Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2015

Saccο e Vanzetti

Μια ταινία του Giuliano Montaldo (1971) για την αληθινή

ιστορία δύο αναρχικών, ιταλικής καταγωγής, οι οποίοι

βρέθηκαν γύρω στα 1920 στις Η.Π.Α. κατηγορούμενοι για

 ληστεία μετά φόνου που ποτέ δεν διέπρεξαν,

 καταδικάστηκαν μετά από μία δίκη παρωδία και τελικά

τιμωρήθηκαν σε θάνατο, αναγόμενοι έκτοτε σε ηρωικά σύμβολα του εργατικού κινήματος.


Σκηνοθεσία: Giuliano Montaldo
Παίζουν: Τζιάν Μαρία ΒολοντέΡικάρντο ΚουτσιόλαΜίλο Ο'ΣιΣίριλ ΚιούζακΡοζάνα Φρατέλο

Τη μουσική υπογράφει ο Ennio Morricone
Βραβεία: 1971 Cannes Film Festival: 
Best Actor Riccardo Cucciolla Italian National Syndicate of Film Journalists 1972 Silver Ribbon
Best Actor (Migliore Attore) Riccardo Cucciolla Best New Actress (Migliore Attrice Esordiente) Rosanna Fratello Best Score (Migliore Musica) Ennio Morricone Υποψηφιότητες 1971 Cannes Film Festival: Golden Palm Giuliano Montaldo



