, όπου και κρατήθηκαν για αρκετούς μήνες, μέχρι την απελευθέρωσή τους δύο χρόνια μετά τη σύλληψή τους στο Αφγανιστάν και χωρίς ποτέ να αντικρίσουν επίσημες κατηγορίες.

Η ταινία εδώ:http://streamcloud.eu/42ialiohptjy/The.Road.To.Guantanamo_2006_DvDrip.AC3_Eng_-aXXo_arc.avi.html

Ο πάντα προκλητικός βρετανός σκηνοθέτης Michael Winterbottom ενδιαφέρθηκε για την ιστορία των τριών νεαρών ισλαμιστών από τις εφημερίδες και αποφάσισε να σκηνοθετήσει αυτή την ταινία-καταγγελία μαζί με το μοντέρ Mat Whitecross. Οι Ruhal Ahmad, Asif Iqbal and Shafiq Rasul, γνωστοί και ως το ‘Τρίο του Τίπτον’ αφηγήθηκαν την ιστορία τους στους δύο δημιουργούς και οι συνεντεύξεις αυτές αποτέλεσαν τη ραχοκοκαλιά της ταινίας. Γυρισμένο σαν ψευδο-ντοκιμαντέρ με ηθοποιούς, και με παρεμβαλλόμενα αποσπάσματα από δελτία ειδήσεων και από τους τρεις πραγματικούς πρωταγωνιστές της ιστορίας, το «The Road to Guantanamo» πείθει από την πρώτη στιγμή με τον ψυχρό του ρεαλισμό. Η φυσιογνωμική ομοιότητα των τριών ερασιτεχνών ηθοποιών με τους αληθινούς ‘ήρωες’, οι πραγματικές τοποθεσίες γυρισμάτων σε Πακιστάν και Αφγανιστάν, και η επιτηδευμένα ερασιτεχνική υφή στην κάμερα στο χέρι συντελούν στην ολοκλήρωση της ψευδαίσθησης ότι ο θεατής παρακολουθεί τα γεγονότα όπως ακριβώς έγιναν.


Ο 45χρονος Winterbottom ασπάζεται εξαρχής το μέρος των τριών άτυχων παιδιών και μέσα από τα μάτια τους παρουσιάζει την απελπιστική κατάσταση που επικρατούσε εκείνη την εποχή στο Αφγανιστάν, αλλά και τις ανείπωτες φρικαλεότητες που το Τρίο υπέστη στις φυλακές. Η ταινία γίνεται άκρως ανατριχιαστική σε ορισμένες σκηνές, που από μόνες τους φτάνουν για να ταράξουν τον ύπνο μας. Η ψυχολογική βία που ασκείται από τους ανακριτές και τους δεσμοφύλακες είναι αφόρητη και ταυτόχρονα εξοργιστική, όταν αναλογίζεται κανείς την αθωότητα των τριών και το πόσο εύκολο ήταν να παρανοήσουν και να λυγίσουν τελικά, παραδεχόμενοι πράγματα που ποτέ δεν έκαναν. Με τις αφηγήσεις των τριών να διαφωτίζουν το ψυχολογικό υπόβαθρο και τις ενδότερες σκέψεις τους στις πιο σκοτεινές ώρες, το «The Road to Guantanamo» αποτελεί ταυτόχρονα και έναν ύμνο στην ανθρώπινη θέληση και αντοχή. Πάνω απ’ όλα, όμως, είναι μια γροθιά, είτε υψωμένη, είτε στο στομάχι μας, είτε στα μούτρα των αναίσθητων κυβερνήσεων που διεξάγουν τον ‘ιερό’ τους πόλεμο κατά της τρομοκρατίας.

