Τρίτη, 12 Ιανουαρίου 2016

Όσον αφορά τα όνειρα… Του Φερνάντο Πεσσόα

 «Όσον αφορά τα όνειρα, είμαι όμοιος με το παιδί για τα θελήματα ή τη μοδίστρα. Το μόνο στο οποίο διαφέρω είναι ότι ξέρω να γράφω. Ναι, είναι μια πράξη, μια δική μου πραγματικότητα που με κάνει να διαφέρω από αυτούς. Στην ψυχή είμαι όμοιός τους» Φερνάντο Αντόνιο Νογκέιρα Πεσσόα (1888-1935).

Αγαπάω, τα αργόσυρτα καλοκαιρινά βράδια, την ησυxία της κάτω πόλης, και προπάντων την ησυxία που η αντίθεση την κάνει ακόμη εντονότερη στα μέρη που την ημέρα σφύζουν από κίνηση. 


Η Ρούα ντου Αρσενάλ, η Ρούα ντα Αλφάντεγκα, οι θλιβεροί δρόμοι που εκτείνονται προς τα ανατολικά, μετά το τέρμα της Ρούα ντα Αλφάντεγκα, οι έρημες αποβάθρες σε ευθεία γραμμή, όλα αυτά με ανακουφίζουν από τη μελαγχολία μου, αν κάποιο από εκείνα τα βράδια εισxωρήσω στη μοναξιά των διαδρομών τους. Ζω σε μια εποχή παλαιότερη από αυτή στην οποία ζω. Απολαμβάνω να νιώθω πως είμαι σύγχρονος του Σεζάριο Βέρδε, κι έχω μέσα μου όχι άλλους στίχους σαν τους δικούς του, αλλά την ίδια ουσία από την οποία είναι φτιαγμένοι οι στίχοι του. Περιφέρω, μέχρι να πέσει η νύχτα, μια αίσθηση ζωής ίδια με αυτών των δρόμων. 

Τη μέρα είναι γεμάτοι από φασαρία που δεν σημαίνει τίποτα. Τη νύχτα είναι γεμάτοι από έλλειψη φασαρίας, που πάλι δεν σημαίνει τίποτα. Εγώ τη μέρα είμαι ένα τίποτα, αλλά τη νύχτα είμαι εγώ. Δεν υπάρχει καμιά διαφορά ανάμεσα σε μένα και τους δρόμους από την πλευρά της Αλφάντεγκα, εκτός από το ότι αυτοί είναι δρόμοι και εγώ ψυχή, το οποίο μπορεί να μην έχει καμιά σημασία μπροστά στην ουσία των πραγμάτων. Υπάρχει ένα κοινό πεπρωμένο, καθότι αφηρημένο, για τους ανθρώπους και τα πράγματα – ένας εξίσου αδιάφορος ορισμός στην άλγεβρα του μυστηρίου. 

Αλλά υπάρχει και κάτι ακόμα… Εκείνες τις αργέςκαι άδειες ώρες ανεβαίνει από την ψυχή στο πνεύμα μου μια θλίψη ολόκληρου του είναι μου, η πίκρα ότι όλα είναι μια αίσθηση δική μου και συνάμα ένα πράγμα εξωτερικό, που δεν είναι στο χέρι μου να το αλλάξω. Αχ, πόσες φορές τα όνειρά μου υψώνονται μπροστά μου σαν πράγματα, όχι για να υποκαταστήσουν την πραγματικότητα, αλλά για να μου πουν ότι της μοιάζουν στο ότι δεν τα θέλω, στο ότι εμφανίζονται ξαφνικά απ” έξω, όπως το τραμ που κάνει στροφή στο βάθος του δρόμου ή όπως η φωνή του νυχτερινού ντελάλη -τι να διαλαλεί αραγε;-, που ξεχωρίζει, αραβική μελωδία, σαν απρόσμενο σιντριβάνι, στη μονοτονία του δειλινού. 

