Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

Λένιν και Λούξεμπουργκ για τη δημοκρατία






"...Τον Γενάρη συμπληρώθηκαν 95 χρόνια απ' την άγρια δολοφονία της Λουξεμπουργκ και του Λίμπκνεχτ και 90 χρόνια απ' το θάνατο του Λένιν.


Σε αφιερώματα στον Τύπο και το διαδίκτυο, για τη Λούξε­μπουργκ ιδίως, επιχειρείται απ' τον ρεφορμιστικό χώρο η κάθετη αντιπαράθεση της με τον Λένιν. 

Στόχος η ιδεολογική (με την αντι-επιστημονική έννοια) ανάγνωση της ιστο­ρίας και η χρήση της για τη νομιμοποίηση,μέσω μιας μαρξίστριας του κύρους της Λούξεμπουργκ, της μεταρρύθμισης ένα­ντι της επανάστασης με αξία χρήσης για τη συγκυρία..."





Τον Γενάρη συμπληρώθηκαν 95 χρόνια απ' την άγρια δολοφονία της Λουξεμπουργκ και του Λίμπκνεχτ και 90 χρόνια απ' το θάνατο του Λένιν.
Η αναφορά στα τρία «Λ» της επανάστασης δεν γίνεται για λόγους επετειακών τιμών, τις οποίες δεν έχουν εξάλλου ανάγκη. Γίνεται πρωτίστως για να κεντριστεί ο στοχασμός μας αλλά και να γαλβανιστεί η ψυχή μας στους χαλεπούς καιρούς της νεοφιλελεύθερης βαρβαρότητας απ' την κορυφαία θεωρητική τους συνεισφορά, την τόσο αρμονικά συνταιριασμένη με την άκαμπτη αγωνιστική συνέπεια και τη γενναιότητα τους.



Η ζωή και το έργο τους συνδέονται απ' τον κοινό θεωρητικό και πολιτικό προσανατολισμό. Αφιερώνουν τη ζωή τους με αυτοθυσία στην επαναστατική αποστολή. Επιστέγασμα τους είναι η βάρβαρη δολοφονία της Ρόζας και του Λίμπκνεχτ απ' τις συμμορίες του σοσιαλδημοκράτη Νόσκε, ο θάνατος του Λένιν στο κρίσιμο σταυροδρόμι της επανάστασης, φόρος στις κακουχίες και στις ασήκωτες ευθύνες στον απάτητο δρόμο για την οικοδόμηση της νέας κοινωνίας. Αντιτάσσονται στον Α ' Παγκόσμιο Πόλεμο κι αρνούνται να συναινέσουν στην αλληλοσφαγή των εργατών. Για τον αντιπολεμικό λόγο της στη Φραγκφούρτη, η Ρόζα καταδικάζεται σ' ένα χρόνο φυλάκιση. Το 1914 Λούξεμπουργκ, Λίμπκνεχτ, Μέριγκ, Τσέτκιν καταψηφίζουν τις πολεμικές δαπάνες. Ο Λένιν, απ τη μεριά του, δεν αποδοκιμάζει απλώς τον πόλεμο αλλά προωθεί τον ντεφετισμό, για να μετατρέψει τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο σε επαναστατικό εμφύλιο.

Διεξάγουν αμείλικτη πάλη κατά της αστικής τάξης αλλά και εναντίον των ρεφορμιστικών ρευμάτων της Αριστεράς. Η Ρόζα γράφει το περίφημο έργο της Μεταρρύθμιση και επανάσταση, για να καταπολεμήσει το αναθεωρητικό ρεύμα Μπερνστάιν στους κόλπους του SPD. Απ' τη μεριά του ο Λένιν είναι σε συνεχή αντιπαράθεση με τη ρωσική εξουσία, καταδικάζεται σε εξορία, είναι πρωταγωνιστής στη δράση και τη συγκρότηση της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας, συνεργάζεται και διαφωνεί με τους μενσεβίκους και άλλα ριζοσπαστικά ρεύματα. Η Λούξεμπουργκ το 1907 παραδίδει μαθήματα πολιτικής οικονομίας στην κομματική σχολή. Στη βάση των παραδόσεων της εκδίδει το 1913 το έργο της Η συσσώρευση του κεφαλαίου.

Ο Λένιν, αντίστοιχα, έπειτα από πολύχρονη ερευνητική εργασία σε συνθήκες φυλακής και εξορίας συγγράφει το έργο του Η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία. Το έργο τυπώθηκε το 1899 σε νόμιμη έκδοση. Στη βάση της επιστημονικής ανάλυσης της οικονομίας απ' τον Λένιν στηρίχτηκε η τακτική των μπολσεβίκων στην επανάσταση του 1905-1907. Λούξεμπουργκ και Λένιν διασταυρώνουν τα ξίφη τους στο θέμα της κομματικής οικοδόμησης. Η Λούξεμπουργκ, επαινώντας τη συνεισφορά του Λένιν στο Ένα βήμα μπρος, δύο βήματα πίσω, επισημαίνει υπερσυγκεντρωτικές τάσεις στο ρωσικό κίνημα. Ιστορική έχει μείνει η διαφορά Λένιν και Λούξεμπουργκ για το θέμα της κατάργησης ή όχι της συντακτικής συνέλευσης. Η διαφορά αυτή διογκώνεται απ' τον παλαιό και σύγχρονο ρεφορμισμό στην προσπάθεια του να αμαυρώσει τη σοσιαλιστική δημοκρατία και να προβάλει την ανωτερότητα της αστικής δημοκρατίας.

Σε αφιερώματα στον Τύπο και το διαδίκτυο, για τη Λούξε­μπουργκ ιδίως, επιχειρείται απ' τον ρεφορμιστικό χώρο η κάθετη αντιπαράθεση της με τον Λένιν. Στόχος η ιδεολογική (με την αντι-επιστημονική έννοια) ανάγνωση της ιστο­ρίας και η χρήση της για τη νομιμοποίηση,μέσω μιας μαρξίστριας του κύρους της Λούξεμπουργκ, της μεταρρύθμισης ένα­ντι της επανάστασης με αξία χρήσης για τη συγκυρία.

Οι ανα­λύσεις τους δεν είναι πρωτότυπες. Θεωρη­τική μήτρα τους είναι οι οι αναλύσεις του Πουλατζά, αν και είναι σα­φώς πιο προωθημένες απ' τον αγοραίο ρεφορμισμό των επιγόνων.

Συγκεκριμένα, επι­καλείται την κριτική της Λούξεμπουργκ στον Λένιν για την κατάλυση της αντιπροσωπευ­τικής δημοκρατίας, αποπέμποντας τη συντα­κτική συνέλευση που είχε εκλεγεί λίγο μετά τη νίκη της επανάστασης και στην οποία οι μπολσεβίκοι ήταν μειοψηφία. Στη δυσπιστία του Λένιν για την αντιπροσωπευτική δημο­κρατία είναι εγγεγραμμένη κατά τον Πουλα­τζά η γενικότερη δυσπιστία του για πς πολιτι­κές ελευθερίες, για τον πολυκομματισμό, αλ­λά και η γραφειοκρατικοποίηση, η υποβάθ­μιση τελικά και των ίδιων των σοβιέτ, η περι­θωριοποίηση και των εργατικών συμβουλί­ων και των άλλων εργατικών θεσμών, η εργαλειακή αντίληψη για το κράτος, η εξωτερικότητα των λαϊκών μαζών και των αγώνων τους ως προς αυτό. Η απολυτοποίηση της αντιπροσωπευτικής αστικής δημοκρατίας ως κριτηρίου ορθότητας των θεωριών περί κράτους προδίδει τις αστικές πολιτικές προ­καταλήψεις του Πουλατζά και πολύ περισσό­τερο βέβαια των σύγχρονων θαυμαστών του.