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2013

Οι ρίζες του μίσους- του Κορνήλιου Καστοριάδη


Υπάρχουν δύο ψυχικές εκφράσεις του μίσους: το μίσος για τον άλλο  και το μίσος για τον εαυτό μας, το οποίο συχνά δεν παρουσιάζεται ως τέτοιο. Αλλά πρέπει να καταλάβουμε ότι και τα δυο έχουν κοινή ρίζα, την άρνηση της ψυχικής μονάδας να δεχθεί αυτό που για την ίδια είναι ξένο. Η οντολογική αυτή διάρθρωση του ανθρώπου επιβάλλει αξεπέραστους εξαναγκασμούς σε κάθε κοινωνική οργάνωση και σε κάθε πολιτικό πλάνο. Καταδικάζει αμετάκλητα κάθε ιδέα για μία«διαφανή» κοινωνία, κάθε πολιτικό πλάνο που αποσκοπεί στην άμεση οικουμενική συμφιλίωση.

Κατά τη διαδικασία κοινωνικοποίησης, οι δύο διαστάσεις του μίσους χαλιναγωγούνται σε σημαντικό βαθμό, τουλάχιστον όσον αφορά τις πιο δραματικές εκδηλώσεις τους. Εν μέρει αυτό επιτυγχάνεται μέσω του μόνιμου αντιπερισπασμού που ασκείται στην καταστροφική τάση από τους«εποικοδομητικούς» κοινωνικούς σκοπούς - την εκμετάλλευση της φύσης, τον συναγωνισμό διαφόρων ειδών (τις «ειρηνικές» αγωνιστικές δραστηριότητες, όπως ο αθλητισμός, τον οικονομικό ή πολιτικό ανταγωνισμό, κτλ). Όλες αυτές οι διέξοδοι κατευθύνουν ένα μέρος του μίσους και της«διαθέσιμης» καταστροφικής ενέργειας, αλλά όχι το σύνολο τους.

Το κομμάτι του μίσους και της καταστροφικότητας που απομένει φυλάσσεται σε μία δεξαμενήέτοιμη να μετατραπεί σε καταστροφικές δραστηριότητες, σχηματοποιημένες και θεσμοθετημένες, που στρέφονται εναντίον άλλων ομάδων - δηλαδή να μετατραπεί σε πόλεμο. Αυτό δεν σημαίνει ότι το ψυχικό μίσος είναι η «αιτία» του πολέμου. Αλλά το μίσος είναι, αναμφίβολα, ένας όρος, όχι μόνο απαραίτητος αλλά και ουσιαστικός, του πόλεμοι».

Το μίσος καθορίζει τον πόλεμο και εκφράζεται μέσω αυτού, Η φράση του Αντρέ Μαλρό «είθε η νίκη σε αυτό τον πόλεμο να ανήκει σε όσους πολέμησαν χωρίς να τον αγαπούν» εκφράζει μία ελπίδα που στην πραγματικότητα διαψεύδεται σε όλους σχεδόν τους πολέμους. Αλλιώς δεν θα καταλαβαίναμε πώς εκατομμύρια άνθρωποι στη διάρκεια της ιστορίας ήταν πρόθυμοι, από τη μία στιγμή στην άλλη, να σκοτώσουν αγνώστους ή να σκοτωθούν από αυτούς. Και όταν η δεξαμενή του μίσους δεν βρίσκει διέξοδο στον πόλεμο, εκδηλώνεται υπόκωφα με τη μορφή της περιφρόνησης, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού.

Οι καταστροφικές τάσεις των ατόμων συνάδουν απόλυτα με την ανάγκη μίας κοινωνίας να ενδυναμώνει τη θέση των νόμων, των αξιών και των κανόνων της, ως μοναδικά στην τελειότητα τους και ως τα μόνα αληθινά, ενώ οι νόμοι, τα πιστεύω και τα έθιμα των άλλων είναι κατώτερα, λανθασμένη, άσχημα, αηδιαστικά, φριχτά, διαβολικά.

Και αυτό, με τη σειρά του, βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με τις ψυχικές ανάγκες του ατόμου. Γιατί ό,τι υπάρχει πέρα από τον κύκλο σημασιών που τόσο επίπονα περιέβαλε στον δρόμο προς την κοινωνικοποίηση είναι λανθασμένο, άσχημο, ασύνετο. Το αυτό συμμερίζεται η ομάδα στην οποία ανήκει: φυλή, χωριό, έθνος, θρησκεία. Πρέπει να γίνει σαφώς αντιληπτό ότι κάθε απειλή προς τις θεσμοθετημένες ομάδες, στις οποίες ανήκουν τα άτομα, βιώνεται από αυτά ως πιο σοβαρή από μία απειλή κατά της ζωής τους.