Περνούν μέλλοντα ζευγάρια, περνούν μοδιστρούλες δυο δυο, περνούν νεαρoί στο κατόπι της ηδονής, καπνίζουν στο αιώνιo πεζοδρόμιό τους οι συνταξιούχοι των πάντων, πού και πού βγαίνουν στην πόρτα τους για λίγο οι ακίνητοι αλήτες που λέγονται μαγαζάτορες. Αργοί, γεροδεμένοι και καχεκτικοί, οι νεοσύλλεκτοι υπνοβατούν σε παρέες άλλοτε πολύ θορυβώδεις, άλλοτε παραπάνω κι από θορυβώδεις. Πότε πότε εμφανίζεται και κάποιος φυσιολογικός άνθρωπος. Τούτη την ώρα τα αυτοκίνητα δεν είναι πολλά. Αυτά εδώ είναι μουσικά. Στην καρδιά μου υπάρχει μια αγωνιώδης ειρήνη, και η ηρεμία μου είναι καμωμένη από παραίτηση. 

Όλα περνούν και τίποτα απ” όλα αυτά δεν μου λέει τίποτα, όλα είναι ξένα στο πεπρωμένο μου, ξένα στο ίδιo τους το πεπρωμένο -ανεμελιά, βρισιές απρόβλεπτες, όταν η μοίρα πετάει πέτρες, αντίλαλοι αγνώστων φωνών-, συλλoγική σαλάτα της ζωής. 

Αντιμετωπίζω με ηρεμία, χωρίς τίποτα περισσότερο απ” ό,τι είναι για την ψυχή ένα χαμόγελο, το ενδεχόμενο να κλείσω για πάντα τη ζωή μου σ” αυτή τη Ρούα ντος Ντοραδόρες, σ” αυτό το γραφείο, σ” αυτή την ατμόσφαιρα τούτων των ανθρώπων. Νά “χω κάτι για να τρώω και να πίνω, και κάπου να μένω, και λίγο ελεύθερο χρόνο για να ονειρεύομαι, να γράφω, να κοιμάμαι” τι άλλο μπορώ να ζητήσω από τους θεούς ή να ελπίσω από τη μοίρα; 

Είχα μεγάλες φιλοδοξίες και υπέρμετρα όνειρα - αλλά τα ίδια είχαν και το παιδί για τα θελήματα και η μοδίστρα, γιατί όνειρα έχει όλος ο κόσμος. Αυτό που μας διαφοροποιεί είναι η δύναμη να τα υλοποιούμε ή η τύχη να τα βλέπουμε να υλοποιούνται για μας.

 Όσον αφορά τα όνειρα, είμαι όμοιος με το παιδί για τα θελήματα ή τη μοδίστρα. Το μόνο στο οποίο διαφέρω είναι ότι ξέρω να γράφω. Ναι, είναι μια πράξη, μια δική μου πραγματικότητα που με κάνει να διαφέρω από αυτούς. Στην ψυχή είμαι όμοιός τους. 

(Απόσπασμα από Το βιβλίο της ανησυχίας (του Μπερνάντο Σοάρες) – Τόμος Α – εκδ. Εξάντας, 2004, δημοσιευμένο στο http://k-m-autobiographies.blogspot.gr. Αποσπάσματα προδημοσιεύθηκαν στο περιοδικό ΠΟΙΗΣΗ - τ.23, 2004. Η μετάφραση είναι της Μαρίας Παπαδήμα) 

— Ο Φερνάντο Αντόνιο Νογκέιρα Πεσσόα (1888-1935), γεννήθηκε στη Λισαβόνα στις 13 Ιουνίου 1888 και πέθανε στις 30 Νοεμβρίου 1935. Την παραμονή του θανάτου του, σημειώνει από την κλίνη του νοσοκομείου: «I Know not what tomorrow will bring». Αυτό που το μέλλον έφερε αναμφισβήτητα είναι η καταξίωση του ως ενός από τους σημαντικότερους ποιητές του εικοστού αιώνα. Ο Πεσσόα είναι ταυτόχρονα ποιητής και μύθος ποιητικός. Έζησε τη ζωή του στα όρια της ανυπαρξίας, δημοσίευσε ελάχιστο μέρος του τεράστιου έργου του, ενός έργου ανολοκλήρωτου και πολλαπλού, το οποίο κληροδότησε στις μέλλουσες γενιές κλεισμένο στο περίφημο μπαούλο, εξασφαλίζοντας έτσι την υστεροφημία του. 