Προβάλλεται η γνωστή αντίληψη που το­ποθετεί στον Λένιν και στην επαναστατική αντίληψη τον γραφειοκρατικό εκφυλισμό του επαναστατικού καθεστώτος.

Αν και ο Πουλατζάς δεν ταυτίζει τη σκέψη και τη δράση του Λένιν με το γραφειοκρατικό μόρφωμα, απ' την άλλη δεν το ανάγει σε απλή παρέκκλι­ση απ' τις λενινιστικές αντιλήψεις ούτε στις ιστορικές ιδιομορφίες της τσαρικής Ρωσίας που είχε ν' αντιμετωπίσει ο Λένιν, αλλά το­ποθετεί τη φύτρα του στον Λένιν, όχι όμως και στον Μαρξ, υιοθετώντας και τη γνωστή αντίληψη του αναθεωρητισμού για τη δια­φοροποίηση Λένιν και Μαρξ.

Ποια είναι η αλήθεια; Η Ρόζα δεν κατη­γορεί τον Λένιν γιατί στηρίχθηκε στη δημο­κρατία των συμβουλίων καταργώντας τους αστικούς αντιπροσωπευτικούς θεσμούς, των οποίων τη διατήρηση και τον «ριζο­σπαστικό μετασχηματισμό» θεωρεί ανα­γκαία η αναθεωρητική αντίληψη. Η Ρόζα εκφράζει το φόβο μήπως με την κατάργη­ση της συντακτικής συνέλευσης τα σοβιέτ απολυτοποιηθούν ως μοναδική αντιοροσώπευση των μαζών χωρίς να υπάρξει γενική αντιπροσώπευση του πληθυσμού. Γράφει η Λούξεμπουργκ στη «Ρωσική επανάσταση»: «Ο Λένιν και ο Τρότσκι, αρνούμενοι τα αντιπροσωπευτικά σώματα που βγήκαν από τις γενικές λαϊκές εκλογές, εγκατέστησαν τα σοβιέτ ως τη μοναδική γνήσια αντιπρο­σώπευση των εργα­ζόμενων μαζών. Αλ­λά με την κατάπνιξη της πολιτικής ζω­ής σ' όλη τη χώρα, η ζωή των ίδιων των σοβιέτ δεν θα μπορέ­σει να ξεφύγει από εκτεταμένη παράλυση. Δίχως γενικές εκλογές, απεριόριστη ελευ­θερία Τύπου και συγκεντρώσεων, χωρίς ελεύθερη διαπάλη των διάφορων απόψε­ων, η ζωή σβήνει σε κάθε πολιτικό θεσμό και θριαμβεύει μόνη η γραφειοκρατία».

Η Λούξεμπουργκ δεν ταυτίζει τη γενι­κή αντιπροσώπευση με κάποιο τύπο αστι­κής βουλής αλλά μ' ένα είδος αντιπροσω­πευτικού οργάνου από γενικές εκλογές, που θα συνυπάρχει αρμονικά με τα επαναστατικά σοβιέτ, χωρίς όμως να καθορίζει επακρι­βώς τη σχέση τους.

Γενική όμως αντιπροσώπευση υπήρχε στο σύστημα των σοβιέτ με την καθιέρωση του πανρωσικού συνεδρίου των σοβιέτ.

Το πρώτο συνέδριο συνήλθε προεπαναστατικά (3 Ιουνίου 1917) δημιουργώντας το γενικό αντιπροσωπευτικό όργανο του συστήματος των σοβιέτ και αντικαθιστώντας σ' αυτό το ρόλο τα σοβιέτ Πετρούπολης και Μόσχας, που άτυπα αποτελούσαν το κεντρικό όργα­νο, ένα είδος κυβέρνησης των σοβιέτ, όπως έλεγε ο Λένιν.
Το δεύτερο συνέδριο των σο­βιέτ συνέρχεται μετεπαναστατικά (25 Οκτω­βρίου) με πλειοψηφία τους μπολσεβίκους. Όσο η επανάσταση εξαπλώνεται, το σύστη­μα των σοβιέτ εξαπλώνεται επίσης αγκαλιά­ζοντας τη χώρα, ενώ συνέδρια συγκαλού­νται περισσότερα από ένα το χρόνο (στις 23 Ιανουαρίου 1918 συγκαλείται το τρίτο συνέ­δριο των σοβιέτ).

Αν θα έπρεπε να καταργηθεί η συντακτική συνέλευση είναι ιστορικό θέμα, που για να αξιολογηθεί θα πρέπει να υπολογιστούν και να εκτιμηθούν οι όροι της συ­γκυρίας. Τα επιχειρήματα των μπολσε­βίκων φαίνονται βάσιμα: Οι εκλογές για τη συντακτική συνέλευση πραγματοποι­ήθηκαν με νόμο που έφερνε σε μειονε­κτική θέση τους υποστηρικτές της σο­βιετικής εξουσίας, με προεπαναστατι­κούς εκλογικούς καταλόγους, η σοβιε­τική εξουσία δεν είχε επικρατήσει ή δεν είχε εδραιωθεί σ' ολόκληρη την αχανή χώρα κ.ο.κ. Εξάλλου η συντακτική συ­νέλευση αρνήθηκε να συνεργαστεί και να υιοθετήσει τις αποφάσεις των σοβι­έτ. Αποδείχτηκε ιστορικά αναντίστοιχη με τη νικηφόρα επανάσταση, γι' αυτό και το συνέδριο των σοβιέτ, ως κυρίαρ­χο και αντιπροσωπευτικό όργανο τους, ζήτησε την έκπτωση της. Και εν πάση περι­πτώσει είναι άλλο πράγμα η σκοπιμότητα ή όχι της κατάργησης της συντακτικής συνέλευσης και άλλο η ύπαρξη γενικής αντιπρο­σώπευσης, που υπήρχε πάντως με τη μορ­φή των συνεδρίων των σοβιέτ.

Η έκπτωση της συντακτικής συνέλευ­σης καθόλου δεν κατέπνιξε την πολιτική ζωή στα σοβιέτ, όπως φοβόταν η Λουξε­μπουργκ, τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια. Το συνέδριο των σοβιέτ συνδυάζει την κα­τοχή, σε αντιδιαστολή με το αστικό κρατι­κό σύστημα, της νομοθετικής και της εκτε­λεστικής εξουσίας, ορίζει την κυβέρνηση, που ονομάστηκε σοβιέτ των επιτρόπων του λαού (Σοβναρκόμ), εντεταλμένη να εφαρ­μόζει τις αποφάσεις του ανώτατου σοβι­έτ. Με αποφάσεις των πρώτων συνεδρίων των σοβιέτ, τα σοβιέτ όλων των μορφών αναγνωρίζονται σαν πηγή και κάτοχοι της νέας εξουσίας. Είναι απολύτως κυρίαρχα όσον αφορά τα προβλήματα τοπικού χα­ρακτήρα, έχουν όμως και γενικά καθήκο­ντα, όπως η διάλυση των αντεπαναστατικών οργανώσεων, η δήμευση των περιου­σιών, η συμβολή στο σχεδιασμό της οικο­νομικής πολιτικής κ.ο.κ.