Τα χαρακτηριστικά αυτά παρατηρούνται με μεγαλύτερη ένταση στις εντελώς κλειστές κοινωνίες: στις αρχαϊκές ή παραδοσιακές αλλά ακόμη περισσότερο στις σύγχρονες απολυταρχικές. Η κύρια απάτη είναι πάντα: οι κανόνες μας είναι το καλό· το καλό είναι οι κανόνες μας· οι κανόνες μας δεν είναι ίδιοι με τους δικούς τους· άρα οι κανόνες τους δεν είναι καλοί. Επίσης: ο θεός μας είναι ο αληθινός· η αλήθεια είναι ο θεός μας· ο θεός μας δεν είναι ίδιος με τον δικό τους· άρα ο θεός τους δεν είναι ο αληθινός.

Πάντα φαινόταν σχεδόν αδύνατο οι ανθρώπινες ομάδες να αντιμετωπίζουν το διαφορετικό ως ακριβώς αυτό: απλώς διαφορετικό. Επίσης, ήταν σχεδόν αδύνατο να αντιμετωπίζουν τους θεσμούς των άλλων ως ούτε κατώτερους ούτε ανώτερους αλλά απλώς ως διαφορετικούς. Η συνάντηση μίας κοινωνίας με άλλες συνήθως ανοίγει τον δρόμο για τρεις πιθανές εκτιμήσεις: οι άλλοι είναι ανώτεροι από εμάς είναι ίσοι ή είναι κατώτεροι. 

Αν δεχτούμε ότι είναι ανώτεροι, οφείλουμε να απαρνηθούμε τους θεσμούς μας και να υιοθετήσουμε τους δικούς τους. Αν είναι ίσοι θα μας ήταν αδιάφορο αν οι άλλοι είναι χριστιανοί ή ειδωλολάτρες. Οι δύο αυτές  πιθανότητες είναι απαράδεκτες. Διότι αμφότερες προϋποθέτουν ότι το άτομο πρέπει να εγκαταλείψει τα σημεία αναφοράς του ή τουλάχιστον να τα θέσει υπό αμφισβήτηση.

Δεν απομένει λοιπόν παρά η τρίτη πιθανότητα: οι άλλοι είναι κατώτεροι. Αυτό βεβαίως αποκλείει την πιθανότητα οι άλλοι να είναι ίσοι με εμάς, με την έννοια ότι οι θεσμοί τους απλώς δεν συγκρίνονται με τους δικούς μας. Ακόμη και στην περίπτωση «μη θρησκευτικών» πολιτισμών, μία τέτοια παραδοχή θα δημιουργούσε αναπάντητα ερωτηματική στο καθαρώς θεωρητικό επίπεδο: πώς αντιμετωπίζει κανείς κοινωνίες που δεν αναγνωρίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα, επιβάλλουν στους πολίτες τους σκληρές ποινές ή έχουν απαράδεκτα έθιμα;

Ο δρόμος προς την αναγνώριση του διαφορετικού αρχίζει στο ίδιο σημείο και έχει τα ίδια κίνητρα με την αμφισβήτηση των δεδομένων θεσμών της κοινωνίας, την απελευθέρωση των σκέψεων και των πράξεων, εν ολίγοις τη γέννηση της δημοκρατίας και της φιλοσοφίας. Εδώ μπαίνει κανείς σε πειρασμό να πει ότι το άνοιγμα της σκέψης και ο μερικός και σχετικός εκδημοκρατισμός των πολιτικών καθεστώτων της Δύσης συνοδεύτηκαν από την παρακμή του σωβινισμού, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού.