Ελάχιστα γεγονότα συνθέτουν τη βιογραφία του:θάνατος του πατέρα του, μετακίνηση μαζί με τη νέα του οικογένεια στο Ντέρμπαν της Αφρικής, αγγλική παιδεία, επιστροφή στη Λισαβόνα, βιοπορισμός ως αλληλογράφος σε εμπορικούς οίκους, ένας λευκός έρωτας, πολλή μοναξιά. 

Η πολυσχιδής ποιητική ζωή του βρίσκεται στους αντίποδες της βιογραφίας του. Ο Πεσσόα, ο οποίος υπογράφει το έργο του με το όνομα του αλλά και με τα 72 καταγεγραμμένα ετερώνυμά του, συνιστά μοναδικό παράδειγμα στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας. 

Κύριοι συντελεστές σε πρωτοτυπία αλλά καιπαραγωγικότητα οι εξής τέσσερις ετερώνυμοί του: ο δάσκαλος όλων Αλμπέρτο Καέιρο, ποιητής του «Φύλακα των κοπαδιών», ο εκκεντρικός ναυπηγός μηχανικός Άλβαρο ντε Κάμπος, ποιητής της «Θαλασσινής ωδής» και του «Καταστήματος φιλικών», ο επικούρειος, στωικός κλασικιστής συνθέτης ωδών Ρικάρντο Ρέις και, τέλος, ο Μπερνάρντο Σοάρες, συγγραφέας του «Βιβλίου της ανησυχίας». Αριστοτεχνικός διευθυντής αυτής της ιδιόμορφης ορχήστρας ο ίδιος ο Φερνάντο Πεσσόα, ο ποιητής του «Μηνύματος», ο διηγηματογράφος του «Αναρχικού τραπεζίτη», ο ακάματος δοκιμιογράφος επί παντός του επιστητού, ο θεατρικός συγγραφέας ενός ανολοκλήρωτου «Φάουστ», ο οποίος ορίζει την τέχνη του λέγοντας: «Προσποίηση είναι του ποιητή η τέχνη».



 ALVARO DE CAMPOS 


[...] Πόσες εθνικότητες στον κόσμο! Πόσα επαγγέλματα! Πόσοι άνθρωποι!

Πόσες μοίρες διαφορετικές μπορεί να κρύβει η ζωή, η ζωή, τελικά, κατά βάθος, πάντα η ίδια! Πόσες φάτσες παράξενες! 

Ολες οι φάτσες είναι παράξενες και δεν υπάρχει τίποτα ιερότερο από το να κοιτάζεις πολύ τους ανθρώπους.

 Η αδελφοσύνη τελικά δεν είναι ιδέα επαναστατική. Είναι κάτι που μας το μαθαίνει η ζωή, όπου πρέπει να ανεχόμαστε τα πάντα, και τελικά βρίσκουμε ευχάριστο αυτό που πρέπει ν” ανεχόμαστε, και καταλήγουμε να κλαίμε σχεδόν από τρυφερότητα γι” αυτό που ανεχτήκαμε!

Α, όλα τούτα είναι ωραία, είναι ανθρώπινα και ταιριάζουν τόσο με τα ανθρώπινα συναισθήματα, τόσο κοινωνικά και καθωσπρέπει, τόσο πολύπλοκα απλά, τόσο μεταφυσικά θλιβερά! 

Η πολυτάραχη, η διαφορετική ζωή μάς διαπαιδαγωγεί τελικά στα ανθρώπινα. Καημένοι άνθρωποι! Καημένοι όλοι μας! [...] 