Δεν επαληθεύτηκαν επίσης (πάντα όσον αφορά τα πρώτα χρόνια) οι φόβοι της Ρόζας ότι η έκπτωση της συντακτικής συνέλευσης και η κατάργηση των γενικών εκλογών αστικο-κοινοβουλευτικού τύπου οδηγούν στο μονοκομματισμό, στην κατάπνιξη της πολιτικής ζωής στα ίδια τα σοβιέτ και σε κάθε πολιτικό θεσμό, στην κατάργηση της ελευθερίας του Τύπου, των συγκεντρώσεων, της ελεύθερης διαπάλης ιδεών.
Γενική εκπροσώπηση υπάρχει με την εκλογή απ' το σύνολο των σοβιέτ αντιπρο­σώπων που συγκροτούν το συνέδριο των σο­βιέτ (ανώτατο σοβιέτ). Το όργανο αυτό είναι κυρίαρχο, συνδυάζει νομοθετικές και εκτε­λεστικές εξουσίες, είναι κατά πολύ υπέρτερο απ' τα υποβαθμισμένα και υποκείμενα στην εκτελεστική εξουσία αστικά κοινοβούλια. Και το κυριότερο, δεν αποξενώνεται απ' την κοι­νωνία όπως τα αστικά κοινοβούλια, που επι­κοινωνούν μέσω των κομμάτων με τους πο­λίτες στις εθνικές εκλογές, αλλά και στρεβλώ­νουν τη λαϊκή ετυμηγορία.

Παράλληλα, με ης ενισχυμένες αρμοδιότητες των σοβιέτ και των άλλων θεσμών εξασφαλίζεται μια μορφή άμεσης δημοκρατίας. Αυτή θα ενισχύεται με την ανάληψη όλο και περισσότερων εξουσι­ών όσο θα αναβαθμίζεται και θα οδεύει προς την απονέκρωση της η εργατική δημοκρατία.
Στο σύνολο της άρθρωσης της συμβουλιακής (σοβιετικής) δημοκρατίας, απ' το ερ­γοστασιακό σοβιέτ ως την ανώτατη συνέλευ­ση των σοβιέτ, ισχύουν οι βασικές αρχές του προλεταριακού κράτους που πρωτοεφαρμόστηκαν στην Παρισινή Κομμούνα, σαν δι­κλείδα ασφαλείας κατά της γραφειοκρατί­ας: η εκλογιμότητα όλων των εκλεγμένων, ο διαρκής έλεγχος τους, η ανακλητότητα, η εναλλακτικότητα.

Απ' την άλλη, μετά την επανάστα­ση οι μπολσεβίκοι απέκτησαν μεν την πλειοψηφία στο συνέδριο των σοβι­έτ, όμως και τα άλλα κόμματα δρού­σαν ελεύθερα. Μάλιστα, οι αριστεροί εσέροι συμμετείχαν στη σοβιετική κυ­βέρνηση μέχρι τη συνθήκη Μπρεστ-Λιτόφσκ. Δεν υπήρξε νόμος κατάρ­γησης του πολυκομματισμού. Η κα­τάργηση των κομμάτων είναι απόρ­ροια της εχθρικής στάσης τους απέ­ναντι στη σοβιετική εξουσία στη δι­άρκεια του εμφυλίου.

Η δημοκρατία των συμβουλίων εξασφαλίζει τη δυνατότητα άσκησης των δημοκρατικών ελευθεριών απ' τους εργαζόμενους στο πλαίσιο βέ­βαια της σοσιαλιστικής νομιμότη­τας. Οι εργαζόμενοι δεν έχουν μό­νο το δικαίωμα ελευθερίας της έκφρασης, δραστηριότητας, εκδηλώσεων και συγκε­ντρώσεων αλλά τους εξασφαλίζεται και η δυνατότητα άσκησης αυτών των ελευθε­ριών με πρόσβαση στα μαζικά μέσα ενη­μέρωσης, στο υλικό προπαγάνδας, στην εξασφάλιση αιθουσών και ανοιχτών χώ­ρων συγκέντρωσης κ.ά. Μέχρι τον εμφύ­λιο, αλλά σ' ένα βαθμό και στη διάρκεια του, κυκλοφορούσαν ελεύθερα εφημερί­δες όλων των πολιτικών αποχρώσεων. Εί­ναι χαρακτηριστικό ότι οι μπολσεβίκοι, ενώ είχαν απαγορεύσει την έκδοση της εφημερίδας των μενσεβίκων, μετά τον Ιού­νη του 1918 και το 1919 επέτρεψαν την έκδοση της. Ακόμη και για το πολυσυζη­τημένο θέμα αν παραχωρούνται δημοκρα­τικά δικαιώματα στους αστούς, ο Λένιν τό­νιζε ότι δεν είναι θέμα αρχής αλλά θέμα συσχετισμού δυνάμεων.

Η στρατηγική ανατροπής του καπιταλισμού

ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΙΚΟΥ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΥ, ΟΧΙ ΑΛΛΑΓΗ ΤΟΥ ΜΕΣΩ ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΩΝ


Την κριτική της Ρόζας Λούξε­μπουργκ για την έκπτωση της συντακτικής συνέλευσης την ταυτίζει ο δεξιός και αριστερός ρεφορμισμός, στα χνάρια του Πουλατζά, με την αστικοκοινοβουλευτική αντιπροσώπευση, ενώ η Ρόζα την αντιλαμ­βανόταν ως στοιχείο της συμβουλιακής δια­δικασίας. Τη λενινιστική εχθρότητα υποτίθε­ται προς την αντιπροσωπευτική δημοκρατία αξιοποιούν και σήμερα αυτά τα ρεύματα, για να αναιρέσουν την επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού και να αναδείξουν τον ρε­φορμιστικό δρόμο. Με βάση αυτή την αντί­ληψη, κατασκευάζουν μιαν αυθαίρετη συλ­λογική σύνθεση. Η απόρριψη της αστικής αντιπροσώπευσης ταυτίζεται με την αντίλη­ψη του κράτους-εργαλείου, το οποίο χειρί­ζεται κατά βούληση η αστική τάξη και είναι αδιαπέραστο (ακόμη κι οι αντιπροσωπευτικοί θεσμοί του) απ' τους αγώνες των λαϊκών μα­ζών. Μ' αυτή την κατασκευή παρωδείται συ­νολικά η επαναστατική στρατηγική. Το κρά­τος αλληγορικά παρουσιάζεται σαν φρούριο.