Σάββατο, 22 Αυγούστου 2015

Σωτηρία Μπέλλου : 22 Αυγούστου 1921 - 27 Αυγούστου 1997

Η Σωτηρία Μπέλλου γεννήθηκε στη Δροσιά στις 22 Αυγούστου 1921. Η Σωτηρία (μεγαλύτερη από το άλλα τέσσερα αδέλφια της) πήρε το όνομα του αγαπημένου της παππού, Σωτήρη Παπασωτηρίου, που ήταν παπάς στο Σχηματάρι και της είχε πολύ μεγάλη αδυναμία...
Από μικρό κοριτσάκι την έπαιρνε κοντά του στην εκκλησία. Εκείνη άρχισε να επηρεάζεται από τα τροπάρια και έψελνε μόλις «κατάλαβε» τον εαυτό της. Έτσι άρχισε να «ζυμώνεται» με τους εκκλησιαστικούς ήχους και τη βυζαντινή μουσική. Με τα εκκλησιαστικά η μικρή Σωτηρία είχε αποκτήσει ένα μεγάλο πάθος πριν ακόμη τελειώσει το δημοτικό σχολείο. Μπαινόβγαινε στο Ιερό, έψελνε στο αριστερό ψαλτήρι και χτυπούσε την καμπάνα για τον εσπερινό. Όταν έγινε δέκα χρόνων, έφυγε από τον παππού της και πήγε μέσα στη Χαλκίδα όπου έμεναν οι γονείς της και τα μικρότερα αδέλφια της.
Ο πατέρας της ήταν από τους πλέον εύπορους κατοίκους της πόλης γιατί διατηρούσε το μεγαλύτερο και το καλύτερο κατάστημα τροφίμων στην πολυσύχναστη οδό Αβάντων. Τις εφημερίδες που έπαιρνε ο Κυριάκος Μπέλλος, η μικρή Σωτηρία τις «ξεκοκάλιζε» μετά τα μαθήματά της.
Μια μέρα είπε στον πατέρα της: «Μπαμπά, θέλω να με πας στον κινηματογράφο να δω την "Προσφυγοπούλα" γιατί πρωταγωνιστεί η Βέμπο που μου αρέσει πολύ». Έγινε το χατίρι της, είδε τη Βέμπο στο σινεμά και ύστερα άρχισε να τη μιμείται. Πήγαινε κάθε μέρα μπροστά στον καθρέφτη του σπιτιού της κι έκανε σκέρτσα και κινήσεις όπως η Βέμπο στην οθόνη. Παρά τις συστάσεις της μάνας της, η Σωτηρία συνέχιζε το βιολί της, ώσπου έφαγε το ξύλο της χρονιάς της. Η Ελένη Μπέλλου, γνήσια Αρβανίτισσα, δεν ήθελε ποτέ να δει τη μεγαλοκόρη της τραγουδίστρια. Η Σωτηρία (αρβανίτικο κεφάλι κι αυτή) εγκατέλειψε το σπίτι της.
Έφυγε από τη Χαλκίδα, για την Αθήνα, όπου αρχίζουν οι πρώτες μεγάλες δυσκολίες για ένα κορίτσι που ζει πλέον μόνο του στην πρωτεύουσα της χώρας.
Ήταν αρχές της ναζιστικής κατοχής. Το αρβανίτικο πείσμα να εγκαταλείψει το σπίτι της, τους γονείς στη Χαλκίδα, την οδήγησε σε μεγάλες περιπέτειες.
Στην απειρία της, γνωρίσθηκε στη Χαλκίδα, στα 17 της χρόνια, το 1938 με έναν άνδρα που την κορτάριζε συνεχώς όταν την έβλεπε στο μαγαζί του πατέρα της. Το επάγγελμά του ήταν ελεγκτής στα λεωφορεία. Ο Βαγγέλης Τριμούρας (πέθανε σε ηλικία 85 ετών στην Αθήνα κι άφησε έναν γιο από τη δεύτερη γυναίκα του). Οι γονείς της την είχαν προειδοποιήσει να προσέξει αυτή τη γνωριμία της. Εκείνη δεν τους άκουσε και παντρεύτηκε. Έζησε μαζί του έξι μήνες. Εκείνος, όμως, έκανε άστατη ζωή. Γύριζε με άλλες κι όταν γυρνούσε σπίτι, την έδερνε. Αρχισαν οι καβγάδες. Η Σωτηρία δεν σήκωνε από τότε φοβέρες και ζοριλίκια. Κάποια στιγμή πάνω σ' έναν από τους πολλούς καβγάδες τού 'ριξε βιτριόλι στο πρόσωπο. Συνελήφθη και καταδικάσθηκε σε φυλάκιση τριών χρόνων και έξι μηνών. Έμεινε υπόδικη 3 μήνες στη Χαλκίδα, ενώ ένα μήνα κάθησε στις φυλακές «Αβέρωφ» στην Αθήνα. Στο Εφετείο μειώθηκε η ποινή της στους έξι μήνες. Πλήρωσε και βγήκε από τη φυλακή.
Ξαναγύρισε στη Χαλκίδα και με το που έφτασε στο σπίτι της, άρχισε η γκρίνια και το ξύλο. Την έδερναν όλοι. Γονείς κι αδέρφια. Θεωρούσαν ότι τους ντρόπιασε όλους στην οικογένεια. Τη φώναζαν χωρισμένη, βιτριολίστρια, φυλακισμένη. Η ζωή της πραγματικό μαρτύριο. Δεν άντεχε άλλο. Ήταν πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940, όταν αποχαιρετούσε τη Χαλκίδα κι έμπαινε στην «πόστα», το τρένο που θα τη μετέφερε στην Αθήνα. Οι σειρήνες ηχούσαν. Ανατριχίλα, γενική αναστάτωση. Πόλεμος. Η Σωτηρία στα ίδια βαγόνια με τους φαντάρους. Όταν κατέβηκε στο σταθμό Λαρίσης, κάποιος της έδωσε μια κουραμάνα. Νέος Γολγοθάς, στην Αθήνα, αρχίζει μες στου πολέμου τη φωτιά για το πλουσιοκόριτσο του Μπέλλου από τη Χαλκίδα. Η οικογένεια της Σωτηρίας χάνει τα ίχνη της. Κανείς δεν ήξερε για την τύχη της.
Μετά επτά ολόκληρα χρόνια, την εντοπίζουν να τραγουδά πλάι στον Βασίλη Τσιτσάνη στο κέντρο «Τζίμης ο Χοντρός» στην Αχαρνών. Στην Κατοχή, όμως, η Μπέλλου δεν πάλεψε μονάχα για να ζήσει, να βρει το δρόμο της στην Αθήνα. Πάλεψε και κατά των Γερμανών κατακτητών και των ντόπιων συνεργατών τους. Οργανώθηκε στις γραμμές του ΕΑΜ. Κινδύνευσε πολλές φορές. Οι Γερμανοί την έπιασαν, τη βασάνισαν, την έκλεισαν φυλακή. Στον εμφύλιο συνελήφθη και πάλι από τους «ισχυρούς» κρατούντες και ξανακλείσθηκε φυλακή. Κρατήθηκε μαζί με άλλους ομοϊδεάτες της σε ένα υπόγειο καμπαρέ της οδού Βουκουρεστίου, το «Κιτ-Κατ».
Όταν αφέθηκε ελεύθερη, πήγε κι έπιασε δουλειά στου «Τζίμη του Χοντρού» με τον Τσιτσάνη. Είχε όμως μια άσχημη περιπέτεια. Ένα βράδυ που τραγουδούσε, μπήκε στο μαγαζί μια παρέα από Χίτες. Της κρατούσαν γινάτι από τα Δεκεμβριανά το 1944, όπου η Μπέλλου είχε λάβει μέρος στις μάχες σαν αγωνίστρια του ΕΛΑΣ. Ένας από τους Χίτες ανέβηκε στο πάλκο και της ζήτησε να τραγουδήσει «Του αητού ο γιος». Εκείνη αρνήθηκε και τότε μαζεύτηκαν όλοι της παρέας και την τσάκισαν στο ξύλο. Κι όμως η Μπέλλου γι' αυτό το περιστατικό είχε ένα παράπονο, μια πικρία που ανέφερε σ' όλη της τη ζωή. Δεν περίμενε την ώρα που την χτυπούσαν έξι Χίτες μαζί να μη σηκωθούν από τις καρέκλες τους δύο άνδρες να αντισταθούν σ' αυτή την πρόκληση. Οι τρομοκράτες που έκαναν άνω κάτω το μαγαζί φώναζαν στην Σωτηρία: «Πες του αητού το γιο, γιατί θα σε καθαρίσω Βουλγάρα».
Ήταν Δεκέμβρης του 1948. Η τραγουδίστρια έφυγε από τον «Τζίμη τον Χοντρό» και πήγε σε ένα μαγαζί και εργάσθηκε μαζί με τον Μάρκο Βαμβακάρη. Ήταν το κέντρο «Παναγάκη» στην οδό Παρασίου.
Η ζωή της Μπέλλου από το 1940 έως το 1946, τότε δηλαδή που μπαίνει πλέον επίσημα στον χώρο και τον κόσμο του ρεμπέτικου, είναι μια περιπέτεια, ένα θρίλερ. Οι δραματικές στιγμές που πέρασε στην Αθήνα και έχει περιγράψει η ίδια, θυμίζουν κινηματογραφική ταινία.
Έκανε πολλές δουλειές για να επιβιώσει. Δούλεψε σε εστιατόριο λαντζέρα. Νύχτες ολόκληρες έπλενε πιάτα. Πουλούσε τσιγάρα με τον ταβλά και παστέλια. Έκανε τον αχθοφόρο σε σταθμούς τρένων και λεωφορείων. Με ένα καρότσι έπαιρνε τα ταγάρια, τα καλάθια και τις βαλίτσες των επαρχιωτών και τα ξεφόρτωνε στην Ομόνοια. Τις νύχτες κοιμόταν μέσα στα βαγόνια. Με τα χαρτζιλίκια που μάζευε από όλες αυτές τις δουλειές, αγόρασε παπούτσια και κουβέρτες, νοίκιασε μια κάμαρα - σπίτι στο Περιστέρι, κι αγόρασε μια κιθάρα, που ήταν το μεγάλο της όνειρο. Στερήθηκε πολλά αγαθά τόσα χρόνια, αλλά με το αρβανίτικο πείσμα που τη διέκρινε και τη σιδερένια θέληση που είχε πέτυχε τον στόχο της. Να γίνει τραγουδίστρια. Ένα βράδυ του Μάη του 1945 κατέβαινε την Ιπποκράτους. Είχε πάει να συναντήσει κάποιες κοπέλες, που ήταν συγγενείς της, στην οδό Διγενή Ακρίτα. Κοντά στην πλατεία Εξαρχείων, είδε μια ταβέρνα και μπήκε μέσα. Κάθησε σ' ένα τραπέζι στην αυλή και παρήγγειλε κάτι να φάει. Ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού, Κρητικός την καταγωγή, και μερικοί θαμώνες κοίταζαν επίμονα τη Σωτηρία. Τόσο όμορφη κοπέλα, ίδια κούκλα, μόνη της τέτοια ώρα; Εκείνη απτόητη. Καθώς περίμενε την παραγγελία, το μάτι της έπεσε πάνω σε μια κιθάρα. Ρώτησε ευγενικά τον ταβερνιάρη αν μπορεί να παίξει, πήρε θετική απάντηση και άρχισε να παίζει και να τραγουδά ένα παλιό τραγούδι της Σοφίας Βέμπο «Τι έχεις κι όλο κλαις και δεν μου το λες». Δεν σταμάτησε όμως στο ένα τραγούδι. Είπε και δεύτερο: «Αντιλαλούνε οι φυλακές τ' Ανάπλι κι ο Γεντί Κουλές».