Απόσπασμα από την ποιητική σύνθεση του Φερνάντο Πεσσόα: Θαλασσινή ωδή του Άλβαρο ντε Κάμπος, μτφρ.-επίμ.: Μαρία Παπαδήμα, σχ.: Πάολο Γκέτσι, Εκδόσεις Νεφέλη 2012. Δημοσιευμένο http://www.e-poema.eu

Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2016

Ο Οφορίκουε, ο Μαραβέγιας και 12 ακόμα πράγματα που οι Χατζηφραγκέτα τραγούδησαν καλύτερα από κάθε άλλον

Κανείς δεν τα λέει τόσο ωραία και μόρτικα όσο οι Χατζηφραγκέτα
Ξεκινάμε από αυτό: Aυτοσυστήνονται ως η καλύτερη ελληνική μπάντα μετά το Θανάση Παπακωνσταντίνου.
Άμα θέλουμε να ερμηνεύσουμε το σκοπό των Χατζηφραγκέτα, μπορούμε να πούμε ότι ο Βαγγέλης Χατζηγιάννης και ο Πάνος Φραγκιαδάκης θέλανε να γράψουν τα τραγούδια για να τα παίζουν στην παραλία το καλοκαίρι και να ξεφύγουν από το να τους πετάξουνε γιαούρτια και να τους ρίξουν πρόστιμα.



Φυσικά, το ντουέτο έχει πιάσει το νόημα όλης αυτής της γραφικότητας την οποία κοροϊδεύει με ακόρντα και συνέπεια εδώ και χρόνια.
Θυμάμαι ακόμα την ομπρέλα σου,
την καλοκαιρινή φανέλα σου,
την σαγιονάρα με το δίχαλο,
και εκείνο το μακροβούτι που έκανες μωρό μου,
και στούκαρες σε ύφαλο.

Φυσικά στους αμέτρητους δίσκους που έχουν βγάλει, οι Χατζηφραγκέτα δε μείνανε εκεί, καθώς όταν τους τελείωσαν τα ακόρντα ξεκίνησαν τα beat, αλλά και ο λυρισμός τους στράφηκε και σε άλλες κατευθύνσεις (και πάντα με φονικές δεύτερες).
Για παράδειγμα, οι Χατζηφραγκέτα έχουν κάνει Τέχνη:

Τη ρέγκε και το σουβλάκι



Την ταξική μας κοινωνία




Το φραπέ που είναι και βασικός πόλο της στιχουργικής τους, και τον Ψαριανό (που δεν είναι):


Θέλω να μπούμε σε μια φράπα
για ένα ταξίδι μακρινό
και σε κανένα να μη πούμε
ότι ψηφίζεις Ψαριανό


Τον Πάσχο Μανδραβέλη




Τον Τάκι Τσαν




Τη Μαρία


Βρήκα το κλειδί της καρδιάς σου, όμως έχει πιτσικάρει Μαρία


Τον Κωστή Μαραβέγια




Το νέο κύμα και τον ψεύτικο ντουνιά




Toν νυν πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα




Τζεντάι και Μασάι




Το Γιάννη Σερβετά




Tους μπάτσοι




To Φρόιντ




Τον Πίτερ Οφορίκουε και το μαρξισμό



-luben

Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2016

ΑΛΜΠΕΡ ΚΑΜΥ: Ο Θρύλος, η βιογραφία και η τυμβωρυχία

Η 4η Ιανουαρίου του 1960 είναι η μέρα θανάτου του Αλμπερ Καμύ. 
ΑΛΜΠΕΡ ΚΑΜΥ: Ο Θρύλος, η βιογραφία και η τυμβωρυχία  

Πολλαπλές αφορμές μας κάνουν να μιλούμε για πράγματα περασμένα, να εξετάζουμε σε ποιο βαθμό είναι παρόντα, να εξετάζουμε τη διαχρονικότητά τους. Και είναι φορές που το παρόν αυτό δηλώνεται απερίφραστα, χωρίς να συνθηκολογεί με χρονολογίες, επαναλήψεις ή το γεγονός του θανάτου που τοποθετεί τα πάντα στα περασμένα. Για να μιλήσει κανείς για τον Αλμπέρ Καμύ σήμερα, δίνονται τρεις αφορμές. Η επέτειος από το θάνατό του (στις 4 Ιανουαρίου), η έκδοση μιας από τις σημαντικότερες βιογραφίες του στα Ελληνικά (Ολιβιέ Τοντ, Αλμπέρ Καμύ, Μια ζωή, μετάφραση. Ρίτα Κολαΐτη, εκδ. Καστανιώτη 2009) και η πρόσφατη προσπάθεια τυμβωρυχίας του Νικολά Σαρκοζί.