Οι λαϊκές μάζες με πόλεμο κινήσεων προ­σπαθούν να περικυκλώσουν το φρούριο δη­μιουργώντας παράλληλα (δυαδική) εξουσία. Σαν φρούριο που είναι, η κρατική εξουσία δεν μπορεί παρά να αλωθεί εξ εφόδου, για να σαρωθεί μετά την άλωση μεμιάς ο κρα­τικός μηχανισμός και να υποκατασταθεί απ' την παράλληλη εξουσία (τα σοβιέτ). Με τέ­τοια κατασκευάσματα ο ρεφορμισμός, δεξιός και αριστερός, ανασκευάζει την επιστημονι­κή επαναστατική θεωρία ανατροπής του κα­πιταλισμού. Ταυτίζει την επαναστατική δια­δικασία με μια στιγμή της (εξέγερση, γενική απεργία, «κατάληψη των Χειμερινών Ανα­κτόρων»). Ο δεξιός ρεφορμισμός απορρίπτει λόγω αστικής νομιμοφροσύνης τη δυαδική εξουσία. Ο αριστερός ρεφορμισμός (νεορεφορμισμός) την υιοθετεί φραστικά αλλά ως διαρκή διαδικασία και όχι ως αντιεξουσία, που απ' τη φύση της εμφανίζεται μόνο στη φάση όξυνσης των αντιθέσεων και της ταξι­κής πάλης και δεν μπορεί να είναι διαρκής. Στην εξελικτική θεωρία φυσικά δεν υπάρ­χει χώρος και για τη θεμελιώδη έννοια της επαναστατικής κατάστασης. Ο Πουλατζάς κάνει μια απόπειρα περιγραφής της, μιλώ­ντας για κρίση του κράτους. Σπεύδει όμως να διευκρινίσει ότι αυτή η κρίση δεν ανάγε­ται στην κατάρρευση και κατάκτηση του κρά­τους απ' την παράλληλη αντιεξουσία του κοι­νωνικοπολιτικού επαναστατικού μετώπου. Σε πλήρη αντίθεση ο ρεφορμισμός επικεντρώ­νει το θέμα της εξουσίας στη «δομή» αστικό κράτος, που αποτελεί τη συμπύκνωση ενός συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ των τάξεων. Σύμφωνα με τη στρουκτουραλιστική αντί­ληψη, το ζητούμενο δεν είναι η καταστροφή της δομής-κράτος αλλά οι ποσοτικές μετατο­πίσεις στο εσωτερικό της. Δηλαδή, με πολιτική ορολογία, «η ανατροπή του συσχετισμού δυνάμεων υπέρ των λαϊκών μαζών πάνω στο στρατηγικό έδαφος του (σ.α: αστικού) κρά­τους». Αυτή η αντίληψη παρακάμπτει και την επαναστατική θεωρία της καταστροφής των κρατικών μηχανισμών, ιδιαίτερα των κατα­σταλτικών, αντικαθιστώντας την καταστρο­φή με τη θεωρία της αλλαγής του συσχετι­σμού στο εσωτερικό τους!

ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Εξουσία πλειοψηφίας των εργαζομένων


Η προσφιλέστερη κατηγορία κατά της εργα­τικής δημοκρατίας είναι ο υποτιθέμενος αντιδη-μοκρατισμός της, η καταστρατήγηση ελευθεριών και δικαιωμάτων, η επιβολή της δικτατορίας του προλεταριάτου. Ωστόσο η εργατική δημοκρατία είναι η μόνη πραγματική δημοκρατία με την κυ­ριολεκτική έννοια του όρου.

Είναι η εξουσία της συντριπτικής πλειοψηφίας των εργαζόμενων τάξεων και όχι μιας δράκας εκμεταλλευτών. Εί­ναι εξουσία με κοσμοϊστορική αποστολή, εφό­σον δεν καταργεί μόνο την καπιταλιστική αλλά γενικά την κάθε είδους κοινωνική εκμετάλλευ­ση. Συγκεράζει την άμεση δημοκρατία της αρχαί­ας Αθήνας με την αντιπροσωπευτική δημοκρατία των σύγχρονων πολυάνθρωπων κοινωνιών, χω­ρίς να αποξενώνεται απ' την κοινωνία, όπως η αστική εξουσία, αλλά συναρθρώνεται διαλεκτικά μ' αυτήν συγκροτώντας απ' τα κάτω προς τα πά­νω ένα πλέγμα δομημένο στις αρχές της Παρισι­νής Κομμούνας, με βάση τις οποίες ο Μαρξ ανα­φώνησε ότι ανακαλύφθηκε η μορφή του εργατι­κού κράτους. Οι αρχές αυτές είναι η εκλογιμότη­τα, ο έλεγχος, η ανακλητότητα, η εναλλαγή των εκλεγόμενων.

Η εργατική δημοκρατία δεν θεσπί­ζει απλώς δικαιώματα πρωτόγνωρα στην ιστορία, όπως η δυνατότητα ανάκλησης των εκλεγμένων, και στο πιο υψηλό επίπεδο, την ιδιοκτησία αλλά και τη διαχείριση των μέσων παραγωγής. Εξα­σφαλίζει και τους όρους για την άσκηση αυτών των δικαιωμάτων: Οικονομική άνεση, ελεύθερο χρόνο, τα απαιτούμενα υλικά μέσα (ΜΜΕ, χώ­ρους, σχολεία, νοσοκομεία, φυσικό περιβάλλον κ.ά.), εκπαίδευση όχι μόνον ειδική - επαγγελμα­τική αλλά και γενική ανθρωπιστική.

Η αγοραία κατασυκοφάντηση του πολιτικού εποικοδομήματος της σοσιαλιστικής κοινωνίας απ' τους αστούς ιδεολόγους και πολιτικούς τρο­φοδοτείται από αντικειμενικούς παράγοντες αλ­λά και απ' τις ταξικές ιδεοληψίες τους.

Οι πρώ­τοι αφορούν την παραμόρφωση και τον γραφει­οκρατικό εκφυλισμό του εργατικού κράτους στις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και τη με­τάλλαξη τους σε ιδιότυπα εκμεταλλευτικά κα­θεστώτα. Αυτή είναι η πραγματικότητα και δί­καια δέχεται τα βέλη της κριτικής. Η αστική κρι­τική όμως είναι κακόπιστη και στρεβλωτική, γιατί παραγνωρίζει τα ιστορικά επιτεύγματα της εργα­τικής δημοκρατίας που αποτελούν παρακαταθή­κη ιστορικής εμβέλειας (νικηφόρα λαϊκή επανά­σταση, κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, εξουσία των συμβουλίων ερ­γατών και αγροτών κ.ά.). Αλλά και μετά τον γρα­φειοκρατικό εκφυλισμό του εργατικού κράτους διατηρήθηκαν ορισμένες σημαντικές κατακτή­σεις σαν αποτέλεσμα της αρχικής δυναμικής της επανάστασης, όπως η εξάλειψη της φτώχειας και της ανεργίας, η δωρεάν παιδεία και περίθαλψη, η στέγαση, η ενέργεια, οι συγκοινωνίες, η κατάρ­γηση της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων πα­ραγωγής, ο κεντρικός, αν και γραφειοκρατικός, σχεδιασμός της οικονομίας.