Στην απέναντι γωνιά, άκουγε με πολλή προσοχή την κοπέλα με την κιθάρα, ένας 45άρης καλοντυμένος, με ψαρά μαλλιά, χωρίς να πει κουβέντα. Το επόμενο βράδυ η Μπέλλου ξαναπήγε στο μαγαζί, έπαιξε και τραγούδησε. Στην ταβέρνα, παρ' ότι ήταν λαϊκή, πήγαιναν πολλοί κοσμικοί. Ανάμεσά τους και ο θεατρικός συγγραφέας Κίμων Καπετανάκης, ο οποίος δύο βράδια αργότερα, πήγε με τον Βασίλη Τσισάνη εκεί. Στο φουλ της επιτυχίας του ο βάρδος του ρεμπέτικου, ο οποίος ενθουσιάστηκε από τη φωνή της Μπέλλου, αλλά και από τη δεξιοτεχνία της στην κιθάρα. Τα είπαν οι δυο τους και συμφώνησαν να μπουν στο στούντιο. Η Σωτηρία δεν μπορούσε να πιστέψει ότι της δινόταν μια τέτοια μεγάλη ευκαιρία. Η ευκαιρία της ζωής της που την οδήγησε στη μεγάλη λεωφόρο του ρεμπέτικου και στη συνέχειά του, που ήταν το αυθεντικό λαϊκό τραγούδι με κοινωνικό χαρακτήρα.
Στα χρόνια της πολυτάραχης ιστορίας στο ελληνικό τραγούδι, η Μπέλλου έκανε πολύ μεγάλες επιτυχίες σε τραγούδια των πιο γνωστών λαϊκών συνθετών: «Συνεφιασμένη Κυριακή», «Καβουράκια», «Όταν πίνεις στην ταβέρνα», «Κάνε λιγάκι υπομονή» του Τσιτσάνη, «Γύρνα στη ζωή την πρώτη» ­ «Κάνε κουράγιο καρδιά μου» (Παπαϊωάννου), «Ο ναύτης» ­ «Το σβηστό φανάρι» (Μητσάκη), «Είπα να σβήσω τα παλιά» (Καλδάρα), «ανοιξε, άνοιξε» (Παπαϊωάννου).