Περί κομμουνισμού και υπαρξισμού 

Γεννημένος στην υπό γαλλική κατοχή Αλγερία, το 1913, ο Καμύ συνέδεσε το όνομά του με την αριστερά (με μια έννοια αρκετά διευρυμένη) και το παράλογο. Έχει ενδιαφέρον να δει κανείς τη σχέση του Καμύ με τον κομμουνισμό και τον υπαρξισμό, τις δύο μεγάλες συγγένειες που ο ίδιος αποποιήθηκε εξίσου. Από το Γαλλικό Κομουνιστικό Κόμμα διαγράφηκε το 1937, μια διαγραφή που τον έφερε πιο κοντά σε αναρχικές ή τροτσκιστικές ομάδες. Όσο για την ετικέτα του υπαρξιστή, ο ίδιος την αρνήθηκε από την αρχή της λογοτεχνικής του σταδιοδρομίας, παρ όλες τις συγγένειες που μπορεί να παρουσιάζει με το έργο του. Η ενεργή κριτική του στον υπαρκτό σοσιαλισμό, η συμμετοχή του στο θέμα ανεξαρτησίας της Αλγερίας και η ανάμιξη του στην Γαλλική αντίσταση και μια σειρά από άλλα κινήματα και ευρωπαϊκές προσπάθειες, τον περιγράφουν ως έναν από τους πιο ζωντανούς, πιο οργανικούς διανοουμένους του περασμένου αιώνα.

Το παράλογο του Καμύ

Ο Καμύ είναι ένας από τους τελευταίους μεγάλους ηθικούς στοχαστές. Όλο του το έργο φαίνεται ως μια προσπάθεια χαρτογράφησης του παραλόγου και κυρίως μια προσπάθεια υπέρβασης του μηδενισμού που μπορεί να προκύψει από αυτό. Το πρώτο ζευγάρι έργων του, ο “Ξένος” και ο “Μύθος του Σίσυφου”, περιγράφουν ακριβώς το παράλογο ως θριαμβευτή της σύγχρονης αμήχανης ζωής. Στην μετά τον Νίτσε εποχή, η παραδοχή του θανάτου του θεού είναι πιο εύκολη παρά ποτέ. Η ρήση του Ντοστογιέφσκι “ο θεός πέθανε, τώρα όλα επιτρέπονται” γίνεται ερώτημα και μάλιστα κεντρικό στην ηθική του Καμύ. Σ‘ έναν κόσμο χωρίς θεό, ο άνθρωπος πρέπει να αναζητήσει ένα νέο κέντρο. Στο επόμενο ζευγάρι έργων του στον “Επαναστατημένο άνθρωπο” και στην “Πανούκλα”, ο Καμύ απαντά ακριβώς σε αυτό το θέμα διατυπώνοντας το δικό του cogito: “Επαναστατώ, άρα υπάρχουμε”. Ο άνθρωπος, η αναγνώριση και αποδοχή της παράλογης φύσης της ζωής, όπως αυτή προκύπτει από τα αδιέξοδα της λογικής και τελικά η υπέρβαση του παραλόγου, ως πράξη ανάτασης και επαναστατικής οπτικής, στο όνομα ακριβώς του ανθρώπου, της συντροφικότητας και της αδελφοσύνης που προκύπτει από την συνειδητοποίηση της κοινής μοίρας, είναι η πρόταση του Καμύ για τον ορισμό ενός νέου κέντρου.