Τη λυσσαλέα επίθεση όχι απλώς κατά του «υπαρκτού σοσιαλισμού» αλλά κατά των δυνα­τοτήτων της εργατικής δημοκρατίας υποθάλ­πει και η πανσπερμία των ενδοαριστερών αντι­λήψεων και η οξύτητα σε αρκετές περιπτώσεις των αντιπαραθέσεων τους για το εργατικό κρά­τος. Στο έδαφος τους όμως κερδοσκοπεί και η αστική ιδεολογία, για ν' απαξιώσει γενικά και να αμαυρώσει το εργατικό κράτος. Όπως συνέβη, για παράδειγμα, με την κριτική της Ρόζας Λού­ξεμπουργκ στους μπολσεβίκους για την έκπτω­ση της συντακτικής συνέλευσης, που από επι­τήδειους ιδεολόγους περίπου παρουσιάστηκε σαν υπεράσπιση της αστικής αντιπροσωπευτι­κής δημοκρατίας.
Εντούτοις οι αμύντορες της αστικής δημοκρα­τίας δεν δικαιούνται να κομπορρημονούν για τον «παράδεισο» της δημοκρατίας τους. Στην πραγ­ματικότητα, η δημοκρατία τους είναι επιτροπή διαχείρισης των καπιταλιστικών συμφερόντων!





Τρίτη, 28 Ιανουαρίου 2014

Χοσέ Μαρτί : O ποιητής της Κουβανικής ανεξαρτησίας


Ο εθνικός ήρωας της Κούβας, ο Απόστολος της Κουβανικής Ανεξαρτησίας όπως τον αποκαλούν οι Κουβανοί, αφιέρωσε τη ζωή του στην πάλη για την ανεξαρτησία και την ενότητα όλων των λαών της Λατινικής Αμερικής κατά του ισπανικού και του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού.

Στα 42 χρόνια της ζωής του, ο Μαρτί περπάτησε στο δρόμο της ανθρωπιάς, της δικαιοσύνης, της τιμής, της αξιοπρέπειας, της φιλίας και της αλληλεγγύης. Οι αρχές της ιδεολογίας του συνοδεύουν την κουβανική επανάσταση σε όλη τη διαδρομή της, από το ξεκίνημά της μέχρι και σήμερα. Ο Φιντέλ, ο Τσε, ο Καμίλο, ο Ραούλ αναφέρονται στον Μαρτί ως πηγή έμπνευσης και φάρο φωτεινό της πορείας που οδήγησε την Κούβα στο δρόμο της πλήρους και οριστικής ανεξαρτησίας της.

Με την ομορφιά της σκέψης του και την αποφασιστικότητα της δράσης του ο Χοσέ Μαρτί ξεπέρασε την εποχή του και πρόσθεσε στην ιστορία της ανθρωπότητας το δικό του ανεξίτηλο σημάδι, σ’ αυτά που οι μελλοντικές γενιές πάντα θα αναζητούν ως πηγή έμπνευσης για να μπορέσουν να πετύχουν τους μεγάλους τους στόχους.

************************

Ο Χοσέ Χουλιάν Μαρτί-ι-Πέρες (Χοσέ Μαρτί), ποιητής και κορυφαίος μαχητής της Κουβανικής ανεξαρτησίας, είναι από τις πλέον εμβληματικές φυσιογνωμίες της ιστορίας της Κούβας. Αποτέλεσε σημείο αναφοράς και έμπνευσης γιά τους ηγέτες της Επανάστασης στο νησί και ιδιαίτερα γιά τον Τσε Γκεβάρα και τον Φιντέλ Κάστρο. Γεννημένος σαν σήμερα το 1853 στην Αβάνα από ισπανούς γονείς, άρχιζε να δημοσιεύει ποίηματα του σε τοπικές εφημερίδες σε ηλικία μόλις 16 ετών. Το 1869, η υποστήριξη που παρείχε μέσω των γραπτών του στους ξεσηκωμένους κουβανούς ενάντια στο αποικιοκρατικό καθεστώς, τον έβαλε σε σοβαρά προβλήματα.

Συνελήφθη και καταδικάστηκε σε έξι χρόνια καταναγκαστική εργασία γιά προδοσία και υποκίνηση ανταρσίας. Με παρέμβαση των γονιών του η ποινή του μειώθηκε, ο ίδιος όμως εξορίστηκε στην Ισπανία. Ευρισκόμενος στην Ευρώπη ο Μαρτί σπούδασε Νομικά συνεχίζοντας ταυτόχρονα να γράφει γιά την κατάσταση που επικρατούσε στην Κούβα. Κατά την ίδια περίοδο χρειάστηκε να χειρουργηθεί δύο φορές προκειμένου να διορθωθεί η βλάβη που είχαν υποστεί τα πόδια του από τις χειροπέδες των φυλακών.

Το 1875 πηγαίνει στο Μεξικό όπου ξαναβρίσκεται με την οικογένεια του. Μέσα σε δύο χρόνια δημοσίευσε μεγάλο αριθμό ποιημάτων, όπως επίσης μεταφράσεις αλλά και ένα δικό του θεατρικό έργο το οποίο παίχτηκε σε θέατρο του Μεξικού. Επέστρεψε στην Κούβα το 1877 έχοντας αλλάξει το όνομα του αλλά έμεινε λιγότερο από ένα μήνα πριν φύγει γιά τη Γουατεμάλα, μέσω Μεξικού.

Εκεί βρήκε δουλειά ως καθηγητής Φιλολογίας και παντρεύτηκε την Κάρμεν Ζάγιας Μπαζάν. Στη θέση του καθηγητή έμεινε ένα χρόνο καθώς παραιτήθηκε διαμαρτυρόμενος γιά την άδικη απόλυση ενός συναδέλφου και συμπατριώτη του από το ίδιο τμήμα. Έτσι, επέστρεψε και πάλι στην Κούβα όπου συνέχισε να δουλεύει ως καθηγητής. Όχι όμως γιά πολύ, μιάς και κατηγορήθηκε από τις αρχές γιά συνωμοσία εναντίον της ισπανικής αποικιοκρατίας και ξαναεξορίστηκε στην Ισπανία. Από εκεί έφυγε γιά τη Νέα Υόρκη.

Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στις Ηνωμένες Πολιτείες ο Μαρτί αποδείχθηκε ιδιαίτερα παραγωγικός. Υπηρέτησε ως Πρόξενος της Ουρουγουάης, της Παραγουάης και της Αργεντινής, έγραψε άρθρα τόσο στον τοπικό Τύπο όσο και σε εφημερίδες χωρών της Λατινικής Αμερικής λειτουργώντας άτυπα ως ανταποκριτής. Την ίδια περίοδο έγραψε κάποια απ’ τα σημαντικότερα του ποίηματα ενώ προσπαθούσε με κάθε τρόπο να ενισχύσει το κίνημα ανεξαρτησίας στην Κούβα που ολοένα και δυνάμωνε. Το 1895 μαζί με μιά ομάδα εξόριστων κουβανών, υπό την αρχηγία του Μάξιμο Γκόμεζ, αποβιβάζεται στο νησί και παίρνει μέρος στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα. Κατά τη διάρκεια του ανταρτοπόλεμου ο Μαρτί σκοτώνεται ηρωικά χωρίς να προλάβει να δεί τη χώρα του να απελευθερώνεται από τα δεσμά της ισπανικής αποικιοκρατίας, κάτι που συνέβη το 1902.