Από το '41 ως το '76 τραγούδησε αδιάκοπα όλους σχεδόν τους λαϊκούς συνθέτες, ενώ τάραξε πάλι τα νερά, με πρωτοποριακές συνεργασίας που έκανε με έντεχνους και γενικά σύγχρονους συνθέτες: Μούτσης (Το φράγμα), Σαββόπουλος (Το βαρύ ζεϊμπέκικο), Ανδριόπουλος (Λαϊκά προάστια), Κουνάδης (Δεν περισσεύει υπομονή), Ανδριόπουλος, Λάγιος (Λαός) κ.ά. Παράλληλα, προχώρησε και σε επανεκτελέσεις παλιών λαϊκών και ρεμπέτικων τραγουδιών, από τα οποία την αγάπησε η νέα γενιά και τη στήριξε στις αδιάκοπες εμφανίσεις της στα λαϊκά κέντρα, στις μπουάτ της Πλάκας καθώς και σε μεγάλες συναυλιακές και άλλες πολιτιστικές εκδηλώσεις. Στο λαϊκό πάλκο, σε όλη της την πορεία στο τραγούδι, είχε πολύ έντονη παρουσία στα πιο διάσημα μαγαζιά της περιοχής Αθηνών: «Νήσος Ύδρα» του Αλάογλου στο Περιστέρι, «Ροσινιόλ» στα Σεπόλια, «Τζίμης ο Χοντρός» (Αχαρνών), «Τριάνα» και «Λουζιτάνια» (λεωφόρος Συγγρού), «Φαληρικόν» (Τζιτζιφιές), «Καλαματιανός» (Τζιτζιφιές), «Μάριος» (Ίωνος). Ξεχωριστή ιστορία έγραψε μαζί με Τσιτσάνη - Παπαϊωάννου, στην Καισαριανή, στο «Σκοπευτήριο» και στο «Χάραμα», για 10 χρόνια, ενώ με τους δύο τελευταίους εμφανίστηκε για μεγάλα διαστήματα στο «Όνειρο» και στο «Πρόσωπο» της Εθνικής οδού. Σημαντική παρουσία είχε στη δεκαετία του 1980, στον «Δία» της πλατείας Αττικής. Έδωσε δεκάδες συναυλίες σε πολιτιστικές εκδηλώσεις.


Η Μπέλλου υπήρξε ειλικρινής και γνήσια σαν καλλιτέχνις και σαν άνθρωπος. Βοήθησε όσο μπορούσε πολλούς νέους συναδέλφους της να σταθούν στο τραγούδι. Αγαπήθηκε από τον κόσμο του λαϊκού τραγουδιού και όχι μόνο. Προσωπικότητες του διεθνούς τζετ σετ, αλλά και Έλληνες πνευματικοί άνθρωποι θαύμασαν, λάτρεψαν και αποθέωσαν την Μπέλλου στα λαϊκά κέντρα όπου εμφανίσθηκε τα τελευταία χρόνια κυρίως. Ο Γιάννης Τσαρούχης την αγαπούσε ιδιαίτερα κι όταν την άκουγε να τραγουδά, δάκρυζε από συγκίνηση. Μερικές αδυναμίες (και πάθη) που ποτέ της δεν έκρυψε, την έφεραν σε δύσκολη θέση. Δεν έκρυψε ποτέ της ότι πέθαινε για τον τζόγο. Είχε χάσει περιουσίες ολόκληρες, όπως ομολογούσε. Λίγοι άνθρωποι όμως στην τελευταία περιπέτεια της ζωής της με τον καρκίνο της συμπαραστάθηκαν. Ο Θανάσης και η Αθηνά Σταυράκη, που είχαν συνεργασθεί μαζί της στο κέντρο «Δίας», ο Μάνος Τρανταλίδης, ο Δημήτρης Ζούμπος, από τα 9/8, κάποιοι δημοσιογράφοι (μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού) και μερικοί ανώνυμοι θαυμαστές της. Όλοι πάντως αναγνώριζαν, πέρα από την αναμφισβήτητη καλλιτεχνική της αξία, τον ντόμπρο χαρακτήρα της.









Σάββατο, 8 Αυγούστου 2015

Emiliano Zapata Salazar (8 Αυγούστου 1879 - 10 Απριλίου 1919)



zapata

"Είναι καλύτερα να πεθάνεις όρθιος, παρά να ζεις γονατισμένος"


Ο Εμιλιάνο Ζαπάτα Σαλαζάρ  (8 Αυγούστου 1879 – 10 Απριλίου 1919), αναδείχθηκε σε σπουδαία ηγετική προσωπικότητα των ανταρτών της αγροτικής Μεξικανικής Επανάστασης του 1910, η οποία κατευθυνόταν κατά του προέδρου της χώρας, Πορφίριο Ντίαζ και της συγκεχυμένης περιόδου που ακολούθησε (1911 – 1917).
Οργάνωσε και διοικούσε σημαντική επαναστατική δύναμη, ονομαζόμενη «Απελευθερωτικός Στρατός του Νότου». Ο ίδιος καταγόταν από οικογένεια της μεσαίας κοινωνικής τάξης. Γεννήθηκε μιγάς από καταγωγή (mestizo) και παιδί πολυτέκνων (το ένατο από τα 10 παιδιά των Gabriel Zapata και Cleofas Salazar) στο χωριό Σαν Μιγκέλ Ανενκουϊλκο (Anenecuilco) της μεξικανικής πολιτείας Μορέλος. Ήταν mediero (επίμορτος καλλιεργητής) και εκπαιδευτής αλόγων. Υπηρέτησε στο στρατό για επτά μήνες.