Έχει ενδιαφέρον να εξετάσει κάποιος το στυλ γραφής του Καμύ σε σχέση με το περιεχόμενο των έργων. Τα φιλοσοφικά του κείμενα γραμμένα με τρόπο ελεύθερο, βρίσκονται πιο κοντά στο δοκίμιο παρά τη φιλοσοφική διατριβή. Η γλώσσα είναι κατανοητή και ο στόχος τους γίνεται εμφανής από την αρχή. Τα μυθιστορήματά του είναι γραμμένα περισσότερο ως λογοτεχνικές παραβολές στα όρια του υπαινικτικού ρεαλισμού. Ο Καμύ βρίσκεται πιο κοντά στον Κάφκα απ ότι σε όποιον άλλο συγγραφέα, αλλά ενώ στον Κάφκα τα σύμβολα μένουν ανοιχτά και οι ερμηνείες τους μπορεί να είναι πολλαπλές, στον Καμύ τα σύμβολα είναι συγκεκριμένα και εντάσσονται σε ένα ευρύτερο σύνολο. Τα θεατρικά έργα του Καμύ εντάχθηκαν συχνά και λανθασμένα στο θέατρο του παραλόγου. Ενώ, τόσο στον “Καλιγούλα”, όσο και στην “Παρεξήγηση” (τα δύο σημαντικότερα θεατρικά του), κεντρικό θέμα είναι ακριβώς το παράλογο, η δομή και το ύφος τους τα αποκλείουν από αυτή την κατηγορία της οποίας και προηγούνται. Τα έργα του Καμύ ζητούν πάνω απ όλα να επικοινωνήσουν, αποφεύγοντας την απόλυτη κατάφαση του διδακτισμού. Η δομή και η γλώσσα τους είναι συμβατική σε μεγάλη απόσταση από τους εννοιολογικούς ή ποιητικούς πειραματισμούς του Μπέκετ, του Ιονέσκο και του Ζενέ. Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα θέατρο μάλλον παλαιό, που μιλά για πράγματα αυστηρά καινούργια.


Αντί στεφάνων 

Ο ίδιος ο θάνατος του Καμύ περιγράφει με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο τη ρίζα του παράλογου στην ζωή του ανθρώπου. Το 1960, στην ηλικία των 46 και στην πιο δημιουργική και πυκνή φάση της ζωής του, ο συγγραφέας πεθαίνει σε αυτοκινητιστικό ατύχημα. Και όμως το παράλογο φαίνεται να συνεχίζεται μέχρι και τις μέρες μας. Πρόσφατα, ο Νικολά Σαρκοζί πρότεινε τα οστά του Γαλλο-αλγερινού συγγραφέα να μεταφερθούν στο Πάνθεον, την νεκρόπολη τιμής του γαλλικού πνεύματος. Με αυτό τον τρόπο, ο γάλλος πρόεδρος προσπαθεί να τονίσει την οικουμενικότητα (με έντονη την χροιά του ακίνδυνου) της σκέψης του Καμύ, την (ψευδή) ανεκτικότητα του ίδιου στις αντίθετες απόψεις και ταυτόχρονα να γίνει αρεστός στους αλγερινούς πρόσφυγες, τιμώντας ως μέγιστο Γάλλο κάποιον με αφρικανικό αίμα στις φλέβες του. Όμως, ένας συγγραφέας σαν το Καμύ δεν γίνεται να τιμηθεί με στεφάνια, στο μόνο πράγμα που άφησε πίσω του νεκρό, δηλαδή το σώμα του. Αντίθετα, τιμάται καθημερινά, ενθουσιάζοντας, προκαλώντας προβληματισμούς και εμπνέοντας γενεές νεότερες με ένα έργο που όχι μόνο δεν έχει πεθάνει, αλλά ο χρόνος δεν έχει καταφέρει ακόμα να το κάνει να γεράσει.

Ας σκάψουν λοιπόν όσο βαθιά θέλουν οι τυμβωρύχοι, εδώ δεν κατοικεί τίποτα το νεκρό.


(στην εφημεριδα Εποχή)