Το χιλιοτραγουδισμένο κουβανικό τραγούδι Guantanamera έχει γραφτεί πάνω σε στίχους του ποιητή Χοσέ Μαρτί:






Η ηρωοποίηση του Χοσέ Μαρτί στα μάτια των επόμενων γενεών συνέβη όχι γιατί ήταν κάποιος πολεμιστής, στρατιωτικός η πολιτικός, αλλά διότι αφιέρωσε τη ζωή του γιά το σκοπό της κουβανικής ανεξαρτησίας. Δεν έμεινε στην ιστορία γιά στρατηγικές ικανότητες ή πολεμικές αρετές, αλλά γιά το γεγονός ότι στο επίκεντρο όλων του των γραπτών – και εν των γένει πνευματικών κληροδοτημάτων – υπήρχε η δίψα γιά απελευθέρωση της Κούβας από τους αποικιοκράτες. Το ποιητικό και συγγραφικό του έργο αποτέλεσε το πνευματικό έναυσμα γιά τη φλόγα του απελευθερωτικού αγώνα και γι’ αυτό ο Μαρτί εορτάζεται μέχρι και σήμερα στην Κούβα ως ο Εθνικός Ποιητής του νησιού.

Στα συγγράματα τους, τόσο ο Ερνέστο Γκεβάρα όσο και ο Φιντέλ Κάστρο (όπως και άλλα στελέχη της μετέπειτα Επανάστασης), αναφέρονται στο Χοσέ Μαρτί ως πηγή έμπνευσης και επαναστατικού πνεύματος. Ως ελάχιστο φόρο τιμής στον πατριώτη και ποιητή, η Κουβανική κυβέρνηση έδωσε το όνομα του στο διεθνές αεροδρόμιο της Αβάνας, μετονομάζοντας το από Ράνκο-Μπογιέρος σε “Χοσέ Μαρτί”.

Σικάγο - Ο ματωμένος Μάης του 1886
Χρονικό - ρεπορτάζ του Χοσέ Μαρτί
Μετάφραση: Κική Αλεξοπούλου

Σικάγο: Το εργατικό κίνημα θρηνεί τους πρώτους νεκρούς

Ο Χοσέ Μαρτί έζησε στις ΗΠΑ, προετοιμάζοντας τον αγώνα της ανεξαρτησίας της πατρίδας του και βίωσε όλη την ένταση της εργατικής εξέγερσης την Πρωτομαγιά του 1886, στο Σικάγο. Σχετικά με τα γεγονότα του Μάη του 1886, ο Χοσέ Μαρτί έγραψε δύο χρονικά, τα οποία δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα του Μπουένος Αϊρες, «Nacion».

Τα αποσπάσματα που παραθέτουμε είναι από το 2ο χρονικό, το οποίο ο Μαρτί το έγραψε μετά την εκτέλεση των διαδηλωτών εργατών, και το έστειλε, το Νοέμβρη του 1887, στην «Nαcion», στην οποία δημοσιεύτηκε τη 1η Γενάρη του 1888:

«Νέα Υόρκη, Νοέμβρης 1887

Κύριε διευθυντά της "Nacion
Ούτε ο φόβος προς την κρατική δικαιοσύνη, ούτε η τυφλή συμπάθεια προς αυτούς που την απορρίπτουν, πρέπει να οδηγεί την κριτική σκέψη των λαών, καθώς και αυτόν που αφηγείται τα γεγονότα.

Την ελευθερία υπηρετεί άξια μόνον αυτός που την προφυλάσσει από εκείνους που την καταστρέφουν με τα λάθη τους. Δεν αξίζει τον τίτλο του υπερασπιστή της ελευθερίας εκείνος που από φόβο δικαιολογεί τα βίτσια και τα εγκλήματά τους.

Ούτε, επίσης, αξίζουν συγνώμη εκείνοι, που, ανίκανοι να δαμάσουν το μίσος και την αντιπάθεια που τους προκαλεί το έγκλημα, κρίνουν τα κοινωνικά εγκλήματα χωρίς να γνωρίζουν και να εκτιμούν τις ιστορικές αιτίες που τα γέννησαν.

Με επιβλητική πορεία, και σκεπασμένα τα φέρετρά τους με λουλούδια και τα πένθιμα πρόσωπα των οπαδών τους, έφτασαν στον τάφο οι 4 "αναρχικοί" εργάτες, οι οποίοι εκτελέστηκαν στην αγχόνη, καθώς και εκείνος που αυτοκτόνησε με μια βόμβα δυναμίτη, που είχε κρυμμένη στα μαλλιά του.

Οι νεκροί είχαν κατηγορηθεί σαν δράστες και συνένοχοι του θανάτου ενός αστυνομικού, κατά τη διάρκεια της συγκέντρωσης διαμαρτυρίας για το θάνατο έξι εργατών από τα χέρια της αστυνομίας, στη σύγκρουση που έγινε γύρω από το μοναδικό εργοστάσιο που δούλευε, παρά και ενάντια στην απεργία.

Είχαν κατηγορηθεί ότι κατασκεύασαν και εκσφενδόνισαν τη βόμβα που σκότωσε τον αστυνομικό, και μετά προκάλεσε το θάνατο άλλων έξι και τραυμάτισε πολλούς. Το δικαστήριο καταδίκασε τον έναν σε 15 χρόνια φυλακή και τους άλλους 6 με ποινή το θάνατο στην αγχόνη.
Σαν σταγόνες αίματος που φέρνει η θάλασσα, ήταν στις ΗΠΑ οι επαναστατικές θεωρίες των Ευρωπαίων εργατών. 

Ομως, ήλθαν μετά ο διαβρωτικός πόλεμος, η δύναμη και η κυριαρχία των ισχυρών, η δημιουργία κολοσσιαίων περιουσιών, η μετανάστευση από την Ευρώπη και η επάρκεια εργατών διατεθειμένων να υπηρετούν τα ανόσια συμφέροντα. Η Δημοκρατία μετατράπηκε σε μια καμουφλαρισμένη μοναρχία. Οι Ευρωπαίοι μετανάστες κατήγγειλαν με οργή τα δεινά που πίστευαν ότι είχαν αφήσει οριστικά πίσω τους, στη δεσποτική πατρίδα τους. 

Συνηθισμένοι οι εξουσιαστές αυτής της χώρας να χρησιμοποιούν την ψήφο σαν μέσο πίεσης, ούτε καταλαβαίνουν, ούτε δικαιολογούν εκείνους που μιλάνε για αίμα και για ένοπλη εξέγερση των εργαζομένων.

Ομως, αν και οι ουσιαστικές διαφορές στις πολιτικές πρακτικές, η ασυμφωνία και η αντιπαλότητα των φυλών που διεκδικούν την υπεροχή εμπόδιζαν την άμεση δημιουργία ενός εργατικού κόμματος με ομόφρονες μεθόδους και σκοπούς, η ομοιότητα του πόνου τους επέσπευσε τη συντονισμένη δράση όλων όσοι υπέφεραν.

Εφτασε η άνοιξη χωρίς φόβο. Χωρίς το φόβο του κρύου, με τη δύναμη που δίνει το φως και με την ελπίδα ότι θα καλύψουν με τις αποταμιεύσεις του χειμώνα τις πρώτες πείνες, αποφάσισαν ένα εκατομμύριο εργαζόμενοι, σε όλη τη χώρα, να απαιτήσουν από τα εργοστάσια να μην ξεπερνάει η δουλιά τις 8 νόμιμες ώρες.