Σαν Πρόεδρος του συμβουλίου του χωριού του, έκανε εκστρατεία για την αποκατάσταση των εδαφών του χωριού που δημεύθηκαν από τα hacendados (τσιφλικάδες). Το σύνθημά του ήταν «Tierra Υ Libertad» (γη κι ελευθερία), ενώ πηγές της εποχής αναφέρουν ότι παρόλο που δεν ήταν μορφωμένος είχε έντονα καλλιεργημένο το αίσθημα δικαίου, καθώς η οικογένειά του συντήρησε και ανέδειξε αυτή την αίσθηση, μέσα από τις μνήμες των μεγαλυτέρων.
zapata8
Οι Ζαπάτα είχαν δώσει το αίμα τους, στις μάχες κατά της Ισπανίας, κατά της γαλλικής επικυριαρχίας, υπέρ των κοινωνικών μεταρρυθμίσεων . Έγινε μάρτυρας του ημιφεουδαρχικού, καπιταλιστικού συστήματος του Μεξικού, που ευνοούσε τους ιδιοκτήτες τεράστιων εκτάσεων γης. Την εποχή εκείνη, τη χώρα κυβερνούσε ο στρατηγός Πορφίριο Ντίας, η δικτατορία του οποίου σήμανε μια εποχή εγκατάλειψης των μεταρρυθμίσεων. Το κοινωνικό σύστημα της εποχής εκείνης ήταν πρωτόγονα καπιταλιστικό ημι-φεουδαρχικό, οργανωμένο γύρω από τις μεγάλες ιδιοκτησίες γης (τις «χασιέδας», «haciendas», που αποτελούσαν το 85% της γης και ανήκαν στο μόλις 2% του πληθυσμού), οι οποίες έκαναν σχεδόν αδύνατη την επιβίωση των ανεξάρτητων κοινοτήτων των αυτοχθόνων ινδιάνων ή των μιγάδων, οι περισσότεροι των οποίων είχαν πέσει σε καθεστώς δουλείας («peonaje») στις «χασιέδας», λόγω χρεών.
Σε ηλικία 18 ετών φυλακίστηκε για μικρό διάστημα, όταν πήρε το μέρος των φτωχών χωρικών του Μορέλος, που αντιδρούσαν στην κατάποση των μικροϊδιοκτησιών τους από τις μεγάλες «χασιέδας».
Το φθινόπωρο του 1909 σε ηλικία 30 ετών ο Ζαπάτα εκλέχτηκε από τους συγχωριανούς του επικεφαλής της επιτροπής άμυνας για την περιφρούρηση των περιουσιών των μικρογαιοκτημόνων, οι οποίες είχαν καταπατηθεί.  Εκμεταλλεύθηκε τις αρμοδιότητές του για ν” αρχίσει να συγκροτεί έναν μικρό δικό του στρατό, ο οποίος την άνοιξη του 1911 ξεπέρασε τους 1.000 ένοπλους: “στις 29 Μαρτίου 1911 ο Εμιλιάνο Ζαπάτα και οι άντρες του εισέβαλαν στον περίβολο της Τσιναμένα, πήραν στην κατοχή τους 40 τουφέκια Σάβατζ και όλα τα πυρομαχικά και τα άλογα… Μέσα σε λίγες βδομάδες, ο στρατός του Ζαπάτα διέθετε περισσότερους από 1.000 άνδρες” περιγράφει ο Αντόλφο Τζίλι.  Τον Νοέμβριο του 1910, ξέσπασε μεγάλη αγροτική εξέγερση στην χώρα, υπό τον Φρανσίσκο Μαδέρο, πολιτικού αντιπάλου του Πορφύριου Δίαζ. Ο Ζαπάτα προσχώρησε στην Επανάσταση που είχε σύνθημα «γη κι ελευθερία» μαζί με τους Πάντσο Βίλα και Πασκουάλ Ορότσκο.
zapata9
Τελικά όμως ο Μαδέρο, ενώ κατάφερε η επανάσταση να επιβληθεί, παρέκλινε από τις θέσεις της Επανάστασης αρνούμενος να διατάξει αναδιανομή της γης. Τότε, ο Εμιλιάνο Ζαπάτα προχώρησε με την βοήθεια του αναρχικού, δασκάλου Οτίλιο Μοντάνιο Σάντσεζ, σε κατάρτιση δικού του επαναστατικού αγροτικού προγράμματος (με την ονομασία «πρόγραμμα Αγιάλα»), το οποίο προέβλεπε δήμευση και μοίρασμα στους ακτήμονες του ενός τρίτου των γαιών των φεουδαρχών hacendados, δήμευση όλης της γης των ξένων και των αντιστεκόμενων στην επανάσταση (όσοι hacendados αρνούνταν να παραδώσουν προς αναδιανομή το ένα τρίτο των γαιών τους, θα την έχαναν όλη!), επιστροφή στους μικροϊδιοκτήτες όλων των κατασχεμένων λόγω χρεών περιουσιών τους και παροχή συντάξεων στις χήρες και τα ορφανά όλων των πεσόντων στην επανάσταση.
Σύμφωνα με το Σχέδιο Αγιάλα, όλες οι κατασχεθείσες εκτάσεις θα αποτελούσαν κοινοκτημοσύνη των ινδιάνικων κοινοτήτων. Οι Ζαπατίστας ήταν αντάρτες και όχι κανονικός στρατός. Τη μια στιγμή βρίσκονταν στα χωράφια τους σπέρνοντας και την επομένη έπαιρναν το όπλο τους -συνήθως ένα από τα όπλα που εγκατέλειψε ο στρατός του Ντίας- και ακολουθούσαν τον φυσικό τους ηγέτη. Ακόμη και τις μέρες που πολεμούσαν δεν έχαναν μεροκάματα: ο Ζαπάτα φρόντιζε να πληρώνονται, «αναδιανέμοντας» έτσι και τον πλούτο που είχαν αφήσει πίσω τους οι τσιφλικάδες, εγκαταλείποντας τα σπίτια τους. Ακόμη κι όταν η πρωτεύουσα έπεσε στα χέρια του, συνέχισε να ελέγχει ο ίδιος τον τρόπο διανομής της γης ώστε να μοιράζεται δίκαια και να μην γίνονται χατίρια, αλλά και να μην μπορούν οι τσιφλικάδες να δωροδοκούν, να απειλούν και να διαφθείρουν το στρατό του. Η ζωή του γεροδεμένου, μυστακοφόρου, άγριου, παθιασμένου με την επανάσταση άνδρα, ήταν πολύ πιο λιτή κι από τους φτωχότερους των στρατιωτών του. Κι αυτό αύξανε το θαυμασμό, την αγάπη και την πίστη των Ζαπατίστας στο πρόσωπό του.