 Ωστόσο, δεν μπορούμε να δεχτούμε αυτή την ιδέα χωρίς να θέσουμε ισχυρούς περιορισμούς. Αρκεί να σκεφτούμε με πόσο ακραία επιθετικότητα επανεμφανίστηκε ο εθνικισμός, η ξενοφοβία και ο ρατσισμός τον 20ό αιώνα σε χώρες «ανεπτυγμένες» και «δημοκρατικές».

Όλα όσα ειπώθηκαν μέχρι εδώ αφορούν τον αποκλεισμό του άλλου. Δεν αρκούν για να "εξηγήσουμε» γιατί αυτός ο αποκλεισμός γίνεται διάκριση, περιφρόνηση, απομόνωση, και τελικά μίσος, λύσσα και δολοφονική τρέλα. Δεν πιστεύω όμως ότι μπορεί να υπάρξει γενική «εξήγηση».

Μπορώ μόνο να αναφέρω έναν παράγοντα που αφορά τις μαζικές εκρήξεις εθνικού και ρατσιστικού μίσους στη σύγχρονη εποχή. Η κατάρρευση, στις καπιταλιστικές κοινωνίες, σχεδόν όλων των αρχών είχε ως επίπτωση τη συσπείρωση για λόγους ταύτισης γύρω από τη «θρησκεία», το «έθνος» ή τη «ράτσα» και όξυνε το μίσος προς τους ξένους.

 Η κατάσταση δεν είναι διαφορετική στις μη ευρωπαϊκές κοινωνίες που υφίστανται το σοκ της εισβολής του μοντέρνου τρόπου ζωής, άρα και την κονιο­ποίηση των παραδοσιακών ση­μείων αναφοράς με τα οποία ταυτίζονται τα άτομα. Το αποτέλεσμα είναι η αύξηση του θρησκευτικού και/ή εθνικού φανατισμού.

Μία τελευταία παρατήρηση που αφορά ον ρατσισμό. Το κύριο και καθοριστικό χαρακτηριστικό του ρατσισμού είναι η «απαραίτητη μη μετατρεψιμότητα» του άλλου. Ο θρησκευτικά μισαλλόδοξος δέχεται με χαρά τον προσηλυτισμό των απίστων ο «λογικά» εθνικιστής χαίρεται όταν ξένα εδάφη προσαρτώνται στη χώρα του και οι κάτοικοι τους «αφομοιώνονται» Δεν είναι όμως τέτοια η περίπτωση του ρατσιστή. Οι γερμανοί εβραίοι θα ήθελαν να παραμείνουν πολίτες του Τρίτου Ράιχ· αλλά οι ναζιστές ούτε να το ακούσουν.

Ακριβώς γιατί στην περίπτωση του ρατσισμού το αντικείμενο του μίσους πρέπει να είναι «μη μετατρέψιμο». Γι' αυτό ο ρατσιστής επικαλείται ή εφευρίσκει δήθεν φυσικά (βιολογικά), άρα μη μετατρέψιμα, χαρακτηριστικά του αντικειμένου του μίσους του: το χρώμα του δέρματος του, τα διακριτικά γνωρίσματα του προσώπου του. Τέλος, θα ήταν απολύτως δικαιολογημένο να συνδέσουμε αυτή την ακραία μορφή του μίσους προς τον άλλο με το πιο σκοτεινό, πιο άγνωστο και πιο συγκρατημένο είδος μίσους: το μίσος προς τον εαυτό μας.

Η αυτονομία, δηλαδή η πλήρης δημοκρατία, και η αποδοχή του άλλου δεν αποτελούν φυσική ανθρώπινη κλίση. Αμφότερες συναντούν τεράστια εμπόδια. Γνωρίζουμε από την ιστορία ότι ο αγώνας για τη δημοκρατία είχε μέχρι σήμερα οριακά μεγαλύτερη επιτυχία από τον αγώνα κατά του σωβινισμού, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού. Αλλά για όσους είναι στρατευμένοι στο μοναδικό πολιτικό πλάνο που χρήζει υπεράσπισης, το πλάνο της οικουμενικής ελευθερίας, ο μοναδικός ανοικτός δρόμος είναι η συνέχιση του αγώνα κόντρα στο ρεύμα.