Οποιος θέλει να ξέρει, αν αυτό που ζητούσαν ήταν δίκαιο, ας έρθει εδώ. Να τους δει να επιστρέφουν σαν κουρασμένα βόδια, στα βρώμικα σπίτια τους, ενώ έχει φτάσει η νύχτα. Να τους δει να έρχονται από μακριά, τουρτουρίζοντας οι άνδρες, χλωμές και ξεχτένιστες οι γυναίκες.

Οι εργάτες, αποφασισμένοι να αποκτήσουν με το νόμιμο μέσο της απεργίας τα δικαιώματά τους, γύριζαν την πλάτη στους σκοτεινούς ρήτορες του αναρχισμού και σ' εκείνους που τραυματισμένοι από το ξυλοκόπημα και τις αστυνομικές σφαίρες αποφάσισαν να αντιπαρατεθούν στο επικείμενο χτύπημα με σίδερο στο σίδερο. Εφτασε ο Μάης. Οι εργάτες μαζικά εγκατέλειψαν τα εργοστάσια. Ομως, στο εργοστάσιο του Mc Cormick οι εργάτες δούλευαν. Η φτώχεια τούς έκανε να στρέφονται ενάντια στα αδέλφια τους. Ενα συννεφιασμένο απόγευμα, ο μαύρος δρόμος, έτσι ονομάζεται αυτός του Mc Cormick, γέμισε από εξαγριωμένους εργάτες που ύψωναν τη γροθιά τους ενάντια στον καπνό που έβγαινε από το εργοστάσιο.

Η ζωή και η δράση του ποιητή μέσα από πολλές φωτογραφίες:




Στ' αλήθεια, θέλουμε να δούμε πού θα στρέψουν το πρόσωπο αυτοί οι προδότες!

Τις οχτώ χιλιάδες έφτασαν μέχρι που νύχτωσε. Καθισμένοι σ' ομάδες πάνω στα ξεφλουδισμένα βράχια, δείχνοντας με οργή τα άθλια σπιτάκια, που ξεχώριζαν σαν κηλίδες λέπρας, μέσα από το άγριο τοπίο. Χτύπησε η καμπάνα της λήξης της δουλιάς στο εργοστάσιο. 

Οι εργάτες ξεριζώνουν όλες τις πέτρες του δρόμου, τρέχουν προς το εργοστάσιο, σπάνε όλα τα κρύσταλλα.

Πίσω τους η Αστυνομία...


"Εκείνοι, εκείνοι είναι. Αυτοί που, για το μεροκάματο μιας ημέρας, βοηθάνε να καταπιέζονται τα αδέλφια τους".

Πέτρες!

Οι εργάτες στον πύργο του εργοστασίου, φοβισμένοι, μοιάζουν με φαντάσματα. Ξερνώντας φωτιά, μέσα σε λυσσασμένο πετροβόλημα, οι αστυνομικοί αδειάζουν τα πιστόλια τους πάνω στο πλήθος, που αμύνεται με πέτρες. Οταν το πλήθος απομακρύνεται προς τις συνοικίες του, αργά το βράδυ, κρυφά οι εργάτες θάβουν 6 πτώματα.

Βράζουν τα στήθη από οργή...

Να ενωθούν με τους "αναρχικούς";

"Στα όπλα, εργαζόμενοι!" κραυγάζουν οι "αναρχικοί", σε μια φλογερή προκήρυξη που όλοι διαβάζουν με θλίψη.

"Στα όπλα ενάντια σ' αυτούς που σας σκοτώνουν, γιατί ασκείτε τα ανθρώπινα δικαιώματά σας".
"Αύριο, θα συγκεντρωθούμε" - συμφωνούν οι "αναρχικοί" - "και αν μας χτυπήσουν θα τους κοστίσει ακριβά".

"Ολοι πρέπει να πάμε οπλισμένοι".

Και από το τυπογραφείο της "Arbeiter" βγήκε η προκήρυξη που καλούσε τους εργάτες να συγκεντρωθούν στην πλατεία του Haymarket, για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στις δολοφονίες της αστυνομίας.

Συγκεντρώθηκαν γύρω στις 50.000 εργάτες, με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, για να ακούσουν εκείνους που έδιναν φωνή στον πόνο τους.

Ο Spies από το βήμα μίλησε για την προσβολή, με καυστική ευγλωττία και με σκοπό να δυναμώσει το φρόνημά τους για τις αναγκαίες αλλαγές. "Είναι εδώ η Γερμανία, η Ρωσία, ή η Ισπανία;", έλεγε ο Spies. Τη στιγμή που οRekjen ρωτούσε, αν ήταν διατεθειμένοι να πεθάνουν πολεμώντας ενάντια στην κτηνώδη εργασία που τους επέβαλαν, έγινε γνωστό ότι έφτασε η αστυνομία.

Εχουν πιστόλια στα χέρια. Φτάνουν στο βήμα. Διατάζουν τη διάλυση της συγκέντρωσης. Δεν υποχωρούν αμέσως οι εργαζόμενοι.

"Τι έχουμε κάνει ενάντια στην τάξη;", ρωτά οFielden, πηδώντας από το βήμα. Αρχίζει η αστυνομία να πυροβολεί.

Και τότε φάνηκε να κατεβαίνει πάνω στα κεφάλια τους, γλιστρώντας στον αέρα, μια κόκκινη κλωστή.

Τρέμει η γη, βυθίζεται το βλήμα τέσσερα πόδια στο στήθος της. Πέφτουν βρυχώμενοι ο ένας πάνω στον άλλο οι στρατιώτες των πρώτων γραμμών. Οι κραυγές ενός ετοιμοθάνατου ξεσχίζουν τον αέρα.

Η αστυνομία με υπεράνθρωπη προσπάθεια, πηδάει πάνω από τους συγκεντρωμένους και ρίχνει χειροβομβίδες ενάντια στους εργαζόμενους που αντιστέκονται.

"Ας φύγουμε, χωρίς να ρίξουμε ένα πυροβολισμό", λένε κάποιοι.

"Ας αντισταθούμε", λένε άλλοι.

Μερικά λεπτά αργότερα δεν υπήρχαν στην πλατεία παρά φορεία, μπαρούτι και καπνός. Σε εισόδους και στα υπόγεια έκρυβαν για άλλη μια φορά οι εργάτες τους νεκρούς τους. Να περιγράψεις τον τρόμο του Σικάγου και της Δημοκρατίας; ΟSpies τούς φαίνεται Ροβεσπιέρος, ο Engel, Μαρά και ο Parsons, Δαντόν. "Στην αγχόνη οι γλώσσες και οι σκέψεις!".

Οι "αναρχικοί", ο ένας μετά τον άλλο, συλλαμβάνονται. Τριακόσιες συλλήψεις σε μια ημέρα. 

Είναι τρομαγμένη η χώρα, οι φυλακές γεμάτες.

Η δίκη; Ολα όσα ειπώθηκαν, αποδείχτηκαν. Ομως, δεν αποδείχτηκε ότι οι οκτώ "αναρχικοί", που κατηγορήθηκαν για τη δολοφονία αστυνομικών, είχαν προετοιμάσει και καλύψει μια συνωμοσία, η οποία τελείωσε με το θάνατό τους.