zapata7
Σύντομα αρκετοί ριζοσπάστες διανοούμενοι τάχθηκαν στο πλευρό του Ζαπάτα. Είχαν ενθουσιαστεί ακριβώς από τη γλώσσα του Σχεδίου, είχαν δει στο πρόσωπο του Εμιλιάνο τον ήρωα γέννημα-θρέμμα της γης του Μεξικού , που μπορούσε να ταυτιστεί πλήρως με το λαό, να τον ξεσηκώσει, να τον εμπνεύσει Άνθρωποι με σπουδές και περγαμηνές, όπως ο πατέρας του νομπελίστα μεξικάνου ποιητή Οκτάβιο Πας, επίσης Οκτάβιο Πας, όπως ο αναρχικός και φίλος του πρίγκιπα Κροπότκιν Αντόνιο Ντίας Σότο ι Γάμα, όπως ο Οκτάβιο Χαν που είχε πολεμήσει στην Παρισινή Κομμούνα, όπως ο μαρξιστής Μιγκέλ Μεντόζα.
Στο πλευρό του συγκεντρώνονταν όλο και περισσότεροι αγρότες, ενώ οι απόψεις του υποστηρίχτηκαν και από πολλούς διανοούμενους, που συνέδεσαν τις θεωρίες του με αυτές του Καρλ Μαρξ. Μετά την καταστολή της εξέγερσης του Μαδέρο, το Φεβρουάριο του 1913, ο Ζαπάτα ένωσε τις δυνάμεις του με αυτές του Πάντσο Βίλα στο βορρά και συνέχισε τον αγώνα του, ακόμα κι όταν έπεσε η δικτατορία του Ντίας. Μαζί κατέλαβαν τρεις φορές την πόλη του Μεξικού, αλλά αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν.
Ο μεγάλος εκείνος επαναστάτης, ο «τίγρης του Νότου» («El Tigre del Sur»), όπως τον αποκαλούσε ο λαός, που δήλωνε ότι «είναι καλύτερα να πεθαίνει κανείς όρθιος, παρά να ζει γονατιστός» («es mejor morir a pie que vivir arrodillado»), προστάτης ήρωας για τους αυτόχθονες χωρικούς και«μηδενιστής» και «αρχιλήσταρχος» για τους γαιοκτήμονες και την κυβέρνηση που τον είχε επικηρύξει ελπίζοντας μάταια στην προδοσία από δυσαρεστημένους αντάρτες του, δολοφονήθηκε τελικά με καταιγισμό πυρών από τις κυβερνητικές δυνάμεις στις 10 Απριλίου 1919 στην χασιέδα de San Juan της  Τσιναμέκα (Chinameca) του Μορέλος, μετά από ενέδρα που του στήθηκε από τον στρατηγό Πάμπλο Γκονζάλες (Pablo Gonzalez, που είχε καταστρέψει παλαιότερα ολόκληρα χωριά και είχε κρεμάσει εκατοντάδες χωρικούς).
zapatistas
Για να παρασύρει τον Ζαπάτα στην ενέδρα, ο Γκονζάλες είχε προσποιηθεί πως ενδιαφερόταν να προσχωρήσει στους «Ζαπατίστας», για να γίνει μάλιστα περισσότερο πιστευτός, ο πρόεδρος Venustiano Carranza του είχε επιτρέψει επίθεση σε κυβερνητικό απόσπασμα, κατά την οποία είχαν χάσει την ζωή τους 57 στρατιώτες.  Για τους αυτόχθονες λαούς, υπήρξε σωτήρας και ήρωας της επανάστασης. Έγινε θρύλος, ενώ ζούσε ακόμη. Αναρίθμητες ιστορίες και τραγούδια γι” αυτόν λέγονται ακόμη και σήμερα, ενώ ο τάφος είναι ένα από τα πιο σεβάσμια μνημεία για τους ιθαγενείς του Νότιου Μεξικού. Ανδριάντες του έχουν ανεγερθεί στη πόλη του Μεξικού και στη πόλη Μορέλος, ενώ το όνομά του συμπεριλαμβάνεται στη στήλη των ηρώων της επανάστασης στην αίθουσα συνεδριάσεων της Βουλής του Μεξικού.
Λίγο μετά την εξόντωση του ηγέτη του, ο «Απελευθερωτικός Στρατός» διαλύθηκε, ενώ όμοιο τέλος με τον Ζαπάτα είχε και ο συναγωνιστής του Βίγια, που δολοφονήθηκε και αυτός το 1923. Για τον Ζαπάτα γράφτηκαν πολλές ιστορίες και τραγούδια, πολλά ακόμα και από την εποχή που ακόμα ζούσε, ενώ μέχρι και σήμερα ο τάφος του αποτελεί σημείο προσκυνήματος για τους ιθαγενείς του Νότιου Μεξικού, ο ίδιος λατρεύεται από αρκετούς ως ενσάρκωση του υπερασπιστή του λαού Θεού Βοτάν των αρχαίων Μάγιας (ως Votan Zapata) και στο όνομά του (ως «Ζαπατίστικος Στρατός για την Εθνική Απελευθέρωση», «Ejercito Zapatista de Liberacion Nacional» ή EZLN ή «Ζαπατίστας») έχει συγκροτηθεί από το 1994 το επαναστατικό κίνημα των αυτοχθόνων Ινδιάνων στην περιοχή Τσιάπας (Chiapas).
zapata5
zapata4
zapata2
zapata3
zapata6
zapata