Οι εφτά καταδικάστηκαν σε θάνατο στην αγχόνη. Ο Neebe σε 15 χρόνια φυλακή. Ομως, δεν πρέπει να πεθάνουν οι εφτά. Ο χρόνος περνάει. Το Σικάγο, από τύψεις ή φόβο, ζητάει επιείκεια με την ίδια ζέση που πριν ζητούσε τιμωρία.

Οι δικηγόροι, οι απεσταλμένοι των εργατικών ενώσεων, οι συγγενείς των καταδικασμένων ικετεύουν τον κυβερνήτη να δώσει χάρη. Ναι! Ο κυβερνήτης δε δίνει χάρη. Θα εκτελεστούν για παραδειγματισμό.

Ηδη μπήκε η νύχτα.

Μέσα από θορύβους και μουρμουρητά ακούγονταν οι τελευταίες σφυριές του ξυλουργού στο ικρίωμα.

Στο τέλος του διαδρόμου της φυλακής υψωνόταν το ικρίωμα. "Ωχ, τα σχοινιά είναι καλά, τα δοκίμασε, ήδη, ο διοικητής!".

"Ναι, η αστυνομία είναι στο πόδι: δε θα αφήσει κανένα να πλησιάσει στη φυλακή".

Γέλια, τσιγάρα, ποτά, καπνός πνίγουν τα κελιά των ξύπνιων υπόδικων. Στον πηχτό αέρα τα ηλεκτρικά φώτα σπιθοβολούν. Ακίνητος πάνω στα κάγκελα των κελιών κοιτάζει το ικρίωμα ένας γάτος, όταν ξαφνικά μια μελωδική φωνή ενός απ' αυτούς τους ανθρώπους, που τους θεωρούν θηρία, τρεμουλιαστά στην αρχή, παλλόμενη στη συνέχεια, ήρεμη στο τέλος, ακούστηκε από ένα κελί.

Ο Engel τραγουδούσε τον "Υφαντή" του Χάινε.
"Τρέχα, τρέχα χωρίς φόβο, αργαλειέ μου!
Τρέχα καλά μέρα και νύχτα
Χώρα καταραμένη, χώρα χωρίς τιμή
Με σταθερό χέρι τα ρούχα σου μαντάρουμε
Τρεις φορές, τρεις, την κατάρα υφαίνουμε
Μπροστά, μπροστά ο υφαντής!"

Και ξεσπώντας σε λυγμούς, ο Engel έπεσε στην κουκέτα του, βυθίζοντας στις παλάμες του το γερασμένο πρόσωπό του.

Βγαίνουν από το κελί στο στενό διάδρομο

"Καλά;", "καλά"...

Δίνουν τα χέρια, χαμογελούν...

"Πάμε!"

Βάζουν το πόδι στην καταπακτή.
Τους δένουν τα πόδια, τον ένα μετά τον άλλον, με ένα σχοινί.
Τους καλύπτουν το πρόσωπο με κουκούλες...

Και ηχεί η φωνή του Spies που τρυπάει κόκαλα:

"Η φωνή που πάτε να πνίξετε θα είναι πιο δυνατή στο μέλλον απ' όσες λέξεις θα μπορούσα να πω εγώ τώρα".

Ο Engel λέει: "Αυτή είναι η πιο ευτυχισμένη ημέρα της ζωής μου".

"Ανδρες και γυναίκες της αγαπημένης μου Αμερικής", αρχίζει να λέει ο Parsons.

Ενα σινιάλο, ένας θόρυβος, η καταπακτή υποχωρεί, τα σώματα αιωρούνται στον αέρα.
Στο κοιμητήριο, όταν μέσα στο σκοτάδι κατέβαζαν τα πτώματα των εκτελεσμένων, ακούστηκε μια φωνή βαριά και εξαγριωμένη:

"Εγώ δεν κατηγορώ ούτε τον δήμιο, ούτε τον διοικητή, ούτε το έθνος... κατηγορώ τους εργαζομένους του Σικάγου, που επέτρεψαν να πεθάνουν οι λαμπροί φίλοι τους".

Το πλήθος επέστρεψε στα σπίτια του...

Και έγραφε την επομένη η "Arbeitez Zeitung": "Εχουμε χάσει μια μάχη, φίλοι μας, όμως θα δούμε στο μέλλον τον κόσμο οργανωμένο με δικαιοσύνη. Ας είμαστε έξυπνοι όπως τα ερπετά, και άκακοι όπως τα περιστέρια"».

(Ως "αναρχικοί" χαρακτηρίζονταν από τους καπιταλιστές οι απεργοί εργάτες).

-
e-oikodomos

Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 2014

Η μετανάστευση στην Ελλάδα - Έντεκα μύθοι και περισσότερες αλήθειες,από το Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ.

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ 
Βασίλης Παπαστεργίου
Ελένη Τάκου
Εδώ και είκοσι τουλάχιστον χρόνια, το μεταναστευτικό αποτελεί ζήτημα το οποίο με διαφορετικές μορφές επανέρχεται μονίμως, καταλαμβάνοντας κεντρική θέση στη δημόσια συζήτηση. Στη συζήτηση αυτή επικρατούν συνήθως στρεβλές αντιλήψεις και συσκοτίζονται τα πραγματικά δεδομένα, καθώς η μετανάστευση συνιστά αντικείμενο πολιτικής χρήσης και μιντιακής εκμετάλλευσης. Με ευθύνη των κυρίαρχων μέσων μαζικής ενημέρωσης και χάρη στη συστηματική παρέμβαση της Ακροδεξιάς, δημιουργούνται κοινωνικοί μύθοι, ενίοτε και καταστάσεις «ηθικού πανικού», πράγμα που καθιστά ολοένα και πιο δύσκολη την κατανόηση της πολυπλοκότητας του φαινομένου και, φυσικά, τη νηφάλια αντιμετώπισή του.
Το βιβλιαράκι αυτό έχει διπλό στόχο. Πρώτον, να αποδομήσει με τεκμηριωμένα στοιχεία τους ποικίλους κοινωνικούς μύθους που αφορούν τη μετανάστευση, συμβάλλοντας σε μια ολοκληρωμένη και πολύπλευρη αντίληψη του μεταναστευτικού. Δεύτερον, μέσω της αποδόμησης αυτής,να προτείνει μια ρεαλιστική αλλά και δίκαιη μεταναστευτική πολιτική, δηλαδή μια πραγματικά αριστερή πολιτική. Μια πολιτική που, εκκινώντας από τα δεδομένα τα οποία αντιμετωπίζει σήμερα η ελληνική κοινωνία, συνδυάζει τον καλώς νοούμενο ρεαλισμό με τον σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου.
Διαλέξαμε, λοιπόν, έντεκα από τους πιο διαδεδομένους μύθους σχετικά με τη μετανάστευση στην Ελλάδα. Αξιοποιώντας στοιχεία και μελέτες, δείχνουμε ποια είναι η πραγματικότητα σε κάθε θέμα, ενώ στο τέλος περιγράφουμε, σε αδρές γραμμές, βασικά σημεία μιας δίκαιης και ρεαλιστικής πολιτικής για τη μετανάστευση.


πηγή: Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ-http://rosalux.gr/publication/i-metanasteysi-stin-ellada