Πέμπτη, 6 Αυγούστου 2015

Έφυγε ο λαϊκός ποιητής, ο αγωνιστής Κώστας Βίρβος

Έφυγε το βράδυ της Πέμπτης 6 Αυγούστου 2015, ο μεγάλος στιχουργός Κώστας Βίρβος, ένας γνήσιος λαϊκός ποιητής, ένας δοκιμασμένος αγωνιστής της Αριστεράς και αυθεντικός εκφραστής της ψυχής του λαού μας.
Γεννήθηκε στα Τρίκαλα στις 29 Μαρτίου 1926. Ο πατέρας του, πλούσιος τυρέμπορας, τον στέλνει στην Κοργιαλένειο Σχολή. Τελειώνοντας το γυμνάσιο το 1943 κατεβαίνει στην Αθήνα και φοιτά στην Πάντειο. Ο ίδιος σύμφωνα με διηγήσεις του έγραφε στιχάκια από νωρίς, αλλά ήθελε να γίνει σκηνοθέτης μιας και του άρεσε ιδιαίτερα το θέατρο.
Το 1943 περνάει στις γραμμές της Εθνικής Αντίστασης ως μέλος του ΕΑΜ. Το Μάρτη του ’44 συλλαμβάνεται και βασανίζεται, γιατί έγραφε συνθήματα στους τοίχους για την τότε κυβέρνηση του βουνού. Ο πατέρας του με 800 χρυσές λίρες τον απελευθερώνει και έπειτα φεύγει για το βουνό, όπου εκεί συναντά και τον Άρη Βελουχιώτη. Εργάστηκε ως δημόσιος υπάλληλος απ’ το 1954 έως το 1985. Είχε δυο κόρες.
Τα πρώτα του στιχάκια τα δίνει στον Απόστολο Καλδάρα, με τον οποίο γνωρίζονταν από μικροί. Το πρώτο στιχούργημα του λέγεται «Ο φαντάρος» {ανέκδοτο τραγούδι του 1947}, που αν και μελοποιήθηκε αρχικά από τον Β. Τσιτσάνη και αργότερα από τον Α. Καλδάρα δε γραμμοφωνήθηκε, λόγω εμφυλίου και παρά το εμφανές μήνυμα της συμφιλίωσης, («μα ο φαντάρος δεν παραπονιέται/ κι έχει ελπίδα μέσα στην καρδιά/ πως θα γυρίσει πάλι στους δικούς του/ τα χέρια όταν δώσουμε ξανά»).
Το πρώτο τραγούδι που κυκλοφόρησε ήταν το «Να το βρεις από άλλη» σε μουσική Καλδάρα και ερμηνευτές τους Σούλα Καλφοπούλου και Μάρκο Βαμβακάρη (1948). Έχει γράψει πάνω από 2000 τραγούδια, λαϊκά, έντεχνα, μέχρι και παραδοσιακού ύφους με κοινωνικό και πολιτικό, άμεσο ή έμμεσο, περιεχόμενο. Άλλα σημαντικά του τραγούδια είναι: «Της γερακίνας γιος», «Το καράβι», «Μια παλιά ιστορία», «ο κυρ Θάνος πέθανε» και άλλα. Το πέρασμά του και στους ολοκληρωμένους κύκλους τραγουδιών έγινε με το άσμα «Καταχνιά» του Χρήστου Λεοντή, με το «Α-Ω», σε μουσική Μπιθικώτση, το «Θάλασσα, πικροθάλασσα», σε μουσική Μίμη Πλέσσα και πλήθος άλλων. Επίσης είναι ο συνθέτης του ύμνου της ποδοσφαιρικής ομάδας του Α.Ο. Τρίκαλα. Ένα σημαντικό έργο του είναι ο Θεσσαλικός Κύκλος σε μουσική τού Γιάννη Μαρκόπουλου.
Έχει εκδώσει τα εξής βιβλία:
«Μια ζωή τραγούδια – αυτοβιογραφία» (1985, εκδόσεις Ντέφι),
«Λαϊκή στιχουργική ανθολογία» (1989, εκδόσεις Αναστασακη),
«Πράσινα βουνά και χρυσαφένιοι κάμποι. Παραδοσιακά, λαογραφικά, σατιρικά τραγούδια – γεγονότα» (1998)
Πολλοί στίχοι από τραγούδια του βασίζονται στις εμπειρίες του Βίρβου από την Κατοχή, όταν τον συνέλαβαν το 1944 και μπήκε στην απομόνωση.
Ο ίδιος αφηγείται:
Το ίδιο βράδυ με έριξαν στο απομονωτήριο. Εκεί ήταν κι ένας άλλος. Πονούσα σε όλο μου το κορμί. Ήμουν δεμένος στο κεφάλι σαν χότζας. Έχω ένα σημάδι 57 χρόνια εδώ στο κεφάλι από βούρδουλα που κατέληγε σε σφαιρίδιο. Μέσα εκεί υπήρχε ένα κούτσουρο. Του είπα «Σε παρακαλώ να ξαπλώσεις στο κούτσουρο κι εγώ πάνω στο σώμα σου». Έτσι έγινε. Σηκωνόμασταν την νύχτα να ξεμουδιάσουμε. Δεν κράτησε πολύ. Δυο μερόνυχτα. Αυτό είναι το αναπαυτικότερο κρεβάτι που κοιμήθηκα ποτέ. Απ’ αυτό εμπνεύστηκα το «ούτε στρώμα να πλαγιάσω, ούτε φως για να διαβάσω» που γράφω στη «Γερακίνα». Στη φυλακή άρχισα να γράφω την «Καταχνιά» σαν ποίηση.
Παρακολουθείστε εδώ μια εξαιρετική συνέντευξη του Κώστα Βίρβου στον Άρη Σκιαδόπουλο στην εκπομπή «Νυχτερινός Επισκέπτης». 
Ανακοίνωση εξέδωσε και το Kομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας για τον θάνατο του μεγάλου στιχουργού Κώστα Βίρβου:

«Η πέννα του ευαίσθητου ποιητή του λαϊκού μας τραγουδιού Κώστα Βίρβου απέμεινε βουβή. Ο σεμνός δημιουργός, που με το σπάνιο και ανεξάντλητο ταλέντο του έκανε τραγούδι τον πόνο και τις αγωνίες του λαού μας, έκλεισε το βιβλίο της ζωής του και έφυγε αφήνοντάς μας πάνω από 2000 τραγούδια να μας συντροφεύουν...

»Γεννημένος στα Τρίκαλα από πλούσια οικογένεια, κατεβαίνει στην Αθήνα για σπουδές το 1943. Την ίδια χρονιά ο Κ. Βίρβος οργανώνεται στην ΕΑΜική Εθνική Αντίσταση. Το Μάρτιο του '44 συλλαμβάνεται να γράφει συνθήματα στους τοίχους και μεταφέρεται στην Ειδική Ασφάλεια, όπου βασανίστηκε. Στις 12 Ιουνίου 1944 κατάφερε ν' αποφυλακιστεί και ύστερα από πολλές περιπέτειες έφτασε στον Κόζιακα και εντάχθηκε στον ΕΛΑΣ. Αυτά τα βιώματα, καθώς και τα κατοπινά του εμφυλίου και των μετέπειτα αγώνων του λαού, ήταν η πηγή έμπνευσής του. Οι στίχοι του κατάφεραν να εκφράσουν τους πόθους και τα πάθη του ελληνικού λαού, συνδέθηκαν με μουσικές μεγάλων λαϊκών και έντεχνων συνθετών, όπως των Τσιτσάνη, Θεοδωράκη, Λεοντή, Δερβενιώτη, Μαρκόπουλου και πολλών άλλων και θα μας συντροφεύουν. Αποτελούν μεγάλη λαϊκή κληρονομιά, στους μεγάλους αγώνες του μέλλοντος.

»Για την προσφορά του στο τραγούδι και τους αγώνες του λαού η ΚΝΕ τον Σεπτέμβρη του 2000, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή, αφιέρωσε μια βραδιά στης "Γερακίνας τον γιο" και τον τίμησε με αναμνηστική πλακέτα.

»Ο μεγάλος λαϊκός ποιητής Κώστας Βίρβος δεν είναι πια ανάμεσά μας, πέρασε στο πάνθεον των μεγάλων αθανάτων της τέχνης.

»Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας εκφράζει τη βαθειά του θλίψη και τα θερμά του συλλυπητήρια στους οικείους του».